Σάββατο, 26 Ιουλίου 2014

ΤΟ ΚΑΛΕΣΜΑ ΤΗΣ ΑΥΓΗΣ ( ΑΥΓΗ ΚΑΙ ΝΥΧΤΑ )


Το πανσέληνο θράσος σκότωσε όλα τ’ αστέρια – ευχές , Και ύστερα ήρθε η σκοτεινή θεά και έκρυψε στην αγκάλη της όλα τα ‘’θέλω’’ , ανασταίνοντάς τα .

Νύχτα , των έκπτωτων θεών και των ειλικρινών ηδονών .

Σε σένα προσεύχομαι βέβηλη σκέψη . Αιρετική ηδονή που σε χλευάζουν οι ανέραστοι .

Το άπειρο και η άβυσσος είναι σκοτεινά όπως και ο ‘Ερωντας . Το αδυσώπητο φως ,σκοτεινό κι αυτό αν το κοιτάξεις κατάματα.

Πίνω το ρόδι χιλιάδων σκέψεων και ο χυμός του λεκιάζει το λευκό της απουσίας .

Μεθώ από το άρωμα των κρίνων. Νύχτα , ελευθερώνεις όλα τ’ αρώματα . Νύχτα απομυθοποιείς όλα τα φανταχτερά φτερά των παγωνιών και τον υπεροπτικό θόρυβο που κάνουν οι άδειες φορεσιές του κουστουμαρισμένου ‘’δήθεν’’. Νύχτα της σιωπής , καθρέφτη του γυμνού εαυτού που ξεντύθηκε τα ‘’πρέπει’’ του γιατι δεν μπορεί να ξεγελάσει το ‘’είναι’’ του , καθώς έμεινε χωρίς το ‘’φωτεινό’’ του ακροατήριο.

Το βέβηλο φως πλάγιασε μαζί σου χίλια δειλινά χίλιες αυγές .

Σε σκότωσε και το σκότωσες σ’ ένα ατέρμονο κύκλο παθιασμένου ‘Ερωντα.

Σκοτώνεις κάτι από σένα όταν ερωτεύεσαι . Για να γίνει χάρισμα , κέρασμα στον αδηφάγο πόθο .

Νύχτα δεν με ξεγελάς . Εγώ και ‘συ είμαστε αδέρφια , γέννα ενός θυμού που κρατά ξυπνητή τη πληγή του ‘Αδη . Ψιθυρίζει η Αυγή.

 

ΕΡΩΝΤΑΣ


Στο τέλος της ανάσας ένας μικρός θάνατος . Ανασαίνω την ανάσα του αταίριαστου . Και πεθαίνω μαζί του . Ξένη πεθυμιά μα τόσο δική μου .

Ακροβατεί το κύμα σε μια ερημική έκσταση .

Ψυχή μου , που νυχτοπερπατείς ;

Αναζητά το φως το σκοτάδι . Κι αυτό έρχεται και τ’ αγκαλιάζει . Σ’ ένα σκοτεινό αγκάλιασμα γεμάτο φως .

Το δόρυ της σκέψης σκοτώνει την ατέρμονη σιωπή . Μα αυτή ανασταίνεται μέσα από το ψιθύρισμα των βλεμμάτων των Εραστών ενός απεγνωσμένου ανεκπλήρωτου .

Ο ουρανός κοιτά κατάματα τη θάλασσα και χάνονται κι οι δυό στην απεραντοσύνη .

Όλος ο νούς μια γαλάζια ανάσα. Αύρα που δροσίζει το ιδρωμένο μέτωπο της σκέψης.

Και ύστερα , ένα γέλιο παράνομο , σπάει τη καθεστηκυία σιωπή .

Λιωμένο μέταλλο – πετροχελίδονο , ο πόθος , φτερουγίζει πάνω στο ηφαίστειο της ψυχής , χωρίς να καψαλίζει τα φτερά του . Χαίρεται να καίει καθετί που έγινε συνήθεια . Είναι φωτιά που καίει όλα τα χορταριασμένα ‘’πρέπει’’. Είναι φωτιά που καίει τον εαυτό της όταν δεν έχει τίποτε άλλο για να κάψει .

Μια παράταιρη μελωδία που δεν ταιριάζει σε ψεύτικες εικόνες . Ένα κλαδί ξερό που εύχεται να καεί κι αυτό και να σκορπίσει στον άνεμο.

Χαμένος αετός – στάχτη που γίνεται ένα με τα ψαρά γένια – σύννεφα τ’ ουρανού.

Τι θέλεις επιτέλους ψυχή ; ρωτά ο νους .

Η καρδιά , ιδρωμένη Αυγή απ’ τον Ερωντα ενός Πάνα- καλοκαιριού , κοιμάται με την αγκαλιά ανοιχτή στον πόθο.

Το ταξίδι είναι χωρίς Ιθάκες. Δεν χρειάζονται Ιθάκες όταν έχεις μαζί σου ότι αγαπάς .

Δεν χρειάζεται γυρισμός . Είναι όλα μια συνεχής αναχώρηση . Ένα ατέρμονο ξεκίνημα .

