Κυριακή, 9 Μαρτίου 2014

ως καπνισμένοι Ερωντες

… Η βροχή ήταν αδέκαστη , δακρύζοντας τα λιθόστρωτα των στιγμών . Σκοτεινοί λογισμοί ως καπνισμένοι Ερωντες- ρέοντα νέφη . Στάχτη που έσπασε η νύχτα , ως θρύψαλα κατόπτρου . Ηδονικός αναστεναγμός με μια κυνική ευαισθησία το λλυκόφως . Ανασαίνει η φλόγα , μακρινός αστερισμός που μίλις γεννιέται , το πάθος , ο πόθος . Ατέρμονη σκέψη που χρόνο δε γνωρίζει , η ανάμνηση . Ξορκίζει σα φιλί , στιγμές σε δρόμους νύχτας , θολωμένες από τη πάχνη του πόνου . Το ταξίδι . Το αντάμωμα . Η συνεχής εναλλαγή του άλικου πόθου . Κραυγή που ξεμακραίνει χωρίς ηχώ , η απουσία . Είσαι εδώ . Το ξέρω . Αλλά λείπω , ψιθυρίζει το φως στο σκοτάδι . Αρχέγονος μύθος που γεννήθηκε πριν το άπειρο , το σμιξιμο σε μια φλόγα , μια στιγμή που αρκεί , γιατι επιτέλους ενώθηκαν τα κομμάτια της . Πυγολαμπίδες στο άπειρο σκοτάδι οι σπίθες της ηδονής . Η σκέψη κρύφτηκε πίσω από τον καπνό του τσιγάρου . Πέρα από τα όρια κρύβεται η δυνατότητα .  Πέρα από το ανέφικτο κρυβεται το εφικτό . Μύρο σε μυστική πληγή , η γέννηση της αυγής απ’ το λυκόφως . Φάρος που τον έκλεψαν οι άνεμοι , μα αυτός αντιστέκεται ακόμα στην άκρη του πέλαγου .Υστερα από το ύστερα και στο μετά του πόνου , δυό σπίθες που ανταμώθηκαν  ηδονικά σε μια μακρυνή ακτή . Εκρηξη , τα χειμωνιάτικα κρίνα , στο άγγιγμα του άλικου , ανοίγουν σα μια ιαχή νικητήρια επι του Α χέροντος …. Ως καπνισμένοι Ερωντες.