Σάββατο, 24 Μαΐου 2014

Ο ΘΥΜΟΣ ΤΩΝ ΟΝΕ'ΙΡΩΝ


Γιάντα χτυπάτε τύμπανα τσ’ αθιβολιάς στο νου μου , θαρρείτε πως εξέχασα τα μυστικά του Αδη .

Ειν’ οι καιροί του Δαίδαλου παλιοί κι ας είν’ καινούργιοι κι ακροβατούν οι άνεμοι εις της καρδιάς τις θύρες.

Ηντα τη θέλεις την αυγή σκοτάδι σα δε ξέρεις κι αν δε θωρείς τ’ αόρατα στου δειλινού το δάκρυ .

Παλιά τραγούδια π’ ιστορούν ,παλιών πληγών τις μάχες , δεν είναι για να τραγουδάς σ’ ενός γλεντιού το δρόμο . Μον’ ειν’ για να’χεις λάβαρο σα γίνεις καταιγίδα.

Δεν ειν’ κρασί να πίνεις το , ύπνος για να ξεχνιέσαι , μον’ ειν’ νερό απ’ της Στυγός τ’ αθάνατα πηγάδια. Και όποιος πίνει απ’ αυτό όρκο βαρύ φοράει , της σκέψης τσ’ επανάστασης τα μαύρα τα στιβάνια. Που οδηγούν τα ζάλα του στ’ Αυγερινού το αίμα , εκεί απου ‘ ναι δίδυμα του νου τα ουράνια τόξα.

‘Αφοβα αναδύονται απ’ της Στυγός τους όρκους , π’ αν τους πατήσεις , οι θεοί , σε διώχνουν στα σκοτάδια . Και είν ‘ οι στράτες μοναχές απ’ τα δικά σου ζάλα , επίορκος ωσάν γενείς , στη λήθη σα θα πέσεις .

Δε θα θυμάσαι τ’ όνειρα κι αυτά δε θα σε θέλουν , σαν αρνηθείς τσ’ αλήθειας τους κι αυτά δε λησμονάνε .

Και μόνο σα θα θυμηθείς ήντα θα πει αγρίμι , θε να σου δώσουνε ξανά νέκταρ και αμβροσία .

Θα σε καλέσουν οι θεοί αντάμα τους να κάτσεις και θα γυαλίζουν οι αυγές τα μαύρα σου στιβάνια. Απου οδηγούν τα ζάλα σου στης μάχης το μετόχι , εκεί που όνειρα παλιά εσένα περιμένουν .

Μη φοβηθείς ν’ ακροβατείς , πέτα όπως σου πρέπει.

