Δευτέρα, 19 Δεκεμβρίου 2016

ΜΙΑ ΠΑΛΙΑ ΠΕΙΡΑΤΙΚΗ ΜΕΛΩΔΙΑ

ΜΙΑ ΠΑΛΙΑ ΠΕΙΡΑΤΙΚΗ ΜΕΛΩΔΙΑ

Ο πόνος σβύνει. Με το νοιάξιμο για τον πονο του άλλου και τις δικές του πληγές. Απο τις δικές του ατέρμονες μάχες. Στο δυσβατο δρόμο της δικής του φωτιάς. Ενα λυκόφως – μεθυσμένο τραγούδι. Που μιλά για μακρινές Πρωτομαγιές μέσα στο θάνατο του φθινοπώρου. Ισως οι φωνές που περιμένεις να έχουν χαθεί, σε μιά ομιχλώδη ηχώ. Καθώς η μέρα πέρνει την τελευταία ανάσα της. Καθώς το σκοτάδι αναδύεται απο τα τρίσβαθα της αθιβολής σου. Και ύστερα, μιά τσιγγάνα λύπη, που όλο περιπλανιέταιμέσα στη πάχνη της ψυχής σου, ανασηκώνει τη ποδιά της. Και τη γεμίζει με καρύδια, μέλι και κανέλα. Σε ξεχασμένες μυρωδιές, χρόνων μακρινών. Που περπατάς ολημερίς, να τους φτάσεις. Για να νοιώσεις ξανά. Τις αγκαλιές που χάθηκαν στην πάχνη. Και 'συ, δίχως πανωφόρι, να ξεπαγιάζεις στη σιωπή. Ισως μετά, οταν γυρίσουν οι καιροί και ξεχαστούν οι χρόνοι, να σταματήσει να τρίζει το βήμα σου. Καθώς το βλέμμα σου κοιτά μέσα απο το πειρατικό σου μάτι. Που βλέπει οτι φαντάζεται. Που σε ταξιδεύει. Μα εσυ, θέλεις να πάρεις τις αποστάσεις σου απο τη τσιγγάνα αθιβολή. Μα αυτή επανέρχεται. Σα μουσική σε παλιό γραμόφωνο, που κόλησε η βελόνα και επαναλαμβάνει τη μελωδία, σχεδόν επιταχτικά. Αυτή τη πειρατική μελωδία. Με ένα θιαμπόλι, να σε αρπάζει απο το σπήλιο που είχες βρει καταφύγιο. Μιά μέρα που είχε θύελλα. Για να γλύψεις τις πληγές σου. Λύκος βρεγμένος ο καιρός σου. Και ύστερα απο το μετά του πόνου σου, η σιωπή του ψιχαλίσματος. Να καλύπτει τη σκέψη σου. Ενα αμφίβολο άγγιγμα. Περαστικό αδιάκριτο βλέμμα, που σε ξαφνιάζει η ζεσστασιά του. Τότε που άνοιξε η καρδιά, ηταν η σιωπ΄αιτία. Και είδες τις διπλανές σου πληγές. Μέσα απο την ομίχλη σου. Και άρχισες το ψιθύρισμα. Μια παλιά πειρατική μελωδία. Βότανο- νανούρισμα του διπλανού σου πόνου. Άκουσες τότε ανάσα μικρή. Που σε ευγνωμονούσε. Για το περαστικό σου άγγιγμα. Στο πόνο τον ξένο. Που ήταν και δικός σου πόνος. Όταν γυρίζεις, είναι, πάντα , όλα εκεί.

