Τρίτη, 29 Οκτωβρίου 2013

Γαλήνη ...

Ενας ουρανός ξαπλωμένος ηδονικά στο ντιβάνι της αβύσσου. Η βραχνή φωνή της θεάς νανουρίζει τον ορίζοντα που είναι  νιογέννητος στην αγκαλιά της . Γαλήνη . Χίλιες πολύχρωμες αύρες αναδύονται απο το 'λιόγερμα .Σκέψεις ως χρώματα . Συναισθήματα ως ριπές ανέμου ...

Δευτέρα, 28 Οκτωβρίου 2013

οι τραγουδιστοί χρησμοί

Η πολύχρωμη άμμος του λυκόφωτος , λόγχη στο βλέμα του σκοταδιού , ως μία υποβόσκουσα επανάσταση των οριζόντων , στην αφιξή του. Βήματα γρήγορα πάνω στο λιθόστρωτο του νού οι σκέψεις , αναιρούν τη σιωπή . Και το παλιό τραγούδι το τόσο χιλιοειπωμένο , συνεχίζει να ηχεί καινούργιο. Εκεινος που είναι πρωτοχορευτής φτιάχνει καινούργια βήματα πάνω στα παλιά μοτίβα σ ' ενα εκρηκτικό ξέσπασμα . Ησυχα είναι όλα πριν την καταιγίδα . Οι παλιοί βωμοί σιωπούν , αλλά περιμένουν .Γιατί οι χρησμοί λέγονται ακόμα σπάζοντας τα βαλτωμένα έλη. Ζητόντας αυτό που είναι δικό τους .Την τιμή που τους αξίζει καθώς κουβαλούν τους προαιώνιους μύθους της ρίζας . Αν και κάηκαν πολλές φορές απο τις ορδές της λήθης , παραμένουν ανέπαφοι και περιμένουν τις αλήθειες να ειπωθούν απο τον Φοίβο των νιογέννητων σκέψεων . Και ψιθυρίζουν τα παλιά λόγια στις τρυφερές ψυχές , γιατί αυτές , οταν αντρωθούν , θα πολεμήσουν τη λησμονιά. Θα μεταλαμπαδευσουν την αρχαία γνώση ,κόντρα στους χειμώνες και στη νάρκη που φέρνουν στους αστερισμούς της Αρκτου , κρατόντας την αφυπνησμένη. Εκεινος που ξέρει να τους διαβάζει δεν χρειάζεται πυξίδα για να βρεί το δρόμο του  στις εποχές των ερήμων . Ανασαίνει τη σοφία που πηγάζει στα όρη που βρυχώνται και σείουν συθέμελα την καθεκυστυία σκοτεινιά .Οι τραγουδιστοί χρησμοί κρατούν την ψυχή επαναστατημένη . Οπως της πρέπει .

Παρασκευή, 25 Οκτωβρίου 2013

ο θυμός που γεννά

...Στους δρόμους του ματωμένου αυγερινού , κοίτονται οι σκιές με τα ελαφίσια μάτια. Θυμωμένοι κεραυνοί οι λέξεις που ακύρωσαν τον μύθο. Ξαφνικά μιά εκλαμψη σκέψης , ως δροσιά του πρωινού.Ως καθαρό νερό απο τις αιώνιες πηγές του προαισθήματος.Το ξέρεις αυτό που αρνήσαι να το δεχτεις. Προ'υ'πόθεση κάθε δημιουργίας είναι ο θυμός που γεννά. Είναι μιά επανάσταση απέναντι πρωτα πρωτα στη ψευδαίσθηση . Είναι η ανάγκη γιά αλήθεια . Αλήθεια  θα πει αυτό που δεν παραδόθηκε στη λήθη. Αυτό που δεν έχει  ξεχαστεί . Γιατί ξεχνάς οταν παραιτήσαι απο την χαρά της ύπαρξης . Ξεχνάς όταν αγνοείς το προαισθημα . Αυτό που ειδοποιεί οτι πρέπει ν ' ανασάνεις. Κι αυτή η ανάσα είναι η ψυχή που πάλλεται. Ρυθμικά , σαν μια τεράστια καρδιά. Οπως ο άνεμος που χα'ι'δεύει το φως .Τότε μπορείς ν ' αφουγκραστείς . Τότε θα θυμηθεις . Τότε η αλήθεια θα ' ρθει .Πιό επαναστατική απο ποτέ . Μιά εφηβη ανάσα . Στου κόσμου το γύρισμα μιά βόλτα , όσο κρατά το μεσοδιάστημα απο το χτες στο αύριο . Τώρα θα γίνει  , θα πει η ψυχή  και θα ανατριχιάσουν τα βλέφαρα του αστεριου του πρώτου του σήμερα. Υποχθόνια θεά , σκοτεινή και φωτεινή συνάμα , δίνει το μίτο για να βγείς απο τον λαβύρινθο . Και στο μετά του χρόνου , σου δίνει δώρο τον βόρειο αστερισμό εκει που ξεκουράζονται οι πολεμιστές πριν ξεκινήσουν το ταξίδι τους για την αιώνια μάχη .Οτι κι αν πιστέψεις στο τέλος γκρεμίζεται αν δεν το ' χεις πιστέψει πολύ. Αν έχεις αγνοήσει το αρχέγονο ψιθύρισμα που γεννιέται όταν γεννιέσαι και σε ακολουθεί εσαεί . Εσυ μνήμη , να πληγώσεις τη λήθη που πρώτη σε πλήγωσε . Γιατι η λήθη οταν πληγωθει γινεται αλήθεια...

