Τρίτη, 30 Απριλίου 2013

Κάποτε ήταν ένας γέρος ινδιάνος που είχε μανία να μαζεύει φτερά.Οταν τον ρώτησαν γιατί το κάνει , είπε πως κανένα φτερό δεν πρέπει να χάνεται . Γιατί κάποιος το άφησε καθώς πετούσε και όποιος το βρεί θα πετάξει κι αυτός . Τότε ο μικρότερος πολεμιστής απ ‘ όλους , του είπε ότι για να πετάξεις , πρέπει να βγάλεις ο ίδιος νεογέννητα φτερά . Αλλιώς δεν γίνεται . Ο γέρος έμεινε σιωπηλός , δεν ξαναμάζεψε φτερά , όμως δεν πέταξε και αυτά που είχε . Περίμενε , τιμώντας το πέταγμα .

Παρασκευή, 26 Απριλίου 2013

Στη βούργια βάζω τση καρδιάς του ερωντα τα πάθη κι ως είναι χιλιοπλούμιστη , πικρεςκρυβει και λάθη.
Γυαλί σπασμένο η μοναξιά σε χιλιαδυό κομμάτια , χορευωεγωξυπολητη , κοιτόντας ‘ σε στα μάτια.
Ηλιος φεγγάρι φεγγουνε , δινουν την εμορφιά τους , γελουνε , μα δεν εχουνε ταίρι στη μοναξιά τους.
Δεν εχειταιρι η μοναξιά , για να μην είναι μονη , φωλιάζει νυχτα στις καρδιές , ετσά , να μη κρυώνει.
Αν σβύσει η νυχτα και χαθεί , δε θε να ‘ ρθει η μέρα , δε θα ‘ χει ο χρόνος εμορφιά κι ονειροεκει πέρα.
Χατήριεγω του λογισμου να ξερεις δε θα κάνω γιάε τα μαυρομανικα φτερά στους ωμους πάνω.
Νυχτιά ειν ‘ η αγάπη σου , αλητισα κι αγία , μα ‘γω την εχω φυλακτό , κατάρα κι ευλογία.
Σαν αγριοςπολεμιστης που κονταροκτυπιέται , είναι η καρδιά που πονεσε μα όρθια κρατιέται.
Αντιθετοι άνεμοι ειμαστε κι αντίθετα φυσούμε , βοριάς εγω , νοτιάς εσυ , γι ‘ αυτό θ ‘ ανταμωθούμε.
Μαχαιρι βάζω στη φωτιά που καίει τη καρδια μου και τα ‘ ακουμπάω στη πληγη , να κλεισει , του σεβντά μου.
Ιδρωσε η λόγχη του ματιού , αλλα δεν ηταν δάκρυ , ψιχάλα σκεψηςητανε στου λογισμου την άκρη .
Ως νεφη που γνωρίζουνε του κεραυνού το αιμα , λόγια μου λεει η σιωπή , με της ψυχης το βλέμα.
Κυκλοφορει το βιβλιο της Ορσας Δρετακη : Στο θρο'ι'σμα του φεγγαριου απο τις εκδόσεις Γαβρηιλιδης .2013. Θα το βρητε σε ολα τα βιβλιοπωλεια. Επισης μπορειτε να το προμηθευτητε και απο την ιστοσελιδα των εκδοσεων Γαβρηιλιδης.Τιμη πωλησης : 7,46 ευρω.
Κυκλοφορει το βιβλιο της Ορσας Δρετακη : Στο θρο'ι'σμα του φεγγαριου απο τις εκδοσεις Γαβρηιλιδη .2013. Μπορειτε να το βρητε σε ολα τα βιβλιοπωλεια . Τιμη πωλησης 7,46 ευρω.

Τρίτη, 23 Απριλίου 2013

Μην ανημένεις , θα πονείς και δε θα βρεις την άκρη , ζάλα ομάδι με το φως , σβύνουνε κάθε δάκρυ.
Πολλα σημάδια μη θωρρείς , χορευε ‘ συ και ‘ ξα σου , το φως απού ξημέρωσε θα ‘ ρθει εις τον οντά σου.
Να το θαρρείς πως τιποτε δεν είναι δεδομένο και είναι θάνατος μικρός , πίστη στο πεπρωμένο.
Στην αγκαλιά της άβυσσου σαν είσαι πίστεψε το , πως ότι κι αν δωρίζει σου , σαφή διάγραψε το.
Σύνεφο , στο σακάκι σου , φεγγάρι ξεχασμένο , τσιγάρο νυχτιά που κάπνισε και είναι εδά σβυσμένο.

Κυριακή, 21 Απριλίου 2013

…Όμως γιατί , αυτές τις μέρες ο φάρος είναι σιωπηλός ; Γιατι θέλεις να είσαι μακριά από τον φάρο ; Ένα τραγούδι που μιλάει για την επιθυμία , ο άνεμος. Και τα φύλλα χορεύουν μαζί με το σκοτάδι . Μα , που είναι το φώς ; Είχε δουλειές σήμερα . Ακροβατούσε στο κενό και ήταν απασχολημένο με αυτό το γεγονός . Ξέρεις γιατι δεν φοβούνται οι ακροβάτες ; Γιατί , το χάος , το κενό , ο γκρεμός , είναι φίλος τους και χαίρονται κάθε φορά που τον βλέπουν να ανοίγει την αγκαλιά του να τους δεχθεί , ενώ ταυτόχρονα τους προτρέπεινα αρνηθούν αυτή την αγκαλιά και να παίξουν με τις ισοροπίες του άπειρου ‘’εντός’’. Δεν μπορείς να πέσεις από την άκρη του  άπειρου όταν έχεις μάθει το πέταγμα …

Σάββατο, 20 Απριλίου 2013

…Το σκοτάδι περιμένει καθώς το φως τρέχει . Αν έτρεχαν και τα δυό , ίσως ποτέ να μην γινόνταν το αντάμωμα.Και ύστερα , το σκοτάδι στέλνει τους αγγελιοφόρους του , να πουν στο  δειλινό να βιαστεί , να πουν στην αυγή να βιαστεί . Περίεργα βιαστικό είναι το σκοτάδι . Είναι γιατί το ενδιαφέρει η συνάντηση . Κρυφακούει μέσα από τις γρίλιες της σκέψης , πολλές φορές αναστατώνει τα ξωτικά και τότε αυτά γεννούνε παραμύθια κάτω από τις χορδές του χρόνου. Θέλει ν ‘ ακούει ιστορίες ο χρόνος στο ατέλειωτο ταξίδι του.
…Αντίθετα με ότι  πιστεύεται για τα ταξίδια , σημασία έχει να τα ξεκινήσεις . Το πραγματικό ξεκίνημα , είναι ένα κλείσιμο του ματιού του φωτός στο σκοτάδι. Και αυτό σκιρτά κάθε φορά , σαν έφηβος που δεν το περιμένει το ‘’ναι’’. Ξεκινάς ένα ταξίδι , όταν είσαι έτοιμος για το αντάμωμα . Κι ας μη το ξέρεις αυτό που θ ‘ ανταμώσεις
…Αντίθετα με ότι  πιστεύεται για τα ταξίδια , σημασία έχει να τα ξεκινήσεις . Το πραγματικό ξεκίνημα , είναι ένα κλείσιμο του ματιού του φωτός στο σκοτάδι. Και αυτό σκιρτά κάθε φορά , σαν έφηβος που δεν το περιμένει το ‘’ναι’’. Ξεκινάς ένα ταξίδι , όταν είσαι έτοιμος για το αντάμωμα . Κι ας μη το ξέρεις αυτό που θ ‘ ανταμώσεις