Παρασκευή, 9 Μαΐου 2014

ΕΝΤΡΟΠΙΑ ΑΝΑΔΥΟΜ'ΕΝΗ


Σπειροειδής ελιγμός . Απύθμενος δρόμος . Ελικοειδής άβυσσος που περιμένει την Αριάδνη .’Ενα φως που υφαίνει ευχές , το νήμα που σκοτώνει τα αδιέξοδα . Μια παιδική αταξία που κρύβει τη Δημιουργία η Εντροπία . Το ξεβόλεμα της σκέψης η Δράση . Αναιρεί τις ελώδεις αναθυμιάσεις της ακίνητης συνήθειας . Μέσα στις έλικες που μπλέκονται σε ένα ερωτικό χαώδες , κρύβεται η πνοή . Η επανάσταση εναντίον του συνήθους . Ο θάνατος του ‘Αδη . Η δημιουργία είναι το ξεβόλεμα του εαυτού . Κι η εντροπία η πηγή απ’ όπου προέρχεται . Καθαρά ύδατα σε μια διαρκή κίνηση , εκρήγνυται . Και γεννιέται ο νους . ‘Αβυσσος .‘Ένα βλέμμα που κοιτά το φως και κρατά την ανάσα του καθώς αναδύεται σε νέους κόσμους .Νέες θύμησες γίνονται οι Δρόμοι . Για να φτιαχτεί το καινούργιο πρέπει να ανακατευτεί πρώτα . Ν α φύγει  από την καθεστηκυία τάξη του .Να δημιουργήσει νέους συνδυασμούς , ανάδελφα πρωτότυπα . Αυθεντικά συναισθήματα . Η έκρηξη είναι πάντα ειλικρινής . Η Αλήθεια κρύβεται στο ανακάτεμα . Όχι στα στάσιμα βλέμματα ενός τακτικού βολέματος . ‘Ενας υποβόσκων ερωτικός στεναγμός το εντροπικό κάλεσμα της δημιουργίας που αναδύεται. Είναι η πάλη με το βυθό του Εντός που ζητά το φως των νέων συνδυασμών . Το καινούργιο αναιρεί τη παλιά σκέψη για να γεννηθεί . Το καινούργια θυμάται την αιώνια πηγή . Ανέγγιχτο . Σε έκσταση ερωτική είναι , φτιάχνοντας νέα σύμπαντα . Ο βυθός βρουχάται . Οι αστερισμοί δείχνουν τον δρόμο στη ξαστεριά . Όμως η Εντροπία είναι μια διαρκής καταιγίδα .Οταν είσαι μέσα στη καταιγίδα το δρόμο δείχνει η καρδιά . Ενας φάρος που πάλλεται ερωτικά , ατέρμονα , καλώντας ‘ σε να νιώσεις . Να αισθανθείς . Μια επαναστατημένη ανάσα γεννημένη από τους πιο μακρινούς βυθούς των αβύσσων , ζητά τη Δημιουργία . Ανακατεύει . Πάλλεται προς τα πάνω σε ένα αιώνιο στροβίλισμα για να γεννηθεί το καινούργιο . Αναιρεί το συνήθες . Και αναδύεται . Ενας Ερωντας ανατρεπτικός . Δημιουργία . Εντροπία Αναδυομένη ..