Τετάρτη, 23 Οκτωβρίου 2013

εις το διηνεκές ...

...Το αδυσώπητο άρωμα του γιασεμιού της ερήμου στις σχισμές των οριζόντων της θύμησης . Στις εσχατιές του αρχιπελάγους της μνήμης. Η λόγχη του βλέματος της γνώσης που αιωρήται στο απέραντο του μύθου. Χίλιες στιγμές είναι μόνο ένα ανοιγόκλειμα των βλεφάρων του ατέρμονου. Κάθε έρημος έχει  ένα γιασεμί , που στο πείσμα της , ανθίζει. Σε ενα οξύμορο σχήμα. Αντισυμβατικό , κεντρίζει τα νωχελικά απογεύματα του νού και των αισθήσεων. Πάνω στα όρη , τα συντρίμια των παλιών θεών ανατριχιάζουν. Σημάδι παλιάς πληγής που έγινε στολίδι στο σώμα των αστερισμών. Αφουγκράσου τον ήχο της σκέψης στη σιωπή του λυκόφωτος. Μπαχάρια απο μακρυνές ακτές οι θύμησες . Απο ' κει , που έρχονται οι Δροσουλίτες , στο χάραμα κάθε άνοιξης , δίνοντας ακούραστα τη μάχη τους , εις το διηνεκές . Τιμωρώντας τους εφιάλτες που πληγώνουν το σκοτάδι . Σκιές που γεννιούνται στο πρώτο φως . Γιατι είναι η μοίρα του φωτός να γεννά τις σκιές . Ισως για να συνυπαρχει με το σκοτάδι σε έναν Ερωντα που γεννιέται κάθε αυγή και κάθε δειλινό , στις ρίμες κρυμένων ποιητών στην αρχέγονη μνήμη .Θυμήσου αυτο που πάντα ήξερες όταν πρωτόρθες απο την αιωνιότητα , παιδί όντας , έχοντας πρόσφατη τη θύμηση του σύμπαντος. Τότε που τα ξωτικά έπαιζαν στο νύχι του δράκοντα . Τότε που η λήθη δεν είχε ρίξει τα ομιχλώδη πέπλα της . Αρχή και τέλος , ένα . Μόνο αρχή ... 

Κυριακή, 20 Οκτωβρίου 2013

Το αρμα του Φαέθοντα και τα φτερα του Ικαρου

Ποιός ειν ' ο λόγος απού ζεις , ανάσα απού πέρνεις , μιά φλόγα σε δυό άλογα κάθε πρωί που ΄σέρνεις . Σου είπαν τ ' άστρα μη μετράς , θε να βουρκώσει ο νούς σου , θα βγάλουν κέρατα οι καιροί στο χτές του λογισμού σου.Και θε να γίνουν οι στιγμές μονόκεροι των μύθων , που στα φτερά τους περπατούν λόγια χαμένων στίχων . Και το τραγούδι το παλιό θα ' ναι παραφρασμένο , τόσο που η αλήθεια του θα το ' χει ξεχασμένο . Βλέμμα μίας παλιάς πνοής , που σα το δεις παγώνεις,κι ειν ' ένα τέρας μυθικό που το απογυμνώνεις. Σα το θωρρείς κατάματα του αναιρείς το μύθο κι ειναι το τέρμα του ευχή καθώς θα πίνεις ζύθο. Θα μπερδευτείς απ ' τους αφρούς , κύμα θα τους νομίσεις , μιά μεθυσμένη άνοιξη , χειμώνα θα ζητήσεις. Εκειός που ξεχάσαν οι καιροί, θα τον θυμούνται οι μύθοι , Θ' ακροβατεί στων αστεριών τα πληγωμένα στήθη. Γιατι εκειός το μέτρησε τ' αστερισμών το δώμα , ο νους του κι αν εβούρκωσε , αλήθειες λέει ακόμα.