Τρίτη, 16 Απριλίου 2013

…Είναι κι αυτή η βροχή που ποτέ δεν ερχεται .Είναι κι αυτό το δάκρυ που δεν καταδέχεται να εμφανιστεί στη σκηνή σου.Γιατί ποθεί το μοίρασμα , το χάδι που φοβάται.Γιατί το χάδι , σαν ενας περιπλανόμενος μάγος θα το εξαφανίσει ψιθυρίζοντας την πιο ενδελεχή ευχή σου. Και ‘ συ θα τον προσπεράσεις χωρίς να του δώσεις ούτε μια δεκαρίτσα. Και αυτός θα γελάσει , βγάζοντας το καπέλο του και χαιρετώντας σε.Και τότε εσύ μέσα στη βιασύνη σου , θα σταθείς. Θ ακάνεις μμουσική παύση , θα παίξεις τη σιωπή και θα γυρίσεις να τον κοιτάξεις . Ετσι καθώς στεκεται μέσα στο πλήθος των σκεψεών σου , επαναστατικά γελαστός. Θα γελάσεις και ‘συ και τότε η σιωπή θα υποκλιθει . Και τότε θα χορεύουν οι σκιές με τις ηλιακτίδες.Και το ποιημα θα ψάχνει τον ποιητή του , που είναι χαμένος στην ομίχλη. Μην νομίζεις ότι το άπειρο είναι μακριά .Είναι μέσα σου .
…Όταν μάθεις να παίζεις με τις σιωπές θα συνυπάρξεις . Εκεί που κλείνει ο κύκλος , η δύση και η ανατολή γίνονται ένα. Την ίδια στιγμή τέλος και αρχή . Το ίδιο σημείο τέρμα και αφετηρία. Αρκεί να γινεις βιρτουόζος των σιωπών, Για να μπορεί μετα να ακουστεί το βροντερό ξέσπασμα του κεραυνού που χαράζει ανεξίτηλα , όπως αυτός νομίζει τουλάχιστον , τα στήθη των οριζόντων , αφήνοντας ένα σημάδι που θα χαθεί στο πρώτο φως .Οι σιωπές , οι μουσικές παυσεις , είναι επαναστατικές. Αλλάζουν τα πάντα.Κανένα μοτίβο δεν είναι το ίδιο μέσα σ’ αυτές. Είναι βροντερές , υποχθόνιες και συνωμοτικές.   Γιατί αναιρούν το συνηθισμένο .Γιατί θα δώσουν το ρυθμό της έκρηξης .Γιατί ανασυντάσουν τις δυνάμεις για την πιο κρίσιμη επίθεση στις βαλτωμένες πληγές , τις οποίες τςλικά θα θεραπεύσουν . Ζώντας μέσα στη φωτιά των αστερισμών , το φως και το σκοτάδι , συνωμοτούν , στα κρυφά λημέρια των ονείρων . Και η σιωπή τα βοηθά και καλύπτει τα ίχνη τους , να μην τα βρεί αυτό που έχει περάσει ανεπιστρεπτί , μα που από ένα πείσμα θα ήθελε να τα σκοτώσει . Να σκοτώσει το καινούργιο που το απειλεί.Γιατί μέσα στο καινούργιο είναι η πραγμάτωση της ψυχής , που αναιρεί την καθεκυστηία  τάξη του.Κανένα καθεστώς δεν θέλει το καινούργιο , γιατί τότε θα πάψει πλέον να είναι καθεστός.Ο βολεμένος του εαυτός θα χαθεί .Γιατί το καινούργιο είναι κίνηση , ο χορός , με συνδιασμούς άπειρων βημάτων , στην εκρηκτική μουσική που έρχεται πάντα μετά την παύση , μετά από την σιωπή. Και είναι αναπάντεχα αυτά τα βήματα . Διαφορετικά. Και κορυφώνονται σε όρη απάτητα . Εκει  που το μόνο πανωφόρι του γυμού ονείρου είναι ο άνεμος , είναι τα φτερά που παίζουν με τον άνεμο , είναι το ταίρι της αλήθειας. Το πραγματικό ‘’είναι’’ . Γιατί κοιτάμε στον καθρεφτη ; Για να δούμε αυτό που ξέρουμε ; Ή να δούμε αυτό που πραγματικά ‘’είναι’’ .Νομίζεις ότι ξέρεις τις σκιές , τα χρώματα , το φως , μεχρης ώσπου , ενας εμπειρος ζωγράφος σου εξηγήσει ότι τα πράγματα δεν είναι ακριβώς όπως φαίνονται. Αυτό που νομίζεις ότι σου είναι οικείο , ουσιαστικά δεν το ξέρεις , γιατί δεν ξέρεις πώς να το βλέπεις.Πρέπει να εχεις αλήθεια για να το δεις πραγματικά, να ξεφύγεις από τον βολεμένο νού σου .Να παιξεις πέρα από τις νότες . Να χαθείς , για να μπορέσεις να βρεθείς.

Δευτέρα, 15 Απριλίου 2013

Το γέλιο βρήκα στις πληγές που ‘ ναι βαθιά κρυμένες , δε θα τις βρεις κι αν ψαξεις τις , γιατι ‘ ναι μαγεμένες.
Και είπα στους αστερισμούς που δείχνουνε το δρόμο , ‘ γω της καρδιάς μου ακλουθώ , τον δύσκολο το νόμο.
Γιάντα ματώνεις χαραυγή κάθε που ξημερώνεις , ισως γιατι πληγώνεσαι , οντε θεριά μερώνεις.
Γιάντα ματώνεις μέρα μου , κάθε απού βραδιάζει , μ’ ότι είδες κι ότι ακουσες , το αιμα σου σταλάζει .
Γιάντα σκοτάδι μου βαθύ είσαι μαυροντυμένο κι αν μου θυμίζεις , το ξεχνώ , του Άδη το γραμμένο.

Κυριακή, 14 Απριλίου 2013

Και ύστερα βροντήξανε , τα σίδερα κι αρχίσαν , τύμπανα , σφαίρες και φωτιές κι οι ασκομαντούρες φρίξαν .Και φούντωσαν τα πέλαγα , ‘ πο λέξεις που δεν ειπαν , χείλη απού σφαλίστηκαν απ’ της οργής το συμπαν.Σκοτώθηκαν οι έρωντες και γίναν τα φτερά τους , στολίδι σ ‘ αρματα του νού , πελάγων , τα νερά τους . Σαν ηρθ’ η ώρα να διαβείς το σπήλι των ανέμων , βγάζεις φωνή , την γδύνεσαι , γδυτος εγίνεις δαίμων.Με φώτα , λόγια και χλιδές και ψέματα μεγάλα , θελεις να ‘ ρθω , μα δε χαλώ , βήματα πλέον άλλα.Γιατί ψηλά τα πέταξα κι ακούω , πεφτουν χάμε , λογια φτηνά απ’ είπες μου , σκιά μου , τώρα, άμε.
Ολος ο κόσμος θάλασσα κι η αγάπη σου είναι φάρος και ‘γω κα’ι’κι αμοναχό απού του δίνει θάρρος.
Σα το τυφλό τραγουδιστή εις της ψυχής τα όρη ανέ κρυώσω , δυό φτερά εω για πανωφόρι .
Φίδι απού σε δάγκασε να το ευχαριστήσεις , ότι ειχε σου το έδωσε και μη το λησμονήσεις.
Μία σχισμή το βλέμμα σου , κραυγή του δειλινού σου , λύκαινα που σιώπησες , στη νύχτα του λυγμού σου.
Κι αν σου φωνάξει ο άνεμος παιζοντας με το νού σου , οσαν παλιός ταξιδευτής , κρύψε τους λογισμούς σου.
Χα’ι’δεύει η άκρα του αφρού το πιο κρυφό σου κύμα , του βράχου αναστεναγμός στης σκέψης σου το κρίμα.
Ξεχνά η μέρα μεσ’ το φως της νύχτας το σκοτάδι κι ειν ‘ η γραμμή τα ‘ ορίζοντα , μαχαίρι και αλφάδι.Απού κρατεί το δάκρυ της , ισιώνει τη ψυχή της , σα στρατηγός – αρχάγγελος , σχεδιάζει τη κραυγή της.
Μεσα από τις μαχαιριές , άνοιξα μονοπάτι , στα δάση απου εβρηκα στης μοίρας το γινάτι .
Το δάκρυ κάνω θάλασσα και τηνε ταξιδεύω κι εχω τιμόνι τη καρδιά , τσ ‘ ανέμους να παλεύω.