ΚΑΘΑΡΣΗ

ΚΑΘΑΡΣΗ

Ο Έρωντας που ξαγρυπνά. Πάνω απο τις σκιές του. Καθώς η νύχτα κάπνισε και τονντελευταίο τσιγάρο της. Και τώρα είναι χαμένη. Μέσα σε περασμένους καπνούς. Μέσα σε περασμένες ομίχλες. Καθώς οι ρυθμοί αυτοσχεδιάζουν. Στης σιωπής τα δώματα. Τα όνειρα είναι ακριβά όταν ξαγρυπνάς. Και τ' αγνοείς. Προτειμόντας τις βακχικές ηδονές μια΄ς αδιαμβησβήτητης αλήθειας. Που είναι ντυμένη με το απέριττο των πληγών σου. Των χαμένων στη πάχνη. Μέσα στο αχνοφέγγισμα. Μέσα σ' ενα εφήμερο άγγιγμα. Καθώς οι καιροί γυρνούν γυμνοί και κυνικά μεταμφιεσμένοι. Με το γέλιο του αρχαίου υποκριτή, που είναι φτιασιδωμένος με τα αρχέγονα πάθη. Που θες να τα ξέρεις μόνο ως θέμα του ''επίσταμαι''. Μα η σιωπή είναι εκεί. Πιο πολύβουη απο ποτέ. Μοναδικός συντροφος, μαζί με τις σκιές. Που φτιάχνει ο καπνός του τσιγάρου σου πάνω στο λευκό. Της απουσίας. Κραυγή το πορφυρό μέσα στο εκκωφαντικό γαλάζιο. Μεταμφιεσμένη γαλήνη. Ακίνητα κύμματα. Και 'συ, μοναχικό κα'ί'κι. Που το πήραν χίλιοι άνεμοι. Χίλιες σκέψεις. Και χίλιοι ασκιανοί. Και ο ρυθμός έγινε πιο γρήγορος τώρα. Ο Μύστης ανακοινώνει την έλευση των καιρών. Του σκοταδιού. Και της μεθυσμένης επανάστασης. Που προτειμά να χάνεται στις αγκαλιές τις δάφνινες απο φθαρμένα λούσα. Ο πρωταγωνιστής εμφανίζεται πάντα τελευταίος. Αμέσως μετά την κάθαρση. Και υποκλίνεται. Αλλά δεν βγάζει τα φτιασίδια του. Για να μη φανεί η προαιώνια κραυγή, που λούζεται στην αληθινή αλμύρα των πληγών του. Προέχει η παράσταση στο θέατρο των σκιών σου. Τα φτιασίδια πέρνουν πάντα το πιο θερμό χειροκρότημα. Και ύστερα κλείνουν τα φώτα. Και σβύνουν οι δαυλοί. Και απομένει το αχνοφέγγισμα. Στάχτη που πέφτει ανέμελα, απο το μισοσβυσμένο τσιγάρο της σιωπής σου. Μιλάμε για το εφήμερο και υπάρχει το πάντα. Ταξιδιάρικες φωνές σε νυσταγμένους σταθμούς. Μεταμεσονύχτιες διαδρομές χαμένες στην αγρύπνια. Οι πεθαμένοι θεοί θρηνούν. Πάνω στα συντρίμια βεβηλωμένων βωμών. Κι είναι ο Έρωντας πάλι που επανέρχεται. Μέσα απο τις καμένες σκιές σου. Τις καμένες αθιβολές σου. Κι είναι, το ελαφρως ειρωνικό του μειδίαμα, το νάμα. Που το πίνεις μιά κι έξω. Για να ξεχάσεις. Για να νοιώσεις καθαρός. Μετά την κορύφωση επέρχεται η λήση. Με το σπαθί του αρχάγγελου. Που, σκοτεινός, ανοίγει τα φτερά του. Κι η Αιωνία, είναι η ηδονή του εφήμερου. Το κατανοείς. Οταν επέρχεται η συνειδητοποίηση οτι πορεύεσαι γυμνός, μέσα στην άπειρη πάχνη της αυγής. Αρχαίος δραματουργός που προβληματίζεται. Οταν γίνεται η έκρηξη, ανοίγουν όλοι οι δρόμοι. Δαιδαλώδεις και οφιοειδείς. Δέχτηκες επιτέλους τη σιωπή. Σα παλιό ραδιοφωνάκι. Του μεσοπολέμου. Να παίζει μονάχο, ρυθμούς γρήγορους και νωχελικούς, μέσα σ' ενα αδειο δωμάτιο. Απο φυσικές παρουσίες. Μα γεμάτο απο τις αθιβολές του λυκόφωτος. Γυμνή γαλήνη. Ο κορυφαίος του χορού υποκλίνεται. Αυλαία. Τελευταία αυλαία. Κάθαρση.