ΤΟ ΕΝΔΕΛΕΧ'ΕΣ 'ΑΛΙΚΟ


Χα’ι’δεύει ο καπνός ενός ετοιμοθάνατου τσιγάρου το θολό αλατισμένο λυκόφως . Το δάκρυ μιάς νεράιδας που ‘ χασε τα παραμύθια της . Κρυφό μετέωρο άγγιγμα , η σιωπή . Το άδειασμα της απουσίας . Ξεγελασμένη ανάσα , μια ρουφηξιά από φωτιά . Ξεγελασμένη γαλήνη . Στο τέλος μιάς διαδρομής η αναπάντεχη συνάντηση της αμφισβήτησης . Κρυφογελά και χαιρετά ‘σε καθώς ο νούς ζαλίστηκε από το τώρα και ζητά το αύριο . Να ‘ ναι το αύριο η απάντηση ? Η αμφισβήτηση δε ζητά απαντήσεις . Καταρρίπτει τις υπάρχουσες . Μια διαρκής ερώτηση . Και η μαγεία επιστρέφει . Το απλό είναι το πιο δύσκολο . Ευέλικτο πειρατικό βοηθά τα ρεσάλτα στις ναυαρχίδες . Το απλό είναι το δύσκολο . Το πιο δύσκολο απλό είναι ο Ερωντας . Ανατρεπτικός . Φτιάχνει ρωγμές στα στεγανά του εαυτού . Πρέπει να αμφισβητήσεις τη στασιμότητα και τη σύμβαση των στεγανών για να τον συναντήσεις , ψιθυρίζουν οι αστερισμοί. Πρέπει να αμφισβητήσεις για να αλλάξεις . Για να δεχτείς . Πρέπει να αμφισβητήσεις για να γίνεις αγρίμι . Είναι όμορφα τ’ αγρίμια. Κρυφογελούν στις αβύσσους . Αμφισβητούν τον φόβο . Γι’ αυτό δε φοβούνται . Ολο σε κάποια σχισμή του σκοταδιού θα τα βρείς να παίζουν με το φώς . Αντιλαλούν τα όρη το ερωτικό τους κάλεσμα. Είναι λεύτερα τ’ αγρίμια . Σπαθιά που κόβουν τα πιο δύσκολα δεσμά . Αυτά που είναι αόρατα . Αυτά που ο καθένας έβαλε συμβιβαζόμενος με το άδειο βλέμμα της ακινησίας . Ο νους , ο γεννημένος να πετά , βρουχάται σα πληγωμένος δράκοντας που ράγισε η αρχαία του αρματωσιά . Που ράγισαν τα φτερά του . Τότε , εκείνη τη στιγμή αμφισβήτησε τη μοναχική του γνώση . Αιώνες τώρα ήταν σε μια σπηλιά γεμάτη φλόγες και απαντούσε επί παντός . Όμως δε ρωτούσε ο δράκος , χάνοντας σιγά σιγά τις απαντήσεις του .Οχυρωμένος στη μοναξιά του .Κι ο Ερωντας ξέπλεκε τα δίκτυα γελώντας .Αυτός ήταν μια διαρκής εντροπία .Χωρίς ποτέ να βγαίνει καμμιά απάντηση από το είναι του. . Μόνο ένα εντροπικό φως , καμωμένο από τη συνεχή έκσταση της έκρηξης . Ένα ηφαίστειο . Μια φλογισμένη κορυφή που βρουχάται έχοντας συντροφιά της τα συντρίμμια παλιών θεών . Κι ένα σμάρι από άγριες μέλισσες κεντούν το θυμάρι . Και σε κάθε κέντημα λευτερώνεται το άρωμα των επαναστατημένων αισθήσεων . Των επαναστατημένων απαντήσεων που έγιναν επιτέλους ερωτήσεις . Αμφισβητώντας τη βαλτωμένη συνείδηση . Κεντούν οι άγριες μέλισσες . Κεντούν . Κι οι νύχτες γίνονται αυγές , που όπως ότι αρχίζει , είναι ματωμένες . ‘Ενας ανθός του Μαγιού που φόρεσε κόκκινο πανωφόρι για να κρύψει τις πληγές που του ‘ κανε  ο Βοριάς . Πρέπει να κοιτάξεις βαθιά για να γίνεις μια ματωμένη αυγή . Πρέπει να νιώσεις βαθιά για να γίνεις μια ματωμένη αυγή . Ν’ αφήσεις να σε κλέψει ο ‘Ερωντας για να γίνεις μια ματωμένη αυγή . Μέσα πολύ είναι το έξω . Οι κυνηγοί των κεραυνών το ξέρουν . Δημιουργία . Εντροπικό φώς . Ενδελεχές άλικο ..