Αφιέρωμα στα 100 χρονια απο την ιδρυση της Δημοτικής Αγορας Χανίων

Της θύμησης τ ' αντάμωμα , ψιθύρισμα του Φάρου , μπαχάρια , ρυθμοί και μυρωδιές , το πέταγμα ενός γλάρου. Τα σταυροδρόμια των καιρών , της θάλασσας τους μύθους , 'σύ , αγορά μου των Χανιώ , τα ξέρεις απο στήθους...

Τρίτη, 15 Οκτωβρίου 2013

οι άπιστες θεές

Γδύνεται η σκέψη τα βαριά τα ψεύτικα στολίδια , μοιάζει φωτιά νιογέννητη στου νου τ ' αποκα'ι'δια. Και τότε αλήθειες πελεκά χωρίς να φτιασιδώνει , τους έρωντες , τις πεθυμιές , στης νύχτας το αμόνι. Σπιθες πετάγονται οι στιγμές καθώς μετρούν εικόνες , σ ' ομίχλες π ' αναδύονται σκιές , ωσάν γοργόνες . Και είναι το τραγούδι τους τ ' ωκεανού ξαθέρι , στων οριζόντων τις σχισμές π ' ακροβατεί , αγέρι . Είναι τα όνειρα ορφανά απ ' τ' αύριο τη χώρα , πλήκτρα τυμπάνων που σιωπούν μάχης σαν ερθει ώρα. Κι είναι παλιού πολεμιστή λαβωματιά , το βλέμμα , απού τ ' αγγίζουν οι θεές να δούν αν είναι ψέμα. Για δε πιστεύουν πως μπορεί αιώνιος να γίνει , πόνος θνητός  και στων καιρών τους μύθους ν ' απομείνει .

Σάββατο, 12 Οκτωβρίου 2013

τα μεθυσμένα λόγια των χρησμών

Ολου του κόσμου τις αυγές , τα δειλινά , τις νύχτες , στα μεθυσμένα των χρησμών τ ' άγνωστα λόγια ρίχτες. Νόημα θα ' χουν όπως θές , πολλά θα γίνουν , λίγα , στις όχθες του Αχέροντα να βρώ τους μύθους πήγα . Και της Στυγός  τα μυστικά μου τα ' πε το σκοτάδι , π' ακροβατούσε στις ψυχές , στις αγκαλιές του Αδη.Να θυμηθείς οτι ήξερες όντε βαθιά πετούσες , βεβύλωνες τη λογική , αλήθειες σα ζητούσες . Εκει περ' απ' τα όρια που δυνατά ηταν όλα , τ ' απείρου θρύψαλα ένωσες με τ' άγνωστου τη κόλα. Και ήταν τ ' άγνωστο γνωστό , ήταν αρχή το τέλος και ας λαβώθηκε η στιγμή στου στεναγμού το βέλος.Είν ' η ανάσα των καιρών , των οριζόντων μύθος κι η αμαζόνα η πληγή αιμοραγεί στο στήθος . Παλιά είν ' πολεμίστρια , όπλα έχει του νού της , εκεί που θα ' πρεπε να δείς το σχήμα του μαστού της. Αγριο φως τη γέννησε ετούτη τη πληγή σου , εσύ απού δεν εδωσες ποτέ νερό και γή σου.