Τρίτη, 22 Νοεμβρίου 2016

ΣΤΑ ΘΡΥΨΑΛΑ ΤΟΥ ΛΥΚΟΦΩΤΟΣ

ΣΤΑ ΘΡΥΨΑΛΑ ΤΟΥ ΛΥΚΟΦΩΤΟΣ

Μεθυσμένη σιωπή. Που γλεντά. Με τα θρύψαλα του λυκόφωτος. Που έσπασε. Πάνω στο φευγιό των Ερώντων σε τόπους μακρινούς. Και μαγεμένους. Στις όχθες της Αιωνίας. Και στο σαρδώνειο μειδίαμά της. Καθώς την προ'υ'παντούν καβαλάρισσες, οι εναιωρήσεις των καιρών. Καθώς ακροβατούν μεταξυ των ειοθότων τεκτενομένων. Και της ματωμένης αλμύρας απ' τ' άστρη σου. Εκείνα. Που τα άφησε να σου μιλούν η υπεροψία της φθινοπωρινής καταιγίδας. Καθώς ειρωνικά αποχαιρετούσε τη μικρή άβυσσό σου. Καθώς , όπως φαίνεται το απέραντο των ερήμων σου, πέρασε στη Λήθη. Δυό συνεφιασμένοι ουρανοί στο πρόσωπό σου. Φλύαρη κενότητα, σχεδόν στα όρια Αριστοφανικού σαρκασμού, το εσωτερικό σου ψιθύρισμα. Σε επιπλήττει. Καθώς πλήττει απο το γκρίζο. Ποθώντας τη μυρωδιά, γης βρεγμένης. Δεν ξέρεις τι να ευχηθείς. Είσαι ολόκληρος χαμένος μέσα στη προαιώνια ευχή. Βραχνή αοιδός, παλιά ρεμπέτισσα, η ψυχή. Και το τραγούδι της , παράταιρο με τους παρόντες καιρούς και χρόνους. Μα αυτή κρύβει καλά τα μυστικά της. Πίσω απο μεθυσμένους καπνούς και σκοτεινές καθαρτήριες αλμύρες. Που την ξεπλένουν. Καθώς κάθε μέρα είναι γι' αυτήν ενα καινούργιο βάπτισμα του πυρός. Στη μεθυσμένη φλόγα της, χορεύουν το ζε'ι'μπέκικο της Σαλώμης. Που σου άφησε τα πέπλα της για ενθύμιο. Μέσα σε μια ασπρόμαυρη, ξεθωριασμένη φωτογραφία. Που καθρεφτίζεται στη πηγή και στη πληγή των αθιβολών σου. Και 'συ, άγρυπνη συντρόφισσα της νύχτας, σε ψαλμωδίες ξεχασμένων ασκητών, χαμένη είσαι. Που ασκούνται στις σκήτες των περασμένων ερήμων σου. Που, καλα θα έκανες να τις αναστοράσαι που και που. Και μιά σιωπή που ανάβει τσιγάρο να ξορκίσει το στάσιμο. Ν' αρχίσει πάλι να ρέει, γάργαρο το νερό της γαλήνης. Και να σιγοτραγουδά τις κρυσταλένιες ευχές σου. Αυτές που ξεχάστηκαν στην πάχνη των καιρών. Μα που τη θύμησή τους,
μπορείς να τη βρεις στους μυστικούς ελαιώνες της αλήθειας σου. Αυτή που σου ψιθυρίζει η νύχτα. Η αδερφή σου. Η μόνη που βλέπει τα όνειρά σου γυμνά. Κάτω απο τους ασκιανούς σου. Στο φως απ' τ' άστρη της. Καπνισμένη εικόνα. Ζωγραφισμένη πάνω σ' ενα κλεμένο όστρακο. Που κανονικά, θα περίμενε κανείς, να είναι γραμμένο το όνομά σου. Αυτό, που θα σήμαινε τον εξοστρακισμό απο τα αρχαία ειοθότα σου. Κάποιος να σταματήσει τους καιρούς ν' ακουστεί η σκέψη. Να μνημονεύει τις αθιβολές της Αιωνίας. Το ταξίδι συνεχίζεται. Αενάως. Υπάρχουν πολλά πέλαγα άγνωστα. Που εύχεσαι να παραμείνουν άγνωστα. Για να' χεις μιά πρόφαση να ταξιδεύεις. Ανάμεσα στο λυκόφως και στο λυκαυγές. Ως ο αειθαλής Έρωντας. Της ψυχής. Και των ερήμων της.