Σάββατο, 3 Μαΐου 2014

Η ΚΥΝΙΚΗ ΓΟΗΤΕΙΑ ΤΩΝ ΑΓΡΑΦΩΝ ΔΙΑΔΡΟΜΩΝ

Το βοτάνι των αστερισμών μέθυσε τη νύχτα . Διαβάτης μοναχός , περιπλανιέται στα όρια της αβύσσου . Ο ‘Ερωντας κι ο θάνατος γίνανε αδερφοποιτοί πάνω στις ρούγες της ψυχής . Διαδρομές χωρίς χαραγμένους δρόμους . Περιμένουν να χαραχτούν από τα ζάλα της δημιουργίας. Η αυγή έχει ένα νυσταγμένο βλέμμα , αγκαλιάζοντας τον λογισμό και εραστή της . Ταξιδεύουν τα όνειρα πάνω σε δρόμους ορεινούς , έχοντας τη λάμψη του ‘Ερωντα να τους συντροφεύει . Η πληρότητα της ψυχής της γεμάτης συναίσθημα. Εχει μια σκληρή γοητεία . Την κυνική γοητεία των άγραφων διαδρομών . Αυτών που γνωρίζουν μόνο οι Εραστές και τ’ αγρίμια . Ένα αδυσώπητο ‘’φεύγα’’. Μια διαρκής αναζήτηση , πέρα απ’ τα σύνορα των στεγανών , που καταρρίφθηκαν. Ένα γεμάτο βλέμμα που ανάβει τσιγάρο στη θύμηση του ‘Ερωντα. Μια Ανοιξη που ξεντύθηκε τη ψυχή της . Και βούτηξε γυμνή μέσα στις ψυχές και στα βλέμματα . Μια ‘Ανοιξη που περπατά ξυπόλητη πάνω στο σκληροτράχηλο ‘’είναι’’ . Κι οι Εραστές χαράζουν τις διαδρομές , σαν να ‘ ναι αυτές τα αρχικά τους , πάνω στα βράχια των ονείρων . Κι άγραφες διαδρομές , πληγώνονται και παίρνουν μορφή και προορισμό . Ο προορισμός είναι το χάδι , η χαρά . Είναι το δάκρυ της πρωινής πάχνης , που σκουπίζει το πρώτο φώς. Ο δρόμος θα χαραχτεί από τους πρωτοχορευτές  . Εκείνους που αυτοσχεδιάζουν πάνω στην έκσταση . Ο ρυθμός είναι η ανάσα . Μια ανάσα που πάλλεται πάνω στα τύμπανα μιάς Αφροδίτης- Γαίας , καθώς γεννιέται το καινούργιο. Ο ‘Ερωντας σκοτώνει τον φόβο. Ο ‘Ερωντας  σκοτώνει τον θάνατο. Κι άγραφες διαδρομές , χαράσσονται . ‘Εχοντας μια κυνική γοητεία…

ΜΑΝΤΙΝΑΔΕΣ (ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ ΤΩΝ ΚΑΙΡΩΝ)

Κι αν ήξερα κι αν ήξερες κι αν ξέχασες , θυμάμαι , μένει στο νου χαραγματιά , πόνος που λησμονάμε.
Ειν’ μακρινός αστερισμός , πέλαγο ένα βλέμμα , οντε το ένα γίνεσαι με της ψυχής το αίμα

Μπέρδεψα αυγή και δειλινό ,δεν ξέρω αν ξημερώνει , (γ)ή αν το βλέμμα της νυχτιάς πίνω και με παγώνει .
Κρύες φωνές  παράταιρες σχίζουν τη σιωπή μου , βήμα , λιθόστρωτη κραυγή , κουράζει την αυγή μου.
Μια κούπα ζεστά όνειρα θα πιώ και θα μεθύσω , βοτάνι των αστερισμών , δάκρυ που θα σκουπίσω.
Γλυκιά μου Ανοιξη π’ ανθείς στα ματωμένα αλώνια , κάνεις τις φλόγες , ροδαυγές , στων ουρανών τα κλώνια
Μύρο απ’ την αγκάλη σου Θεέ μου ουρανέ μου , θε να σταλάξω στις πληγές που έχουν οι αυγές μου.
Ανθέ μου , εσύ απού ρωτάς θε να σου πω αλήθεια , οι εδικές μου Ανοιξες  ανθούν στα παραμύθια.
Ερώτηξα τον ουρανό τσ’ αγάπης ποιο το χρώμα κι είπε μου πως η ‘Ανοιξη δεν το ‘βρηκε ακόμα
Εκέντησε η ‘Ανοιξη μ’ ένα χρυσό αγκάθι , τους πόνους και τις θύμησες , στου νού το κατακάθι
Διαμάντι μοιάζεις φτωχικό μεσ’ τ’ ουρανού τα πλάτη ‘Ανοιξη απου σ’ έκλεψε του ‘Ερωντα το άτι.
Φώς μου και πως μαράθηκες στου δειλινού το δάκρυ , ‘Ανοιξες απου πέρασαν στης θύμησης την άκρη.
Καίω όλες τις ‘Ανοιξες , στις στάχτες τους , χορεύω , αητός εγώ γεννήθηκα , πετώντας θα παλεύω.
Ο ‘Ερωντας κι ο θάνατος είν’ δίδυμα κλωνάρια , γι’ αυτό καρδιά που αγαπά έχει του Αδη χνάρια.