Ένα αθάνατο φως που σμίγει με το αιώνιο σκοτάδι σε ένα άπειρο ζευγάρωμα , πέρα από συμβάσεις .        Πέρα από τις ερήμους και τις οάσεις .Ενα διαρκές ταξίδι χωρίς Ιθάκες .

Μια Τροία . Η αιώνια μάχη για μια κλεμμένη αγάπη.

 

ΔΙΑΦΑΝΑ ΘΡΥΨΑΛΑ ΣΙΩΠΗΣ


Κάθε  αγάπη έχει τη γεύση της . Διαφορετική, ακόμα και αν προέρχεται από τα ίδια υλικά . Ο συνδυασμός έχει σημασία .Αυτός θα δώσει την τελική εικόνα του Ερωντα. Ξεχωριστή για κάθε αναδυομένη θεά από τις αβύσσους της ηδονής.

Μοναχικός καθρέφτης , διάφανος , η σιωπή .Ο Δράκος της ψυχής ξυπνά και τον σπάει . Και κάθε θρύψαλό του , μια εικόνα , μια αθιβολή . Χιλιάδες θύμησες , θρύψαλα του χτες . Χορεύει ξυπόλητη η νεράιδα πάνω του και γελά , λιώνοντάς τα ακόμα περισσότερο .

Το τώρα είναι εδώ . Πάνω στα ματωμένα πέλματα του χτες , πάνω στη χίμαιρα του αύριο.

Σάββατο, 12 Ιουλίου 2014

ΜΕΘΥΣΜΕΝΗ ΕΥΧΗ


Μαγδαληνή της Ιεριχούς και της Βαβυλώνας η σκέψη , κοιμήθηκε με  όλα τα όνειρα και τα’ κανε νύχτα βαθιά και σκοτεινή . Υστερα ο Υπνος μεγαλοπιάστηκε και νόμιζε πως αφού δεν είχε όνειρα , ήταν ο ίδιος ο Άδης .

Η κάφτρα του τσιγάρου σιγοκαίει σα μεθυσμένη ευχή.

Στην άκρα του Αρχιπελάγους , πάνω σε έναν  βράχο , γυμνό από πόνους , τα ξωτικά της σιωπής έφτιαξαν μια καρδιά- φάρο ακοίμητο. Αυτός δε γνώριζε τον Υπνο , δε γνώριζε τα όνειρα. Ηταν ένας χα’ι΄νης φάρος. Πάντα του άρεσε να ψιθυρίζει στο νου , πως μόνο οι κοιμισμένοι έχουν όνειρα. Οι χα’ί’νιδες είναι πάντα ξυπνητοί, ακόμα κι όταν κοιμούνται με σκέψεις Μαγδαληνές , φτιασιδωμένες από το θέατρο σκιών της καθημερινότητας . Ο Αδης τους φοβάται.

Στο άδειο δωμάτιο της σιωπής ακούγονται τα ερωτικά καλέσματα του θεριού της ψυχής .      Ενας θεός χορεύει μέσα σε ένα ποτήρι- ωκεανό , σκοτώνοντας τις αθιβολιές . Αθιβολιά κι ίδιος , πεθαίνει για να αναστηθεί σαν αλήθεια . Σαν τον ατέρμονο κύκλο της Ανοιξης. Ζευγαρώνει με τη σκέψη –Μαγδαληνη και χάνεται μέσα στα φτιασίδια της.

Είναι ένα αδίσταχτο καλοκαίρι.Κι ο θερισμός πρέπει να γίνει μέσα στο φλογισμένο καμίνι του. Πάντα ο θερισμός γίνεται όταν η αδυσώπητη φλόγα , καίει τα κορμιά και λιώνει τα φτιασίδια.

Πρέπει να είσαι γυμνός στο μέρος της καρδιάς για να θερίσεις . Ανέγγιχτος κι ερωτικός , θεός και δαίμονας .

Ακοίμητος Ακρίτας , πάνω σε ξεχασμένες , απ ‘ τους πολλούς , πολεμίστρες .

Δεν μπορείς να γίνεις κάτι που δεν είσαι.

        Σειρήνα και Κίρκη , αντηχεί μέσα στη νύχτα , το εφήμερο.

Τι σημασία έχει ;

Γυμνός Μαραθωνοδρόμος , θερίζει τα χιλιόμετρα της σιωπής , μέσα σε ένα αδίστακτο καλοκαίρι. Και γεννά τα παιδιά της ψυχής.

Εκεί που τελειώνει το όνειρο , πεθαίνει ο Υπνος , γιατί έχασε την ανάσα του. Τότε είναι που γίνεται η ψυχή μια μεθυσμένη θεά που ζευγαρώνει με τους θνητούς πόθους , για να φτιάξει αθάνατες Αλήθειες , κόρες και γιούς μιάς κυκλοθυμικής Ανοιξης.

Αενάως ερωτευμένης . Αενάως επαναστατημένης . Αενάως σε μιαν έκρηξη. Που καίγεται σα τη κάφτρα του τσιγάρου για να χαρίσει τον πόθο για το τώρα. Μια φλογισμένη εισπνοή , καθώς αναδύεσαι από τις αβύσσους .

Σα την Αλήθεια μιας μεθυσμένης ευχής.