Δευτέρα, 29 Αυγούστου 2016

ΑΥΡΑ ΑΚΑΤΕΡΓΑΣΤΗ

ΑΥΡΑ ΑΚΑΤΕΡΓΑΣΤΗ

Αύρα ακατέργαστη. Θρο'ί'ζει το τώρα. Ανελειπώς χα'ι'δεύοντας τη στιγμή. Και την απεραντοσύνη της. Ασκιανοί που ακροβατούν στη σκέψη. Που βαρέθηκε την, αενάως, παλινδρομική κίνηση των ειωθότων. Και μιά χα'ι'νισσα πιθανότητα ξάφνου εμφανίζεται. Στήνοντας καρτέρι. Γινόμενη, η εναλλαγή του απροσδόκιτου. Που άναψε όλα τα ιαματικά βότανά της. Πάνω στις βαθιές χαρακιές , που μεταμορφώθηκαν σε βαθιά χαράκια. Σε ριζιμιά. Όπου βρίσκουν απάγγιο τα περιπλανόμενα συναισθήματα. Η αιώνια συνουσία της Ανοιξης με την άγγουρη σκέψη. Που δε λέει να ενηλικιωθεί. Παρ' όλες τις ιεροτελεστίες των νέων μαχητών. Που πάλιοσαν προσπαθόντας. Να φτάσουν πέρα απο τις εσχατιές της θύμησης. Εκεί που η σκέψη δεν ίπταται ως κώνωπας πάνω σε στάσιμα ύδατα. Εκεί που υπάρχει η φρεσκάδα της ροής. Και η αλόη που θα θεραπεύσει τις πληγές, παλιού, καταματωμένου ονείρου. Ως αυγή στα πέρατα των μυστικών οριζόντων. Με αρώματα ξεχασμένα. Απο αρισμαρί και θυμάρι. Κι ο νους, μέλισσα, που αναζητά το νέκταρ τους. Η αναζήτηση γεννά δημιουργία. Στα πέρατα, αχνοφέγγει πάντα η Κρινοδάκτηλη. Απο
πολύ μακριά έρχεται το φως. Αποπολύ μακριά έρχονται οι πληγές σου. Ένα κοντινό μακριά. Που λες και μόλις χτές έγινε. Επειδή είναι ζωντανό ακόμα, μέσα στη θύμηση. Μέσα στην αμαζώνα Άνοιξη. Η επίτευξη της ευχής, δεν αποτελεί τη κορύφωση. Αλλά την έναρξη μιάς καινούργιας πεθυμιάς. Κρυστάλλινο νερό απο το δροσερό ρυάκι που το δοκίμασες. Και εύχεσαι να μην ξεδιψάσεις ποτέ. Για να νιώθεις συνέχεια τη δροσιά του στη φλεγόμενη ψυχή σου. Ακατέργαστη ομορφιά. Ειλικρινής ομορφιά. Ενα συναίσθημα που ξεγλυστρά του νου. Κι αυτός δεν μπορεί να το προσδιορίσει. Να το οριοθετήσει. Ως ο νους πάντα συνηθίζει. Και η καρδιά΄ερχεται πάντα για να θρυματίσει κάθε όριο. Και κάθε ορισμό. Η καρδιά προτειμά το ειλικρινές ακατέργαστο. Ως ακατέργαστη αύρα. Που αενάως τη δροσίζει.