Σάββατο, 13 Απριλίου 2013

…Όταν μάθεις να παίζεις με τις σιωπές θα συνυπάρξεις . Εκεί που κλείνει ο κύκλος , η δύση και η ανατολή γίνονται ένα. Την ίδια στιγμή τέλος και αρχή . Το ίδιο σημείο τέρμα και αφετηρία. Αρκεί να γινεις βιρτουόζος των σιωπών, Για να μπορεί μετα να ακουστεί το βροντερό ξέσπασμα του κεραυνού που χαράζει ανεξίτηλα , όπως αυτός νομίζει τουλάχιστον , τα στήθη των οριζόντων , αφήνοντας ένα σημάδι που θα χαθεί στο πρώτο φως .Οι σιωπές , οι μουσικές παυσεις , είναι επαναστατικές. Αλλάζουν τα πάντα.Κανένα μοτίβο δεν είναι το ίδιο μέσα σ’ αυτές. Είναι βροντερές , υποχθόνιες και συνωμοτικές.   Γιατί αναιρούν το συνηθισμένο .Γιατί θα δώσουν το ρυθμό της έκρηξης .Γιατί ανασυντάσουν τις δυνάμεις για την πιο κρίσιμη επίθεση στις βαλτωμένες πληγές , τις οποίες τςλικά θα θεραπεύσουν . Ζώντας μέσα στη φωτιά των αστερισμών , το φως και το σκοτάδι , συνωμοτούν , στα κρυφά λημέρια των ονείρων . Και η σιωπή τα βοηθά και καλύπτει τα ίχνη τους , να μην τα βρεί αυτό που έχει περάσει ανεπιστρεπτί , μα που από ένα πείσμα θα ήθελε να τα σκοτώσει . Να σκοτώσει το καινούργιο που το απειλεί.Γιατί μέσα στο καινούργιο είναι η πραγμάτωση της ψυχής , που αναιρεί την καθεκυστηία  τάξη του.Κανένα καθεστώς δεν θέλει το καινούργιο , γιατί τότε θα πάψει πλέον να είναι καθεστός.Ο βολεμένος του εαυτός θα χαθεί .Γιατί το καινούργιο είναι κίνηση , ο χορός , με συνδιασμούς άπειρων βημάτων , στην εκρηκτική μουσική που έρχεται πάντα μετά την παύση , μετά από την σιωπή. Και είναι αναπάντεχα αυτά τα βήματα . Διαφορετικά. Και κορυφώνονται σε όρη απάτητα . Εκει  που το μόνο πανωφόρι του γυμού ονείρου είναι ο άνεμος , είναι τα φτερά που παίζουν με τον άνεμο , είναι το ταίρι της αλήθειας. Το πραγματικό ‘’είναι’’ . Γιατί κοιτάμε στον καθρεφτη ; Για να δούμε αυτό που ξέρουμε ; Ή να δούμε αυτό που πραγματικά ‘’είναι’’ .Νομίζεις ότι ξέρεις τις σκιές , τα χρώματα , το φως , μεχρης ώσπου , ενας εμπειρος ζωγράφος σου εξηγήσει ότι τα πράγματα δεν είναι ακριβώς όπως φαίνονται. Αυτό που νομίζεις ότι σου είναι οικείο , ουσιαστικά δεν το ξέρεις , γιατί δεν ξέρεις πώς να το βλέπεις.Πρέπει να εχεις αλήθεια για να το δεις πραγματικά, να ξεφύγεις από τον βολεμένο νού σου .Να παιξεις πέρα από τις νότες . Να χαθείς , για να μπορέσεις να βρεθείς.

Παρασκευή, 12 Απριλίου 2013

…Και καπου μακριά ακούγεται η φωνή του μαέστρου , να λέει , ότι , οποιος παίζει καλα τη σιωπή , παίζει καλα το τάνγκο . Οι νότιες γειτονιές του Μοντεβιδέο , γεννησαν το τάνγκο . όλες οι νότιες γειτονιές χορεύουν στους ρυθμούς των ονείρων . Φτιαχνουν ρυθμούς από τα λάθη και γελούν . Τότε συνηθιζουν να παίζουν οι εμπειρίες , σαν μοισικοί , πέρα από τις νότες. Μη μένεις πισω στο ρυθμό . Η φωνη χάνεται στην ομίχλη μακρινών λιμανιών . Τότε , πρέπει να χορέψεις τη σιωπή . Οι σιωπές , οι μουσικές παύσεις , χαρακτηρίζουν τους παθιασμένους ρυθμούς και προετοιμάζουν την ανυπομονισια σου, γι ‘ αυτό που θα επακολουθήσει. Για την ηδονική κορύφωση της στιγμής . Για την ανακούφηση της εκπλήρωσης . Οταν  θα είσαι έτοιμος , τότε θα μάθεις να παίζεις τις σιωπές . Χωρις τις σιωπές , θα υπήρχε παραφωνία στο παθιασμένο τάνγκο του δειλινού. Οι χα’ι’νιδες του απείρου εχουν στησει το γλέντι τους στα χαράκια των λογισμών . Στις σχισμές του βράχου της επιθυμίας . Εκεί , που είναι προστατευμένοι από τα μάγια των αστερισμών, που θέλουν να καθορίσουν το ακαθόριστο. Απόψε θα γίνουμε χα’ι’νιδες του ονείρου.
…Κάποιες φορές οι σιωπές είναι μακρόσυρτες. Σα να τραγουδούν κρυμένες στιγμές που περιμένεις να ‘ ρθουν . Τότε είναι σα ματωμένο σπαθί που μόλις εχει κόψει αυτό που δεν λύθηκε . Τότε η απρόσμενη παύση , σηματοδοτεί την έλευση του αυγερινού , του γιού της Αυγής , μέσα παο μια ρυθμικη ομίχλη ,που την προκαλεί η κόνη από τις πιο μακρινές ερήμους των στιγμών . Είναι μια ψεύτικη συνεφιά που δεν θα φέρει βροχή , παρα μόνο το χαμογελαστό δάκρυ του νοτιά . Που μοιάζει με τα παιδικά δάκρυα από γινάτι , που εξαφανίζονται  σε φευγαλέα  δεύτερα του λεπτού και αιτία είναι το αγκάλιασμα , η ασφάλεια της αγάπης και η υπενθύμηση της ότι είναι εκεί  παρούσα , ανεξάρτητα αν στη δεδομένη νότα αυτή σιωπά. Είναι γιατί ετοιμάζεται να αποφασίσει .Οι σκιές εναλασσονται σε ένα παιχνίδισμα του φωτός μέσα στο απλωμένο σεντόνι της ζεστης σκίνης των στιγμών που έχασαν τις ερήμους τους και γελούν γι ‘ αυτό . Τους αρέσει . Κάθε χαμένη έρημος είναι ανα νεογέννητο δάσος με πηγες που ψιθυρίζουν τα μυστικά τους και που είναι το καταφ΄υγιο του ανταμώματος του σκοταδιού με το φως.Εκεί που οι σιωπές κεντούν το υφάδι της δημιουργίας νέων πιθανοτήτων .Η σιωπη είναι μια αναλαμπή , σκοτάδι και φως μαζί , που δίνει συναίσθημα στον ήχο του ψιθυρίσματος. Πέρα από τα όρια κρύβεται η επεξηγηση , η αλήθεια , η λύση.Εκεί που δεν υπάρχουν τα σύνορα που εσύ ο ίδιος εχεις βάλει στον εαυτό σου . Τότε θα γελάσει το σκοτάδι καθώς θα χάνεται στην ατέρμονη ζεστή αγκαλιά και θα γίνεται ένα μαζί του. Κοντά στις πηγες της μεταμόρφωσης που βρίσκεται στο απυροβλητο των σιωπών.