Πέμπτη, 1 Μαΐου 2014

Ο ΚΑΒΑΛΑΡΗΣ Τ' ΟΥΡΑΝΟΥ

‘Ένα αδυσώπητο φως στο απέραντο .’Ενας απύθμενος ‘Ερωντας. Μια άβυσσος που βρουχάται στην άκρα της ψυχής. Κι ο άνεμος , καβαλάρης τ’ ουρανού . Χίλια χρώματα , χίλιοι λογισμοί , αστερισμοί στη νύχτα της σκέψης .Ψεύτη άνεμε πειραχτήρι .Αστειεύεσαι με τη φωτιά .Κι αυτή , γελώντας , θεριεύει . ‘Ένα πέλαγο το ψιθύρισμα των συναισθημάτων . ‘Αγγελοι κρυφακούνε το φώς , το κρυμμένο σε μύρια βλέμματα. Κι ο άνεμος ένας μαντατοφόρος Ερμής , που ντύνεται τα φτερωτά πέδιλα της ‘Εκρηξης . ‘Ένα χάδι σκληρό πάνω στο πρόσωπο του μεσημεριού της γαλήνης . Γάργαρο γαλάζιο που το λέρωσαν χίλιοι στεναγμοί . Οι ανάσες γίνονται ένα με τον άνεμο . Κι αυτός καλπάζει προσπερνώντας τις πεθυμιές και τις θύμησες.
Οι κεραυνοί έκρυψαν τ’ άρματά τους και σιωπούν. Και αφουγκράζονται. Φωνές που αφήνουν τα χνάρια τους στους φλεγόμενους δρόμους. Εναλλάσσονται οι στιγμές πάνω στο λευκό , φρεσκοπλυμένο σεντόνι της ψυχής. ‘Ενας αιώνιος ταξιδευτής πάνω σ’ ένα Αγιοργήτικο άτι ο άνεμος της επιθυμίας . Εθισμένος στην εναλλαγή . Εθισμένος στην κίνηση . Εθισμένος στο τώρα . Ρίχνει τις ριπές του πάνω στους βαλτωμένους εγωισμούς , πάνω στα βαλτωμένα βολέματα.’Ενας επαναστάτης άνεμος που είναι παντοτινός σύντροφος των πιο ψηλών κορυφών , των πιο απάτητων ονείρων . Εκεί που δεν υπάρχουν σπήλια για να κρυφτούν τα θεριά . Εκεί που δεν υπάρχουν σπήλια για να ξεκουραστούν τ’ αγρίμια . Μια διαρκής επανάσταση ο καβαλάρης άνεμος . Δεν τον κρατούν οι ουρανοί . Δεν τον χωρούν οι άβυσσοι της θάλασσας. Δεν ξέρει τα σύνορα των στεριών και των ερήμων . Η ανανέωση του τώρα , είναι η εναλλαγή των στιγμών . Στιγμιαίες μάχες με νικητή την έκρηξη. ‘’Πράξε’’ φωνάζει ο άνεμος . Δράσε . Λιώσε τη φθορά της ύλης . Λιώσε όλους τους φόβους . Χίλια κεριά αναμμένα σε μια μελωδία που υψώνεται , το ‘’να ζείς’’. Το να δημιουργείς . ‘Ένα χαστούκι σε κάθε τι το τυραννικό που προσπαθεί ν’ απλώσει τα δεσμά του .’’Εχεις το σπαθί’’ , φωνάζει ο άνεμος . Κι η αδερφή του η Ηχώ πολλαπλασιάζει τη κραυγή του . Η ψυχή πολλαπλασιάζει τη κραυγή του . Αδυσώπητο φώς , θα σε καταπιούν τα βλέμματα της σκοτεινιάς της ψυχής που πλαντάζει . Και τότε ο άνεμος θ’ απλώσει τα χέρια του και θ’ ανεβάσει  το φλογισμένο όνειρο πάνω στο άτι του . Χα’ι’νισσα ψυχή , γίνε ο καβαλάρης τ’ ουρανού.