Πέμπτη, 14 Ιουλίου 2016

ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΑ ΣΤΑ ΟΠΟΙΑ ΜΠΟΡΕΙΤΕ ΝΑ ΒΡΗΤΕ ΤΟ ΝΕΟ ΜΟΥ ΒΙΒΛΙΟ

το καινουργιο μου βιβλιο ΤΟ ΑΛΙΚΟ ΜΠΛΕ . ΟΡΣΑ ΔΡΕΤΑΚΗ. ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΓΑΒΡΙΗΛΙΔΗΣ, Κυκλοφορει στα παρακατω βιβλιοπωλεια:
ΑΘΗΝΑ : ΙΑΝΟΣ, ΠΟΛΙΤΕΙΑ,ΛΕΜΟΝΙ (ΗΡΑΚΛΕΙΔΩΝ22 ΘΗΣΕΙΟ) ΝΑΥΤΙΛΟΣ,ΠΡΩΤΟΠΟΡΕΙΑ, ΕΠΙ ΛΕΞΗ(ΑΚΑΔΗΜΙΑΣ 90 ΤΟ ΠΑΛΙΟ ΤΗΣ ΕΣΤΙΑΣ), ΠΛΕΙΑΔΕΣ (ΣΠ. ΜΕΡΚΟΥΡΗ ΠΑΓΚΡΑΤΙ), ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ (ΧΑΛΑΝΔΡΙ) ΠΑΡ ΗΜΙΝ(ΧΑΡ. ΤΡΙΚΟΥΠΗ 11Α)
ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ. : ΙΑΝΟΣ
ΥΠΟΛΟΙΠΗ ΕΛΛΑΔΑ : ΜΠΟΡΕΙΤΕ ΝΑ ΤΟ ΖΗΤΗΣΕΤΕ ΑΠΟ ΟΠΟΙΟΔΗΠΟΤΕ ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟ ΕΙΝΑΙ ΚΟΝΤΑ ΣΑΣ ΚΑΙ ΘΑ ΤΟ ΕΧΕΤΕ ΣΕ 2-3 ΜΕΡΕΣ. ΣΑΣ ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ. ΟΡΣΑ ΔΡΕΤΑΚΗ.

Σάββατο, 9 Ιουλίου 2016

ΚΥΚΛΟΦΟΡΗΣΕ ΤΟ ΚΑΙΝΟΥΡΓΙΟ ΜΟΥ ΒΙΒΛΙΟ

ΚΥΚΛΟΦΟΡΗΣΕ ΤΟ ΚΑΙΝΟΥΡΓΙΟ ΜΟΥ ΒΙΒΛΙΟ ΑΠΟ ΤΙΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΓΑΒΡΙΗΛΙΔΗΣ.
ΟΡΣΑ ΔΡΕΤΑΚΗ ΤΟ ΑΛΙΚΟ ΜΠΛΕ. ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΓΑΒΡΙΗΛΙΔΗΣ.

Τετάρτη, 25 Μαΐου 2016

Ο ΠΟΙΗΤΗΣ ΤΗΣ ΣΙΩΠΗΣ

Ο ΠΟΙΗΤΗΣ ΤΗΣ ΣΙΩΠΗΣ

Ενα τοσο δα φως. Ο καπνός βοτάνου μυστικού τρεμοπαίζει. Μέσα στη κρυφή του λάμψη. Και γύρω, το απέραντο σκοτάδι. Η θαλπωρή της σιωπής. Μακρινό ρόδο. Ζεστασιά που χάνεται στη πάχνη. Κάποτε ηταν ενα αγγιγμα. Που τώρα ακροβατεί στην απουσία. Κάποτε ηταν ενα βλέμμα. Που τώρα περιπλανάται σε πελάγη ξένα. Και σε παράταιρες κραυγές. Ανεπιθήμητων σκέψεων. Κι η σιωπή, ενας Έρωντας ταξιδιάρης. Που ανακουφιζει το νου. Εικόνες οικείες. Το μακρινό μειδίαμα της απουσίας. Κόκκινο μέσα στο μέλανα καιρό. Ανατρεπτικό ηχόχρωμα. Απροσδόκητο χάδι. Απροσδιόριστο χάδι. Ως ιερογλυφικό νεύμα που δεν έχει διαβαστεί ακόμα. Απο το νου. Γιατί η ψυχή ξέρει. Πάντα ήξερε τις εσχατιές του μακρινού ρόδου. Που το όνομά του σημαίνει φωτεινός. Περικλύεται η σιωπή απο μια υποψία αλμύρας. Που δε τολμά να ξεμυτίσει στο κρυφό μειδίαμα του πόνου. Κάτι λείπει. Πάντα κάτι έλειπε. Στο τέλος των οριζόντων , τα ορατά και τα αόρατα. Μαζί. Συνοδοιπόροι σε ταξίδι. Συνυπάρχουσες ώρες με τον ανάγλυφο λόγο. Γυρίζεις το βλέμμα. Η ζεστασιά χάθηκε στο κυανό. Ως άστοχο ρητό. Που δεν ταιριάζει με το εντός σου. Τόσα πολλά χρώματα και εικόνα καμμιά. Μόνο σιωπή. Γαλάζιος καπνός πάνω σ' αυτό το τόσο δα φως. Αχνοφέγγει δρόμος μακρινός. Δρόμος αναπάντεχος. Η πύλη, χαμένη βασιλεύουσα σε καλλεί. Την ανοίγεις. Και βγαίνεις εξω απο το εντός σου. Είναι όμορφα εξω. Οι κερασιές εχουν ανθίσει μέσα στο ταξίδι. Και σε περιμένουν να ράνουν με τα άνθη τους παλιές πληγές. Ανακουφίζοντας τον αρχαίο τους πονο. Υστερα, ένα εκκωφαντικό λευκό. Το φως που μεγαλώνει. Και ξεφεύγει απο τις σχισμάδες των βράχων. Ζεστασιά. Όπως τότε. Που ρουφούσες τ' άστρη ξαπλωμένος πάνω, στην ακόμα ζεστη πέτρα, απο έναν αλήτη ήλιο. Απο εναν Έρωντα- ποιητή της σιωπής.