Τετάρτη, 10 Απριλίου 2013

…Οι ρίζες είναι φτερά , που σε πηγαίνουν σε κόσμους που δεν έχει περπατήσει ακόμα ο νους και η ψυχή , πρώτη , ανιχνευτής αυτού που θα γίνει , ταξιδευει  με όρτσα τον άνεμο. Αν αγαπάς, οι καιροί σε σέβονται.Αν παίρνεις ρίσκο , οι καιροί σε σέβονται . Αν είσαι αυτό που είσαι , οι καιροί σε σέβονται. Τότε οι άνεμοι , γίνονται ούριοι στα σταυροδρόμια. Χρειάζεται να είσαι , κάθε στιγμή , έτοιμος να φύγεις. Α’ αφήσεις τα περιτά πίσω και να ταξιδέψεις ανάλαφρος , μόνο με τα ‘ απαραίτητα. . Τα απαραίτητα είναι : το νερό της ψυχής , το μπαχάρι της αυγής και η ανάσα των ανέμων . Το ταξίδι δεν έχει λιμάνια . Αράζει το τρικάταρτο πειρατικό , σε κόλπους κρυφούς του αύριο , για να κάνει ο νούς ρεσάλτο και ν ‘ ανασάνει η ψυχή , να γίνεται ταίρι με τις θύελες. Γιατί αυτές θα σπάσουν τα δεσμά των περιτών για να ελευθερωθεί το φως και να παίζει με τις σκιές , αποκαλύπτοντας τις κρυμένες εικόνες τηςαέναης πιθανότητας . της διαρκούς δημιουργίας . Οι άνεμοι τραγουδούν στα ξάρτια και αναγγέλουν το χαμόγελο , το καλοσόρισμα του αληθινού. Και τα ξωτικά του ‘’εντός ‘’ τότε χαίρονται. Και χορεύουν στους ρυθμούς του τραγουδιού αυτού .Δεν υπάρχει τίποτα ακίνητο  στο ορατό και στο άυλο σύμπαν. Είναι μια ατέρμονη κίνηση η ύπαρξη.Τίποτα δεν είναι ανέφικτο .Ολα υπάρχουν . Εκεί , αόρατα , ώσπου να βρείς ματιά για να τα ‘  αντικρίσεις . Όλα αποσκοπούν σ’ αυτό το βλέμμα , που θα ξεκλειδώσει αυτό που δεν έχει ειδωθεί ακόμα. Για να κάνει λέξεις αυτό που , ακόμα , δεν έχει ειπωθεί.Εκεί που το φως και το σκοτάδι, παντα θα ερωτεύονται .Στις απέραντες ακτές άγνωστων θαλασσών , όπου , δεν υπάρχουν λιμάνια …
…Μέσα στις ομόχλες της απεραντοσύνης , πέρα αποτ α καστρα των μύθων , κατοικούν οι νεράιδες και τα ξωτικά των ονείρων . Εκεί είναι κρυμένες οι χώρες των παραμυθιών , ντυμένες με τις ανατολές των πόθων . Και ο ταξιδευτής , για να φτάσει εκεί πρέπει να έχει ταφτερά των ποιητών. Κάθε βράδυ , στην άκρη του πελάγου , ένας ακοίμητος φάρος , ψιθυρίζει ιστορίες. Και είναι  το ρυθμικό του φωτισμα , οι χτύποι της καρδιάς των δρόμων των οριζόντων , που δεν εχουν περπατηθεί ακόμη.
…Χτυπά ακούραστα η καρδιά του φάρου και είναι τόπος συνάντησης για το φως και το σκοτάδι . Στο τάλος της μέρας με  την ανάσα του λύκου , οι αστερισμοί καλούν τα παραμύθια . Και μοιάζει το λιόγερμα , σα ρόδι που έσπασε πάνω σε λευκό σύνεφο.Και ύστερα ο φάρος αρχίζει το ψιθύρισμα . Λέει τα λόγια των δράκων  στην πανάρχαια γλώσσα τους . Αποκαλύπτει τα μυστικά του φωτός , στο σκοτάδι . Κι αυτό μένει άφωνο , να τον ακούει.Και το αναβόσβυσμά του μοιάζει με το παιχνίδισμα των ματιών του αύριο , καθώς αυτό , κρυφοκοιτά τα κάστρα του χρόνου , για να του θυμήσει ότι είναι συμβατική η ύπαρξή του . Και το ίδιο το αύριο , σε μια στιγμή είναι χτέςκαι σήμερα μαζί.Είναι αυτό που δεν έχει έρθει ακόμα , μα που αποτελεί ένα déjà vu των ονείρων. Είναι περίεργο αυτό το καινούργιο . Είναι τόσο οικείο, σα να είναι μια παλιά ανάμνηση . Είναι σα να το εχει ξαναζήσει κανείς , επειδή ίσως το έχει ευχηθεί άπειρες φορές και το έχουν πλάσει οι πόθοι της ψυχής του.Άρα το αύριο , δεν έχει σχέση με τον χρόνο .Ουσιαστικά είναι η ευχή ενός ατέρμονου πόνου να μεταμπρφωθεί σε χαρά. Είναι η ευχή του δειλινού να γίνει αυγή . Και ο χρόνος απλώς , μετρά τις ευχές σε ένα , ισως , λίγο μακάβριο παιχνίδι , που λαμβάνει μέρος , από την μια απεραντοσύνη στην άλλη . Κρυφή νοσταλγία της άνοιξης στο δάκρυ του φθινοπώρου . Ένα φωτεινό ψιθύρισμα μέσα στις σκιές διαδρομών , που περιμένουν να χαρτογραφηθούν , καθως ο ταξιδευτής γνωρίζει τον εαυτό του. Μόνο η αποδοχή του πραγματικού ‘’είναι’’ , οδηγεί στην ουσία , στη χαρτογράφηση των δρόμων , που οδηγούν εκεί που ευχεται κάποιος να δημιουργεί και να ονειρεύεται και συνάμα να ζει το ονειρό του .Η διαδρομή προς το ‘’είναι ‘’ , προς την αλήθεια , είναι ένα ανοιγόκλειμα του νού , σαν σ’ έναν κεραυνό που φωτίζει την καταιγίδα . Και αυτό το δυνατό ξύπνημα του, παίρνει την απόφαση να χαρτογραφήσει την αλήθεια του  , ακολουθόντας την ευχή της ψυχής του .Γιατί η ευχή λέει πάντα αλήθεια . Και για να πραγματοποιηθει η ευχή , πρέπει να δεχτείς και να πιστέψεις την υπόστασή της , την υπαρξή της . Γιατί αυτή αποτελεί την ουσία όλων. Το ‘’ είναι’’ του σύμπαντος. Όλα υπάρχουν , είτε είναι ορατά ,είτε αόρατα.Η ευχή , το ‘’είναι ‘’ , αποτελεί την αιώνια ύπαρξη. Χάνεις κατι , όταν απομακρυνθείς από το είναι του . Οταν απορίψεις το ‘’είναι’’ του.Ουσιαστικά όταν απορίψεις την ευχή σου . Τον πραγματικό σου εαυτό . Ο πραγματικός εαυτός , είναι αυτό που εχουμε επιλέξει να είμαστε απο το ‘’όλον’’ του σύμπαντος. Είμαστε μια μικρογραφία του όλου . Και το αληθινό μας ‘’είναι’’ , ουσιαστικά οφείλεται στην αληθινή επιλογή μας . Είναι τότε που το σκοτάδι και το φως αγκαλιάζονται . Στο τέλος του δρόμου. Στην αρχή της απεραντοσύνης . Εκεί που ο ουρανός και οι ωκεανοί , γίνονται ένα , μέσα στον χτύπο της καρδιάς του φάρου.
Κάποιες φορές , πρέπει να πας πολύ μακριά , για να ‘ ρθουν όλα πιο κοντά . Είμαστε όλοι πρόσφυγες του ονείρου . Οι δράκοι γελούν πίσω από τους καπνούς σέρτικων τσιγάρων . Ξέρουν ότι είναι πολύ παλιοί για να πεθάνουν . Και μετά κοιτούν τα φτερά τους που ράγισαν και έγιναν χαραγματιά – πληγή των οριζόντων .