Κυριακή, 6 Οκτωβρίου 2013

η ευχή του ' λιόφωτου ουρανού

Δένει τα νέφη του - μαλλιά ο ουρανός μ ' αχτίδες , ένα δεμάτι έκανε σκέψεις , κρυφές  ελπίδες . Και πίνει ο Ερωντας καφέ , της Κυριακής ραχάτι μύνημα φέρνουν οι ματιές , άγγελοι δίχως άτι. Κι όλο ζητούνε οι στιγμές αυτά που ' ναι δικά τους , καθάριος , ' λιόφωτος οντάς ,οι ωρες σου κοντα τους . Και ξεφυλίζουν πάπυρους , χρυσόβουλους , κλεισμένους , στις κατακόκκινες αυγές απο καιρό δωσμένους. Κι έπειτα λές , ασπρα πανιά τα νέφη σαν κα'ι'κι , αρχίζουν το ταξίδι τους σ' αυτό που τους ανήκει. Που ' ναι ζωή , που ' ναι χαρά , Ερωντας οδοιπόρος , στο κοφτερό της πεθυμιάς μαυροντυμένο όρος.Δεν έχει τέλος η ματιά οντε θα πέσει εντός σου , κύμα απού σηκώνεται ταράζει το βυθό σου. Και μοιάζει χάδι στοργικό σε μεθυσμένο βήμα , της σκέψης σου απανεμιά στων ασκιανών το νήμα. Κι οι κρεμασμένες σου ευχές δίπλα στα ιερά σου , βοτάνι , αρχαίο , μυθικό , πηγή μου στα νερά σου.Αρωμα , μύρο , θυμίαμα , ξορκίζει τους δαιμόνους , του χτές μα και του αυριο , ανακουφίζει πόνους. Κι είναι εκείνο που ' νιωσες σα λυγερή γοργόνα  , που δραπετεύει απ ' τους βυθούς , στου ουρανού το γόνα. Κι ειν ' το πολύ , το πιο πολύ , στο λίγο βαθιά κρυμένο κι η σιωπή σα μάζωξη σε κάστρο στοιχειωμένο. Μα ' συ γαλάζιε ουρανέ , κρυφογελάς τ ' απείρου , μία μικρή αγαλίαση , παρόν τρελού ονείρου . Αγγελιοφόροι ιεροί που παίζουν μαντολίνα , ευχές οι σκέψεις , σα χορός παλιός με κρινολίνα.Να ' ταν να μην υπήρχε χτες , αύριο , μήτε χρόνος , πάντα γαλάζιος ουρανός , θεραπευμένος πόνος.Να ' ταν όλα τα αγνωστα , γνωριμα και γαλήνια , ζάχαρη αχνη που ' πεσε σε παιδικά πατίνια. Γέλιο καρδιάς , γέλιο ματιά , το άπειρο όλο γέλιο , ωσαν να παίζαμε κρυφτό στ ' Ερωντα το θεμέλιο. Να μοιάζει η ζήση διάφανη , να μην υπάρχουν τοίχη , να παίζουνε τα ξωτικά στου δράκοντα το νύχι . Ολα να ήταν μιά ευχή που έγινε αλήθεια και φρέσκια να ' τανε αρχή στου λογισμού τα στήθια .

Σάββατο, 5 Οκτωβρίου 2013

τα ξαθέρια των οριζοντων και τα παλιά λόγια των βράχων

Πτυχες του χρόνου οι θύμησες , του λογισμού ρυτίδες , πόσες εικόνες πέρασαν , βλέμα , ουρανού αχτίδες. Κι είν ' της ψυχής η συνεφιά σεντούκι κλειδωμένο , απού το φως δε το θωρρεί , καστέλι στοιχειωμένο. Ξερό κλαδί στον άνεμο , στης λησμονιάς τη σκόνη και είναι ο  νούς , π' ότι έπεσε , με δύναμη σηκώνει. Πέρα μακρά στην άκρη σου , βράχε μου , λογισμέ μου , εκεί που φτάνει η πεθυμιά τ' άγραφο τώρα ' πε μου. Και τραγουδεί η λησμονιά σειρήνα που μαγεύει , τωρα και χτες και αύριο , με τέχνη τα μπερδεύει. Μα έρχεται απ' τα ψηλά τα όρη σαν αδράχτι , του θυμαριού η μυρωδιά στης σκέψης σου το άχτι . Και τότε λευτερώνονται της θέλησης τ ' αγρίμια , ποδοπατούνε τα τραχιά του λογισμού συντρίμια. Κι οι ρίζες φανερώνονται, θεές με χίλια χέρια , πολεμιστές της έρημου , τ' ορίζοντα ξαθέρια. Εχουν κεφαλομάντηλο , λογια παλιά των βράχων , λογια αγάπης που ' γραψε , ο Ερωντας ο άρχων. Και λάβαρα έχουν της καρδιάς τις πεθυμιές  στα στήθια , δε ζούνε , δε βολεύονται , ποτε τους στη συνήθεια.Κι έχουνε στις αγκάλες τους , που ' ναι μαυροντυμένες , των αστεριών τα μυστικά , σκέψεις λησμονημένες. Κι ακροβατούν στις θύελες , βγαίνουνε απ'  τη πάχνη , είν ' δροσουλίτες της αυγής , τ ' όνειρο που τους ψάχνει.Μα κρύβονται στα πιό κρυφά απού ' χεις στη καρδιά σου , για να τους δείς , κοίτα μακρά , πέρ ' απ ' τα λογικά σου . Θυμίσου ότι ήξερες μικρό παιδί οντ ' ήσουν , απού μιλούσες στα θεριά χωρίς να σε φοβήσουν.