Η ΚΡΥΦΗ ΑΛΜΥΡΑ

Η ΚΡΥΦΗ ΑΛΜΥΡΑ

Στην αιώρα της νύχτας κρέμεται η σκέψη. Πιασμένη απ' τον καπνό οπτασίας απούσας. Απο το τώρα, το χτές και το αύριο. Δίχως χρόνο πορεύεται τ' άστρο της σιωπής. Μπλεγμένο στα μαλλιά κάποιας νεράιδας. Που ξέφυγε απο τη πάχνη. Και στοιχειώνει τις στιγμές. Του σκοταδιού και των Ερινύων του Έρωντα. Που έχασε το ξίφος του. Μέσα σε πληγή παλιά. Τόσο παλιά, όσο η νύχτα πριν γεννήσει το φως. Όσο η εντροπία πριν γεννήσει τη νύχτα. Όσο το άπειρο πριν γεννήσει το πεπερασμένο. Όσο εσυ πριν χαθείς. Όσο εσυ πριν βρεθείς. Στα μονοπάτια που περιμένουν τα βήματά σου. Κύμματα που πανε αντίθετα. Όχι προς καποια ακτή. Μα βαθιά πίσω στο πέλαγο. Αποζητώντας την ελευθερία του απεριόριστου. Αυτού που δε καταλήγει. Μα που αενάως αρχίζει. Μέσα στη καταχνιά και στην καταιγίδα, δειλή ηλιαχτίδα. Στο λιόγερμα. Τότε που όλα σωπαίνουν. Εκτός απο ένα μονάχο αηδόνι. Που λέει το πιο όμορφο τραγούδι του. Σε σένα που ο Μορφέας σε άφησε γι' απόψε. Χαμένο στο αλάβαστρο του νου. Που έχει μια λάμψη παγωμένη. Όπως μιά ξεθωριασμένη ομορφιά. Σε χρόνους άλλους. Ανελέητη σκέψη. Ψάχνεις διαρκώς τον απόντα δρόμο. Αυτόν που άφησε τις ψυχές εκτεθιμένες στο βλέμμα της Μέδουσας. Τότε που ένα ανεπιθήμητο μήνυμα έκαψε τη τελευταία σου γόπα. Τότε που οι καιροί γύρισαν τα όνειρά σου. Σελίδα, σελίδα. Προς την αρχή. Σελιδα, σελίδα πριν απο την αρχή. Εκεί που οργανωνονταν το αυριο. Στις εσχατιές του πόνου. Ως νύχτα που ξεχάστηκε σε μιαν άκρη του Έρωντα. Και την χτυπούν απ όλες τις μεριές τα κύμματα των άστρων. Δίνοντας της το τελευταίο τσιγάρο τους. Πριν τη σκοτώσει το αδέκαστο φως της αυγής. Πέλεκυς παλιός πάνω στις ρίζες. Εκεί που ξεκουράζονται τ' αγρίμια μαζί με τους ασκιανούς τους. Εκει που ξεκουράζεται η αλμύρα. Που ξέφυγε απο το βλέμμα σου. Καθώς κοιτούσες τα γεράκια. Να αιωρούνται πάνω στη ψυχή σου. Εκει που δεν ξέρεις που τελειώνει ο ουρανός και αρχίζει το πέλαγος. Κρυφή αλμύρα η σιωπή σου. Μπροστά στα εκκωφαντικά άστρη. Γραφή, ως ανάγλυφο δάκρυ των οριζόντων. Των χαμένων στη πολύβουη συνάθροιση του νου και της ψυχής. Που γλεντανε, αντικρυστά χορεύοντας. Με τον ρυθμό του ευ. Ασκομαντούρα ο λόγος στο εσωτερικό σου ψιθύρισμα. Εκει που όλα είναι αλήθεια. Που όλα έχουν γίνει. Ακόμα και αυτά που θα γίνουν, εχουν γίνει μέσα σου. Τότε που γίναν αδερφοποιτοί οι Κένταυροι με τις ιέρειες της καταχνιάς σου. Και τι ειρωνία. Κάνει πολύ κρύο στις αρχές του καλοκαιριού. Όλες τις νύχτες. Για ν' ανάψει το σκοτάδι καιγεται η σιωπή.