Δευτέρα, 8 Απριλίου 2013

Φίδι απου σε δάγκασε να το ευχαριστήσεις , οτι είχε σου το έδωσε και μη το λησμονήσεις.
Κάθε αντάμωμα αποτελεί μια μορφή τέλους και μια μορφή αρχής. Από κάθε αντάμωμα δημιουργήται το καινούργιο .Και προ’υ’ποθέτει , το σπάσιμο των συνθηκών.Προ’υ’ποθέτει την έκπληξη. Το αναπάντεχο χαμόγελοτης καινούργιας πιθανότητας που δημιουργήται από νέες οπτικές γωνίες , που είναι οι κόρες του φωτός και του σκοταδιού.Και είναι μελετηρές αυτές οι κόρες.Διαβάζουν αντάμα , προστατεύουν η μια την άλλη και , που και που , υπενθυμιζουν η μια στην άλλη ότι δεν υπάρχει μοναξιά όταν έχουν πέσει οι καστρόπορτες. Και οι δράκοι τις βλέπουν και κρυφογελούν κάτω από τα φλογισμένα μουστάκια τους.
Ιριδισμοί πάνω στο νερό της ψυχής , που βγαίνει από κρυφές κογχες του νού , καθώς αχνοφέγγει.Φτάνει η ώρα του πετάγματος. Πάνω από τις μπερδεμένες συνθήκες του συναισθήματος.Στην καθαρότητα του δρόμου που τον χαράζουν τα βήματα , τα πρώτα βήματα του νεογέννητου άπειρου.
Κάποτε , ήχοι παλιοί , ανταμώνουν, σε συγχρονους ρυθμούς. Μια΄διασκευή του ονείρου . Η επανάσταση του ασυνήδητου , όταν το συνηδητό τα έχει κάνει θάλασσα.
Τα όνειρα είναι φύλακες – τοξοβόλοι στις πύλες του απέραντου .Ρίχνουν τα βέλη τους για να αφυπνήσουν το νου που κοιμάται . Για να του υπενθυμήσουν την αλήθεια του. Το ταιριαστό γ’ αυτόν όταν ο ίδιος κάνει αταίριαστα πράγματα για τον εαυτό του συμβιβαζόμενος με δρόμους πολυπερπατημένους . Είναι η  υπενθύμηση ότι οφείλει στον εαυτό του να φτιάξει τα μονοπάτια του .
…Οι ρίζες είναι φτερά , που σε πηγαίνουν σε κόσμους που δεν έχει περπατήσει ακόμα ο νους και η ψυχή , πρώτη , ανιχνευτής αυτού που θα γίνει , ταξιδευει  με όρτσα τον άνεμο. Αν αγαπάς, οι καιροί σε σέβονται.Αν παίρνεις ρίσκο , οι καιροί σε σέβονται . Αν είσαι αυτό που είσαι , οι καιροί σε σέβονται. Τότε οι άνεμοι , γίνονται ούριοι στα σταυροδρόμια. Χρειάζεται να είσαι , κάθε στιγμή , έτοιμος να φύγεις. Α’ αφήσεις τα περιτά πίσω και να ταξιδέψεις ανάλαφρος , μόνο με τα ‘ απαραίτητα. . Τα απαραίτητα είναι : το νερό της ψυχής , το μπαχάρι της αυγής και η ανάσα των ανέμων . Το ταξίδι δεν έχει λιμάνια . Αράζει το τρικάταρτο πειρατικό , σε κόλπους κρυφούς του αύριο , για να κάνει ο νούς ρεσάλτο και ν ‘ ανασάνει η ψυχή , να γίνεται ταίρι με τις θύελες.
Μη την ακούς την σιωπή , οσο κι αν σου φωνάζει , κρυβει όλα τα ‘ αταίριαστα , τα όμορφα τα ‘αλλάζει.
Οντε θα γίνει η σιωπή , κρυφό του φάρου δάκρυ , τοτε ηρθ ‘ η ώρα , των καιρων να τη διαβείς την άκρη.
Ήντα να θέλει να σου πεί ψιθυριστά το κύμμα , κρυφομιλεί σου σιωπηλά , στου στεναγμού το κρίμα.
Μακρόσυρτο της σιωπής , το σκοτεινό τραγούδι , στιγμές που ανημάνουνε  του όνειρου το χνούδι.

Κυριακή, 7 Απριλίου 2013

Είναι η αποδοχή του γεγονότος του ελευθερου εατού , του ‘’άλλου’’ και του δικού του , η ένωση του φωτός με το σκοτάδι .
Εκεί οι πληγές θα ουλοποιηθούν.Θα είναι θεραπευμένες , αλλά θα υπάρχει πάντα το σημάδι της πάλης.
Πρέπει να προ’υ’πάρξει μάχη πριν την τελική αποδοχή . Πρίν την μορφοποίηση της άυλης χαράς του ανταμώματος.Είναι η πάλη του καθενός με τονεαυτό του . Του ‘’εντός ‘’ με το ‘’εντός’’. Μεχρης ωσπου , το ‘’εντός’’ , να βγεί προς τα έξω και να γίνει η αποδοχή του όλου. Της αρχεγονης πιθανότητας , της νέας μορφής. Της δημιουργίας.
Πρίν την δημιουργία λοιπόν , ελευθερόνονται οι στρατοί των δράκων και των κάστρων . Πρέπει να σπάσουν τα κάστρα , για να ανασάνουν τα όρη των ποιητών με τις κρυμμένες φτερούγες.
Μικρά χαμόγελα του φωτός κρυφοκοιτάζουν το σκοτάδι. Και μέσα του, ανάβουν , αιώνια άστρα , οι απεραντοσύνες των τραγουδιών που δεν έχουν τραγουδηθεί ακόμη.
Η αποδοχή κάνει το αδύνατο , δυνατό . Όσο υπάρχουν οι στιγμές που περιμένουν να τραγουδηθούν , όλα είναι εφικτά.
Για να αναγνωρίσεις το αδιέξοδο , πρέπει να έχεις μάθει πρώτα τι είναι ο δρόμος και μετά να φτιάξεις εσύ ο ίδιος δρόμο, πέρα πο το τέλος του πόνου. Γιατί ο πόνος είναι μια υπενθύμηση ότι κάτι δημιουργήται ή ότι κάτι πρέπει να διορθωθεί , σε μια αναζήτηση πέρα από τα όρια του ‘’εντός’’.
Είναι η βεβαιότητα ότι πάντα θα έρχεται η άνοιξη . Και ότι την ακολουθεί , αποτελεί απλώς προάγγελο της νέας αφιξής της.
Η αέναη διαδοχή των ελιγμών που οδηγούν στο άγγιγμα του φωτός.
Όλοι είναι ποιητές πάνω στα όρη της απεραντοσύνης και έχουν πανωφόρι τους ,τα φτερά τους.
Το πέταγμα από το άπειρο στο άπειρο , είναι το χάδι , το αντάμωμα της απόλυτης διαδοχικότητας με τον τελικο στόχο της , που είναι η αποδοχή της ύπαρξης του αιωνίως καινούργιου.