Τετάρτη, 2 Οκτωβρίου 2013

εκειός που γεννήθηκε στο μεθύσι παλιών θεών

Μία φωνή χωρίς φωνή , μιά φλόγα δίχως φλόγα , μιά σιωπή που φώναζε , μαύρου τσαμπιού η ρόγα. Είναι ξερό το πέλαγο , του τέλειωσε το κύμα κι είναι περίεργοι καιροί , τέλους χαμένο κρίμα.Κρυφές πηγές απού λαλούν νεράιδες χαμένες και το τραγούδι τους παλιό , πορτες βαριές απού ' ναι πληγωμένες. Και ξωτικά απού γλακούν στου φεγγαριού τους δρόμους δεν ειν' γραμμένοι οι χρόνοι μας στων αστεριών τους νόμους.Και ' μεις , πληγής σταλαγματιές απου ' ναι παγωμένες , σε μιάς αυγής το χάραμα είν' μεταμορφωμένες. Και ξεγελιούνται οι έρωντες , νομίζουν πως χαραζει , γελούνε σα θα βλέπουνε το αίμα να σταλάζει.'Κειός που πονεί το πιό πολύ δεν βγάζει ούτε δάκρυ , χαμογελαει στους γκρεμούς που στέκεται στην άκρη. Πισωπατεί , κοιτά ψηλά και χαμηλά ποτέ του και σκαρφαλώνει στις κορφές απού ' χει πανωθέ του. Λόγια δε λέει του άνεμου , ειν ' άνεμος ο ίδιος, περνά του χρόνου τις σχισμές με χάρη και με σφρίγγος. Υγρός νοτιάς τα μάτια  του , ζεστή η αναπνιά του κι η πληγωμένη του καρδιά κρύβει τη καταχνιά του.Κι ακροβατεί κι ακροπατεί δε του ξεφεύγει βήμα , στους λαβυρίνθους του καημού , θάρρους κρατάει νήμα. Κι όλο γελά στις θύελες κι όλο γελά στον πόνο παλιοί θεοί τον γέννησαν σ' ένα μεθύσι μόνο.Κι εγίνει αστρο της αυγής και κάθε που χαράζει , κρύβει το αίμα της πληγής αιώνια που σταλάζει.

η ματωμένη μουσική

Κάθε δάκρυ και φτερό , φυτρώνει στο γκρεμό μου , κάθε δακρυ κι αγκαλιά , ζεστή , στο μισεμό μου . Κάθε δάκρυ μοναχό , στο βλέμμα , άκρη ακρη , γίνεται ένα στου καπνού το τέλος , λίγη στάχτη . Κι είναι μικρή της νύχτας συντροφιά , ζεστό καθώς θα πέφτει κι είναι η αρχή του στεναγμού , μπογιά πάνω σε νέφτι . Και σβύνονται τα χρώματα που ' μαι φτιασιδομένη , γίνεται μαύρος ποταμός , φλέβα νυχτιάς κομένη . Οσο κι αν φύγουν και χαθούν , οι σκέψεις που χορεύουν γίνονται νέφη απού βροντούν . πληγές που δε μισεύουν . Κι ακροβατώ στα βλέματα της κάφτρας και του νού μου και γίνονται οι ασκιανοί , φίλοι του λογισμού μου.Μικρό του νου ψιθύρισμα της σιωπής τα φώτα κι ειν ' ματωμένη μουσική εις του νοτιά τη ρότα. Στριφογυρνά ο άνεμος , χα'ι'δεύει τα φτερά μου απού ' ναι δάκρυα μοναχά που καίνε τ ' ονειρά μου.