Παρασκευή, 6 Μαΐου 2016

ΕΞΑΝΤΑΣ

ΕΞΑΝΤΑΣ

Τριγύρω παλιοί κόμποι ναυτικοί. Λένε, πως δε λύνονται ευκολα. Για ν' αντέχουν τις θύελλες σε μακρινά ταξίδια. Χάρτες παλιοί, απο σκονισμένες διαδρομές. Και σχοινιά απο ανακούφηση. Απ' αυτά που στηρίζουν τα πανιά οταν αυτά ανοίγουν στους ούριους άνεμους. Μιά πυξίδα μεταλλική, που έπαψε να δείχνει τον βορρά εδώ και καιρό. Και που, ανατρεπτικά, λες κι έχει κολλήσει σε κάποιο παραμύθι, δείχνει την ανατολή και κάποιες φορές το νότο. Κι ένας εξάντας κάπως μεγάλος και λίγο σκουριασμένος απο τις απανωτές αλμύρες της καταχνιάς σου. Και άκρη άκρη, μιά σκάλα απο ναυτική κουκέτα. Εκεί που ξεκουράζονταν κάποτε, απο το μέτρημα των κυμμάτων, ταξιδιάρικα πουλιά. Απ' αυτά που χάνονταν καμμιά φορά στα στεριανά σου όνειρα. Και μεσ' τη μέση ενα δέντρο με ανάγλυφες τις ρίζες σου, τις κρυμένες μέσα σε τόπους μακρινούς, που θα' θελες ν' αράξει κάποτε το ιστιοφόρο της σκέψης σου. Και πάνω στο μαύρο της νύχτας, γράφεις, υπολογίζοντας τη ρότα την άγνωστη. Που τη ψάχνεις ακόμα σε χάρτες παλιούς. Μα τα σύνορα των κρυφών λιμανιών εχουν αλλάξει τώρα. Μόνος δρόμος τ' αστεέρια, είπε ο γητευτής. Καθώς συνέχιζε να ψάχνει τις κρυμμένες πηγές του. Μέσα στο κουρνιαχτό απο ανέμους ξένους, που έφεραν τη σκόνη των ερήμων σου και έκαναν τη ματιά σου να καίει. Κοίταξες ψηλά. Άπειρα αστρη μέσα στο μελάνι της νυχτας σου. Κοίταξες βαθιά. Άπειρες θύελλες ζωσμένες στο μελάνι της νύχτας σου. Μετράς τις ώρες της φωτιάς με τον εξάντα τον παλιό. Που τον γυάλισες και αστράφτει τώρα. Σαν αστραπή, σαν κεραυνό, χαμένος μέσα στο θολό των καιρών και των χρόνων. Πολύχρωμα μικρά σημαιάκια , απο αυτά που αποτελούν το αλφάβητο της απουσίας , μέσα στη πάχνη. Κι ένας παράφωνος τροβαδούρος, το οτι νιώθεις. Που θα'θελε να πει σωστά τις νότες. Τις σημειώσεις των περιπλανήσεών σου, επι τα εκτός των τεκτενομένων εντός σου. Στον τοίχο τον ασπρισμένο απο τους αφρούς των κυμμάτων που ξεμακραίνουν, τα λόγια, ανεξίτηλα γραμμένα, ενός ποιητή που χάθηκε πριν βρείς εσυ τη μουσική σου. Ξαπλώνεις πάνω στο τίποτα των πεπραγμένων που κοίτονται στο ξύλινο πάτωμα. Ως αθιβολές, ατάκτως εριγμένες στο μυστικό σου σύμπαν. Εκεί που είσαι προστατευμένος απο το απροσδιόριστο και το αμορφοποίητο. Που το ' κλεψαν τα ξωτικά σου και το'βαλαν στα οράματα του μύστη. Του μεθυσμένου απο το φως και την αδίστακτη καθαρότητά του. Ψάχνεις με τον εξάντα τις γωνίες και τις αγωνίες των οριζόντων. Και μετά τον αφήνεις κατα μερος και ξαπλώνεις πάνω στη παιδική ματιά σου. Κουβέρτα ο ουρανός σε σκεπάζει. Ανοίγεις το βλέμμα σου. Γεμίζει με λαμπυρίσματα, με τραγούδια. Ο ραβδοσκόπος γελά. Η ματιά σου ξέρει καλύτερα τον δρόμο προς τις παλιές φλέες, απο τη δική του τέχνη. Και ξαφνικά βλέπεις. Και ξαφνικά νιώθεις. Και ξαφνικά ξεφεύγεις απο το ταγκό σου με τη σιωπή. Τ' αστρη ειναι εκεί. Όπως τ' άφησες.