Τετάρτη, 3 Απριλίου 2013

Κάποτε οι δράκοι για να βγούν από τις υπόγειες στοές του κάστρου , σπάνε τους τοίχους της λήθης. Το μόνο τους όπλο είναι η φωτιά που ανασαίνουν . Και με αυτή τη φωτιά , γίνεται το αντάμωμα του σκοταδιού με το φως.
Πετούνε μετά οι δράκοι , πέρα από τις καστρόπορτες , μακριά από πολιτείες , φτιάχνοντας μόνοι τους τις εικόνες που βλέπουν οι ίδιοι και όλοι οι άλλοι. Οι δράκοι , στου καθένα το ‘’εντός ‘’, είναι η απέραντη θέα ενός χρόνου καταργημένου , ενός χώρου καινούργιου , όπου το ψιθύρισμα κυριαρχεί.Ετσι όπως ψιθυρίζουν παλιές προσευχές και ξόρκια , ξεχασμένοι δρυίδες , πάνω από αιώνιες πληγές. Το ψιθύρισμα θρο’ί’ζει μέσα παο το ανοιγόκλειμα των βλεφάρων της ύπαρξης. Και φτιάχνει ιστορίες που πρόκειται να γίνουν η ζωή κάποιου , κάποτε. Γιατί η ζωή είναι κατά βάθος ‘’υπόγειος ‘’ τύπος.Αρκετά μποέμ και αρκετά μυστηριώδης.Συνήθως δεν λέει τα μυστικά της παρα μόνο στα όνειρα. Εκεί στα υπόγεια του ύπνου που ζούν οι δράκοι.
Ψάχνουνοι μαθητευόμενοι μάγοι να μάθουν τα μυστικά των δράκων . Μια μέρα θα γίνουν και αυτοί δράκοι , που θα δραπετεύουν από το κάστρο για να δούν το αντάμωμα στο χαμόγελο αυτού που έρχεται , στο ματωμένο πουκάμισο αυτού που φεύγει , αναζητώντας τα μακριά μαλλιά της απεραντοσύνης που θεραπεύει .
Ένα κρυφοκοίταγμα στο όλον είναι η ζωή . Μια μικρογραφία της αιώνιας πιθανότητας αυτού που μπορεί να συμβεί.
Η απεραντοσύνη έρχεται όταν το βλέμμα στρέφεται προς αυτήν . Όταν ανοίγουν τα βλέφαρα του εντός προς τα έξω. Τότε εγκαταλείπονται τα οχυρωμένα κάστρα και μετατρέπονται σε τεράστιες φτερούγες που ανοίγουν με ένα αμυδρό , ΄έναν ανεπαίστητο ήχο .Τον ήχο του φωτός που χα’ι’δεύει τον άνεμο , πάνω σε κορυφές που ζεί , αυτό που έχει την πιο κρυφή , την πιο πολύτιμη ανάσα της ζωής. Εκεί που το σκοτάδι και το φως γίνονται ένα. Εκεί που υπάρχει ο καθαρός αέρας της ελευθερίας από τα αόρατα δεσμά του ‘’εντός’’. Είναι το άγγιγμα ,. Η υπενθύμηση της συντροφικότητας , το νοιάξιμο , το ξύπνημα του αγαθού. Εκεί που η ισσοροπία του φωτός πάνω στις σκιές , εχει μορφοποιήσει την θετικότητα , την αποδοχή , χωρίς αυτό να σημαίνει παραίτηση.
Οι σκιές είναι μια συντροφιά εκείνου του νού που ψάχνει . Είναι με αυτόν παρτενερ σ ‘ ένα χορό , πότε πολεμικό , πότε ερωτικό . Αλλά πάντα η χορογραφία είναι καινούργια.Βασίζεταισε παλιά , βασικά βήματα αλλά με νέους συνδυασμούς. Οι συνδυασμοί είναι οι ελιγμοί. Εντροπική κίνηση που αναστατώνει την στασιμότητα.Η εντροπία , αυτό το δημιουργικό συνοθήλευμα από ελιγμούς , είναι η βάση κάθε καινούργιας μορφοποίησης . Η μορφή , είτε πραγματική , είτε ονειρική , είτε αντικειμενική , είτε σε μιαάν άυλη υποκειμενικότητα , αποτελεί συμπέρασμα , το οποίο είναι παροδικά σταθερό .Αποτελεί τέρμα αλλά και αφετηρία για το ‘’άλλο’’.Χωρίς αυτό να σημαίνει ότι προ’υ’πόθεση του επόμενου είναι το προηγούμενο. Πολλές φορές , το ‘’ άλλο’’ , είναι εντελώς αυτούσιο και αναιρεί ακόμα και τις βάσεις του , προκειμένου να γίνει μορφή και να υπάρξει.Δηλαδή αναιρεί τον φόβο .Τον μεγάλο εχθρό της μορφής ,ως διαρκούς εξέλιξης , ως αέναου ελιγμού.Αυτός ( ο ελιγμός), προ’υ’ποθέτει καινούργιες οπτικές γωνίες .Καινούργιο αντάμωμα του φωτός με το σκοτάδι και καινούργιες σκιές. Η σκιά δεν εμπεριέχει απειλή .Ισα – ίσα , δείχνει τον αντικατοπτρισμό της ύπαρξης. Βοηθά στο να δημιουργιθεί η μορφή σε όλες τις εκφάνσεις της .Απλώς έχει την έννοια της υπενθύμησης  τηε εντροπίας , απ ‘ όπου σε μια μεγάλη έκρηξη θα δημιουργηθούν νέοι κόσμοι ,οι οποίοι αμορφοποίητοι ουσιαστικά εμπεριέχονταν μέσα στο εντροπικό όλον.
…Μερικές φορές κλείνουν οι καστρόπορτες . Το σκοτάδι οχυρώνεται . Πέτρες βαριές , χορταριασμένες από αιώνιες σκέψεις , φτιάχνουν ψηλές πολεμίστρες και σκοτεινά μουντρούμια.Υπόγεια που βασιλεύει η σιωπή και δράκους που είναι ορφανοί από παραμύθια.Τα κόκκινα μάτια τους και η φλογισμένη αρχέγονη φωνή τους , φτιάχνει το ψιθύρισμα. Αυτό που έχουμε όλοι μέσα μας . Από το άπειρο μέχρη το άπειρο . Είναι το ψιθύρισμα του απείρου των υπόγειων δράκων. Δεν έχει θέση το φως εκεί. Κι όμως , βρίσκει τρόπο να μπεί  για να βρεί το σκοτάδι  που είναι εγκλωβισμένο στην παναρχαιη σιωπή του ψιθυρίσματος
Καίω ολές σου τις νυχτιές , με του τσιγάρου κάφτρα κι ας λείπεις στα φθινόπωρα , των λογισμών μου ανάφτρα.

Τρίτη, 2 Απριλίου 2013

Να μυρίσει τις μυρωδιές της εμπειρίας , να ζήσει τον θόρυβο της δικής του δημιουργίας , να υφάνει πολυχρωμες στιγμές. Και παρ’ όλ ‘ αυτά να παραμένει ασπρόμαυρο σαν ένα ξεχασμένο film νουάρ , που περιμένει την πολυχρωμη ζεστασιά του ανταμώματος. Το μαζι, είναι  πολύχρωμο , γεμάτο μπαχαρικά από τα κρυφα παζάρια του πόθου. Μυρωδιές από ένα βιβλίο παλιό , παραμυθένιο , λουσμένο μέσα στην ομίχλη αναμνήσεων , που περιμένουν να γίνουν μέρος ενός πολυδαίδαλου δρόμου. Να περπατηθούν , να ανακαλυφθούν και να γίνουν μέρος των εμπειριών.Περιμάνουν να γραφτούν.Να ειπωθούν , να διηγηθούν , να τραγουδηθούν , να σκοτώσουν την λήθη.Να μην ξεχαστούν .Να γίνουν αλήθεια. Κύκλοι που ανοίγουν , κύκλοι που κλείνουν .Κύκλοι που συναντιώνται, που αποκτούν κοινά βλέματα , κοινές ματιές , μέσα από διαφορετικές , οδησειες  διαδρομες.Κύκλοι που σπάνε και γίνονται χιλια κομμάτια – εικόνες , της θύμησης. Κύκλοι που πλέκουν πλεξίδα στα μαλλιά μιάς νεράιδας , το σκοτάδι και το φως.
Ανοιγοκλείνουν οι σιωπές τα παραθυρά τους . Το καινούργιο , είναι πάντα παραξενο , περιεργο , γ ‘ αυτούς που ζούνε μεσα στη σκόνη της ανυπαρξίας. Γι ‘ αυτους που δεν ξέρουν το νόημά τους.Που δεν εχουν βρει το ονομά τους.Που χάθηκαν μέσα σε ένα ρούχο που τους είναι μικρό και τους πληγώνει, αλλά φοβούνται να βρούν άλλο που θα τους ταίριαζε. Ο φόβος δεν ταιριάζει στο αντάμωμα. Κάνει τους μύθους να χάνουν το τργούδι τους.Αλλα πάντα θα υπάρχει η μαγιά που θα σβ΄υσει τον φόβο. Πάντα θα υπάρχουν τα όρη που θα ανασαίνουν στο πρώτο σκίρτημα της δημιουργίας.Παντα το σκοτάδι και το φως θα βρίσκουν τρόπους να ενώνονται , να ερωτεύονται στις πλατείες με τους κρυμένους ποιητές. Εκει που το χτες και το αύριο , είναι σήμερα.
Μερικες φορές , κατι δεν έρχεται γιατί δεν είσαι έτοιμος να το δεχτείς. Το καινούργιο , η εκπλήρωση των ονείρων , πρέπει να έχει σπιτι στη ψυχή , για να μπορέσει να εγκατασταθεί.Το σπίτι αυτό είναι η εξέλιξη του εαυτού . Προέρχεται εκ των ελιγμών της ψυχης, από την συνεχή ερωτοτροπία του φωτός με το σκοτάδι . Από τον διαρκή χορό των σκιών στο παιχνίδισμα του ‘’εντός’’.Καθώς το φως μετακινήται , το σκοτάδι φτιάχνει οπτικές γωνίες απ ‘ όπου αναδύονται οι σκιές. Οσο πιο πολλές οπτικές γωνίες , τόσο περισσότερες σκιές.
Γιατι είναι απασχολημένες στο να δημιουργούν το διχτυ των στιγμών, που θα το σκισουν στη συνέχεια , σε μια κραυγή , σε ένα δειλινό , σε μιαν αυγή , ξορκίζοντας τον θάνατο. Γιατί και η αυγή και το δειλινό είναι ένας θάνατος , που αμέσως αναιρείται από το αντάμωμα.Μόνο ο έρωτας αναιρεί τον θάνατο , αναιρεί το τέλος , αναιρόντας συνάμα την αρχή , επιβεβαιώνοντας το άπειρο .Την αιώνια ύπαρξη .Το φως και το σκοτάδι , ζούν μέσα στον έρωτα .Είναι το ιδανικό μέρος για να συνυπάρξουν , ν ΄αγαπηθούν και να δημιουργήσουν νέες μορφές , μα και νέες σκιές.Το αιώνιο νέο . Το αιώνιο καινούργιο . Μια αέναη κίνηση , στο διηνεκές.Μιά μελετηρή επανάσταση .Ομορφιά . Η υπόσχεση μιάς άνοιξης ταξιδιάρας , ότι θα επανέλθει . Μιάς άνοιξης που ταξιδεύει μέσα στο σκοτάδι , παρέαμε το φώς. Που κοιμάται στα πρόχειρα δωμάτια των ονείρων , για να ξεκινήσει ξανά , παρέα με μια καινούργια αρχή και ένα καινούργιο τέλος.Παρέα με τα βήματα που δεν έχουν περπατηθει ακόμη, σε δρόμους άγνωστους που δεν έχουν οριοθετηθεί , που δεν θα οριοθετηθούν ποτέ.
Η μόνη επιθυμία των δρόμων είναι να υπάρχουν , καινούργιοι και απάτητοι μέχρη που κάποιο όνειρο να δημιουργήσει τα μονοπάτια τους.
Και σε κάθε σταυροδρόμι τους , η ύπαρξη της επιλογής σε χιλιάδες συνδυασμούςπου ζωγραφίζουν το καινούργιο.Που το παλιό αποκτά νόημα γιατί αντί να τελειώνει , ξαναρχίζει με νέα μορφή.
Ενας ατέρμονος συνδυασμός ο χρόνος .Μιά εφεύρεση του ονείρου.Ετσι για το παιχνίδι . Για τη χαρά του παιχνιδίσματος της σκιας και του φωτός , στα άγνωστα νερά του απείρου.
Ασπρόμαυρο ρόδο η σκοτεινιά , ψάχνει το πολύχρωμο δίχτυ της άνοιξης . Σκιές που εναλασονται σε μια βροντερή σιωπή.Είναι τόσο σιωπηλοί οι ήχοι όταν είσαι ξένος μέσα σε μια πολύβουη συνάθροιση, που δεν είναι δικιά σου αλλά είναι τόσο οικεία σε σένα. Οσο οικείος είναι ο ορίζοντας στην απεραντοσύνη.
Κάποιες στιγμές είναι άδειες , μόνο και μόνο για να υπαρξει χώρος να γεμίσουν. Να γίνουν ένα με το αντάμωμα.Για το σκοτάδι και το φως σημασία εχει μόνο η στιγμή , που δεν υπάρχει μόνπο στο ένα ή μόνο στο άλλο , αλλά και στα δύο μαζί.Για να υπάρξει το μαζί , υπάρχει μια προ’υ’πόθεση . Να εχει υπάρξει πριν , το καθένα μόνο του.
Καρδιά μου ταξιδιάρικη όλο σε βρίσκω αρόδου , δε θέλεις δρόμο κεντρικό , όλο γλακάς παρόδου.
Κι υστερα έπεσε βαρύ πέπλο στη ξαστεριά σου κι αν είσαι σπίθα μοναχή , θυμίσου τη φωτιά σου.
Του κόσμου τ’ άνθος το κρυφό , νερ’αιδες θα μαζέψουν  , τ’ ονείρου καβαλάριδες , στο φως για να το ζέψουν.
Του μισεμού το κάλεσμα κι ο λύκος στη σιωπή του , μόνος γιατρεύει τους καιρούς , γλυφοντας τη πληγή του.
Φτερά κάνω τις ρίζες μου και τριγυρνώ τον κόσμο και πίνω τις ανατολές , με των ανέμων δυόσμο.
Αστρη και ανεράιδες στ ‘ όνειρα χαιρετώ ‘ σας και στης ψυχής μου τη νυχτιά , αγγίζω σας , καλώ σας. Πετώ μακρά σκοτάδια μου , ‘ πο κάστρα που στοιχειώσαν και βριχνω στις ομίχλες τους , καρδιές που δυναμώσαν . Ψυχές απού εχάραξαν τους δρόμους των ονείρων και ‘ γιναν αναστεναγμοί , των , μέσα μου , ηπείρων . Και βρήκα χώρες μυθικες , που ζούσανε κρυμένες στους κόσμους των παραμυθιών , μ’ανατολέ ντυμένες . Και ύστερα περπάτησα στις νύχτες που ποθούσα κι έγινα χτύπος της καρδιάς , πελάγων π ‘ αγαπούσα. Στην εδική μου τη καρδιά ποτέ δε ξαστερώνει , γιατι εχει πάντα καταχνιά κι άστρο δε τη σιμώνει . Μα ‘ συ αστέρι μου μπορείς , τα νέφη να τα διώξεις και σαν λαμπρό αυγερινός ,το φως να ξημερώξεις.
Ραγίζει δράκοντα φτερό κι ο νούς αναστενάζει  και το σημάδι του ο καιρός , στο βλέμα του χαράζει.
Κι αν είναι ο κόσμος όνειρο , στο τώρα π ‘ ανταμώνω , δικές μου δύσεις και αυγές , στη μοίρα ασημώνω.
Δε σκιάζομαι απ ‘ του καιρού το μαύρο το τεφτέρι , με χιλιοπλούμιστο σκαρί , θα γίνω αυγής ξαθέρι .
Ηντα κι αν επληγώθηκε του νου το μονοπάτι , ‘ γω καβαλάρης θα γυρνώ με μαγεμένο άτι.
Αητός πετρίτης έφυγε απ’ τα ψηλά τα όρη , για χάρη μίας περδικας , πληγές π ‘ επαρηγόρει . Και μόλις κλείσαν οι πληγές , χρόνους που τον ματώναν , εσκότωσαν την πέρδικα , τ’ όρη και τον μαλώναν. Γιατί οι πληγές που μάτωναν του αητού το σώμα , ήταν αυτές που λεύτερο τον κράταγαν , ακόμα.
Ηντα να πώ στη λύκαινα – νύχτα και τα’ ουρλιαχτό τζη , αίμα – ανάσα τα ‘ ουρανού , είναι το φυλακτό τζη.
Οντε θαν ‘ έρθω  θα’ ναι οσαν να φεύγω από σένα , θα είμαι εκεί , πολύ μακρά , στ ‘ όνειρου τα σπασμένα.
Ακόμα και η θάλασσα κάποτε τελειώνει , στην άκρη άπιαστων στεριών , η σκέψη που ματώνει .
Ούτε και γή μηδέ ουρανός , δεν το κατέουν τούτο , πότε θα μάθει η λογική , του όνειρου τον πλούτο.
Δεν εχεις ‘ συ τη δύναμη , τη ζήση μου να ορίσεις , για ‘γω θα στήσω παγανιά στ ‘ όνειρα πριν ξυπνήσεις.
Οντ ‘ απ ‘ τα τρίσβαθα του νού βρουχάται το σκοτάδι , δώσε του πόνου μαχαιριά , κόψε τον σαν υφάδι.
Κρυφή ακτίδα της αυγής , πόθους που ανταμ΄ωνεις , σκοτάδι που τους γέννησε και ‘συ , τους δυναμώνεις.
Οντ ‘ όσα είναι περιτά , πίσω εχεις αφήσει τότε μπαχάρι της αυγής , έχεις σ ‘ αυτή τη ζήση.
Νομίζεις είμαι άρριζος και όλο αλαργιεύω ; μα ‘γω τις ρίζες μου πανιά κάνω και ταξιδεύω.
Δεν εγεννήθη η μοναξιά γι ‘ αυτό σε θ ‘ αποθάνει , υπήρξε πριν απ ‘ την αρχή και τέλος δε τη πιάνει .
Φτέρη , της γης το χα’ι’δεμα και της αυγής το γέλιο , ποια ξωτικά σε μάγεψαν στης μοίρας το θεμέλιο.
Κτυφό τα’  ονείρου γύρισμα στης απαρχής τσι  τόπους , για να ‘ ρθω εκειά ταξιδευτής , θε να ‘βρω χίλιους τρόπους.
Ο στεναγμός οσο βαρύς , οσο βαθύς και να ‘ ναι , πόνου ανάσα ξεψυχά , καημών απου περνάνε.