ΤΟ ΜΕΘΥΣΜΕΝΟ ΦΩΣ

ΤΟ ΜΕΘΥΣΜΕΝΟ ΦΩΣ

Ακροβάτης του μεσημεριού μέσα στο θνητό, ο χαμένος καπνός. Μιά ρουφηξιά κρυμμένος μύθος πάνω στο κατακόκκινο τώρα. Που έρχεται γρήγορα. Και φεύγει ακόμα γρηγορότερα. Ως μαραθωνοδρόμος σς λυρική ελεγεία. Ένα τασάκι γεμάτο αποτσίγαρα οι σκέψεις. Αφησαν το νου να τις καπνίσει μεχρη να τελειώσουν. Και να γίνουν γόπες, αφού ο χρόνος τους πήρε όλη τη γοητεία τους. Ένα μεθυσμένο φως ακροβατεί στη τεντωμένη χορδή παλιού τροβαδούρου. Που αφηγήται το ταξίδι που του τέλειωσε το πέλαγός του. Κι ο γητευτής αφουγκράζεται, ραβδοσκόπος του άγνωστου, τις κρυμμένες ταλαντώσεις του υπεδάφους της ψυχής. Εκεί που κρύβονται βυθισμένοι ναοί. Γεμάτοι απο πυθάρια πήλινα με δυνατό παλιό κρασί. Απ' αυτό που έκαναν σπονδές πάνω στους ρυθμούς και στα ηχοχρώματα , αυτού που έφυγε. Αφήνοντας την αίσθηση της μασημένης δάφνης. Άρωμα πικρό. Και δυνατό. Που ξυπνά τ' άγνωστα και τα αόρατα. Θα' θελες να ξέρεις το άγνωστο. Σύρματα γεμάτα χελιδόνια η κάθε άφιξη. Αυτό που περιμένεις έκανε μακρύ ταξίδι. Πάνω απο τις ερήμους σου. Μέσα απο τα δάση σου και τις απάτητες κορφές σου. Εκεί που είναι χτισμένα με πέτρα του ήλιου, τα κρυφά σου μιτάτα. Εκεί που έχεις κρύψει τα δοξάρια της πεθυμιάς. Εκεί που παίζεις τη βροντερή σιωπή του ανομολόγητου. Του δρόμου που πλάνεψε τα βήματά σου. Που έπιναν αντάμα με το φως τις παλιές γοητείες. Και το μέθυσαν. Κι αυτό ζαλισμένο μπήκε μέσα στα σκοτάδια σου. Και τα φώτισε. Απο λάθος. Όχι ηθελημένα. Και τα μέθυσε κι αυτά. Κι ο ραβδοσκόπος ανατρίχιασε ακούγοντας το βρυχιθμό τους. Και είπε, απο λάθος κι αυτός, οτι βρήκε τηνπηγή που έψαχνες. Χαμένο αγρίμι, που έγινε σκάλισμα πάνω στις περικνημίδες του άγνωστου. Εκεί που βρέθηκε μεσα στη ζάλη του, το μεθυσμένο φως σου.