Χάδι , κλαδί της ξαστεριάς , μαχαίρι εισαι πάχνης , κόβεις στα δυό τη μοναξιά στους ασκιανους που ψάχνεις .

Του σκοταφιού εμήνησα να στέκει μακριά σου και να μην στέλνει ασκιανούς μεσα στην αγκαλιά σου.

Αν θες να δεις τη ξαστεριά νυχτα να να μη κοιμάσαι και μερα να παλευεις την , κόπους μη συλογάσαι .
Δεν εχει ταέλος η νυχτιά , δεν εχει η μέρα άκρη κι ειν ‘ η ματιά σου απανεμιά στου στεναγμού το δάκρυ.
Μπαχάρι φρεσκοέτριψα να ρίξω στις στιγμές σου , να γίνουν κρασοκαυτερές οι νύχτες κι οι αυγές σου.
Πάνω στις πολεμίστρες τους σε κρεμαστά καστέλια , βγηκε ανθός της χαραυγής στου γέλιου σου τα τέλια.
Οι ρίζες μου είναι βαθιά , πολλά βαθιά στο χώμα , γι ‘ αυτό και τις ποτίζουνε οσοι ειν ‘ στον Αδη , ακόμα.
Ομιχλη γιάντα κρυβεις μου τους δρόμους να γνωρίσω , κόσμους κρυφους κι ότι ηξερα στο δείλι να χαρίσω .
Θέλω να μάθω , να ρωτώ , να ψάχνω και να βρίσκω , σε μακρινούς αστερισμούς , ας πάω και με ρίσκο.
Εδώ εβγήκε δυνατός ηλιος το μεσημέρι και ‘ συ μου λέγεις ψάχνεις ‘ με κρατώντας καντηλέρι.
Ηντα θαρρείς ; πως δε μπορώ τιμόνι να κρατήσω ; άνεμε , κι αν με έκανες φουρτούνες να μετρήσω.
Ειν’ η ζωή σταλιά αλμυρη του ουρανού το δάκρυ , νερό καρδιάς ανε διψάς , αιώνια , διχως ακρη.
                                                                                                                         
Ζεστού καφε η συντροφιά το βλεμμα της ψυχης σου , καπνού σιγοψιθύρισμα λόγια παλιά της γης σου .

Σκέψεις σκαλιά κι ο νους παιδί ανεβοκατεβαίνει , βήμα μικρό κι αμοναχό απ ‘ ασκιανούς που βγαίνει .

Φύσα αέρα δυνατά στου νου τις χαραμάδες , να γινει επανάσταση στης σκέψης τις κορφάδες .

Ειν’ η ζωή σταλιά αλμυρή , του ουρανου το δάκρυ , νερό καρδιάς ανέ διψάς , αιώνια , διχως ακρη.

Πνίγω στο φως των αστεριών τη πιο κρυφή κραυγή μου κι αν εκλεψες το αίμα μου , δεν εχεις τη ψυχή μου.

Χιλιες του νου μου χαραυγές και χίλιες της καρδιάς μου , του σκοταδιού μου ερωντα κι ανάσα της νυχτιάς μου.

Κι αν έχασες το δρόμο σου θυμήσου σου ‘ χα δώσει , μαχαίρι να μου το φυλάς τ’ όνειρο μη πληγώσει .

Σε αγαπάω πιο πολύ απ ‘ ότι αγαπά η αγάπη , λέξη μη λες μον ‘ νιώσε το , αυτό που θέλω να ‘ πει.
Αιμα τα’ αυγης σα μια κραυγή πονου απου γεννιέται , πονου απου γιατρευτηκε κι όμως δε λησμονιεται .

Καστρα του νοτου η ανοιξη που ‘ χει καταχτημένα , κρατούνε την ανασα μου χρονους μακρά ‘ πο μένα.

Αστρο της νυχτας σιωπηλό εις της αυγης την ωρα , ειν ‘ της καρδιάς μου ξενητιά των ομαθιών σου η μπορα.

Ο σεβασμός της λησμονιάς εις την αθιβολιά σου , ηλιογραμμένη ‘ πεθυμιά σα χάδι στα μαλλιά σου.

Δυό καταράκτες κρύσταλα , ψάξε μα δε θα βρεις τα, της εδικης μου της καρδιάς , τα θέλω  κι αν ποθεις τα.

Νερών θα γινω γητευτης το δάκρυ να γητεψω , στα ματια σου να μη φανεί , χρόνους κι αν καρτερεψω .

Ζεστού καφε η συντροφιά το βλέμμα της ψυχης σου , καπνου σιγοψιθυρισμα  λογια παλιά της γης σου .

Σκέψεις σκαλιά κι ο νους παιδι ανεβοκατεβαίνει , βήμα μικρο κι αμοναχό απ ‘ ασκιανούς που βγαινει.

Φύσα αέρα δυνατά στου νου τις χαραμάδες , να γινει επανασταση στης σκέψεις τις κορφάδες .
Στου σκοταδιού τα ‘ αντάμωμα φως μου πριν ξεψυχησεις , κρύψου στο σωμα τα ‘ αστεριων , σαν ερωντας να ζήσεις.

…Κι αν φυγεις , αστρο μιάς στιγμης που ‘ πεσε μες ‘  τη λήθη , του νου η πένα σ ‘ εκανε των κάστρων παραμύθι.

Ανειπωτη ερώτηση η σκέψη μου στο νου σου , μπαχάρι στις αγορές τσ’ αυγης , καιει τους λογισμούς σου.

Τ’ αυγερινού το πέταγμα στο αιμα της αυγης του , ξεκινημα στο άπειρο , στο τελος , στην  αρχη του.

Σ ‘ όσα κομμάτια θρύψαλα η ζηση μου κι ανα σπάσει , θα γινουνε αθιβολιες στου έρωντα τη χάση.
(αθιβολιές : αναμνήσεις. Χάση : το τελος , το τελειωμα.)
Βροντή , κραυγη του κεραυνού , στου σκοταδιού το υφάδι , σκίζει τ’ αραχνοδιάφανο του στεναγμού σου χάδι .

Όλα τα ρόδα της αυγης σου τα ‘ χω χαρισμένα , ‘συ μόνο ξέρεις στη ψυχη ηντα κρατώ κλεισμένα.

(Η νυχτα)… λύνει τα μαυρα της μαλλιά μεσ’ τ’ ουρανου τ’ αλώνι και κοκκινίζει από ντροπή κάθε που ξημερώνει.

Αιμα τσ’ αυγης σα μια κραυγη πόνου απου γεννιέται , πόνου απού γιατρευτηκε κι όμως δε λησμονιέται.