Σάββατο, 30 Αυγούστου 2014

ΣΠΑΣΜΕΝΗ ΑΥΓΗ ή Η ΞΕΧΑΣΜΕΝΗ ΑΝΑΣΑ


Ότι έχουμε , ότι είμαστε , μιάς σιγαλιάς σταγόνα , μία ευχή ψιθυριστή στων λογισμών το γόνα.

Οντε η ρυτίδα του θυμού , αμφιβολιάς σημάδι , θε να χαθεί , θε να σε βρώ , σ’ ενός καφέ το χάδι.

Θα γίνει φλόγα ο μισεμός κι ο πάγος θε να λιώσει , φιλί , τσιγάρου ρουφηξιά , που η σιωπή θα νιώσει.

Κι οι σκέψεις θε να φλυαρούν – κρυστάλινο ρυάκι , δρόμοι- Σειρήνες , σε καλούν , σπασμένη αυγή , το διάκι.

Μια πεθυμιά ακροβατεί σ’ ένα καπνό – χα’ι’νη κι είναι ο θυμός που καίγεται , γεύση γλυκιά αφήνει.

Κι ανοίγεις χίλιες αγκαλιές στ’ ορίζοντα τα πλάτη , ορθός στη ράχη στέκεσαι στου λογισμού το άτι. Και τρέχει αυτό στ’ αστερισμούς που έχεις σύντροφό σου , κρυφό σημάδι τ’ Ερωντα , στο κόρφο το δικό σου.

Και παίρνεις την απόφαση , λεύτερα να τ’ αφήσεις τ’ άνθη-πόθοι της σιωπής , τους φλόκους πια να λύσεις. Να ξεχυθούν στον άνεμο , μαλλιά –οι ωκεανοί σου , που ‘ ναι μακρά σα πεθυμιές , απλώσου , φως , κινήσου,

Κι ένα τραγούδι που ‘ ν παλιό, απ’ έφηβο παιγμένο είναι οι ρυτίδες π’ άλλαξαν , ξαθέρι μαγεμένο. Που λέγει σου , μη λησμονείς τσ’ ερήμους που διαβήκες , είναι αυτές που σου ‘ δωσαν τους δρόμους που ανήκες.

Κι ειν’ ιαχή ,του καθενός ,τα ζάλα που χτυπούνε κι ειν’ δυνατά και ρυθμικά , τη σκόνη τη διαλούνε.

Συντεταγμένα προχωρούν , με λάβαρο το βλέμμα , τ’ αυγερινού , που έκλεψες , απ’ των λυγμών το έρμα.

Κρυφό του νου ψιθύρισμα , σα ξεχασμένη ανάσα , δύτη , απου τον μάγεψαν , βυθού ψυχής , τα πάσα.

τα ξαθέρια των οριζόντων και τα παλιά λόγια των βράχων

Πτυχες του χρόνου οι θύμησες , του λογισμού ρυτίδες , πόσες εικόνες πέρασαν , βλέμα , ουρανού αχτίδες. Κι είν ' της ψυχής η συνεφιά σεντούκι κλειδωμένο , απού το φως δε το θωρρεί , καστέλι στοιχειωμένο. Ξερό κλαδί στον άνεμο , στης λησμονιάς τη σκόνη και είναι ο  νούς , π' ότι έπεσε , με δύναμη σηκώνει. Πέρα μακρά στην άκρη σου , βράχε μου , λογισμέ μου , εκεί που φτάνει η πεθυμιά τ' άγραφο τώρα ' πε μου. Και τραγουδεί η λησμονιά σειρήνα που μαγεύει , τωρα και χτες και αύριο , με τέχνη τα μπερδεύει. Μα έρχεται απ' τα ψηλά τα όρη σαν αδράχτι , του θυμαριού η μυρωδιά στης σκέψης σου το άχτι . Και τότε λευτερώνονται της θέλησης τ ' αγρίμια , ποδοπατούνε τα τραχιά του λογισμού συντρίμια. Κι οι ρίζες φανερώνονται, θεές με χίλια χέρια , πολεμιστές της έρημου , τ' ορίζοντα ξαθέρια. Εχουν κεφαλομάντηλο , λογια παλιά των βράχων , λογια αγάπης που ' γραψε , ο Ερωντας ο άρχων. Και λάβαρα έχουν της καρδιάς τις πεθυμιές  στα στήθια , δε ζούνε , δε βολεύονται , ποτε τους στη συνήθεια.Κι έχουνε στις αγκάλες τους , που ' ναι μαυροντυμένες , των αστεριών τα μυστικά , σκέψεις λησμονημένες. Κι ακροβατούν στις θύελες , βγαίνουνε απ'  τη πάχνη , είν ' δροσουλίτες της αυγής , τ ' όνειρο που τους ψάχνει.Μα κρύβονται στα πιό κρυφά απού ' χεις στη καρδιά σου , για να τους δείς , κοίτα μακρά , πέρ ' απ ' τα λογικά σου . Θυμίσου ότι ήξερες μικρό παιδί οντ ' ήσουν , απού μιλούσες στα θεριά χωρίς να σε φοβήσουν.

Σάββατο, 23 Αυγούστου 2014

Το άλικο μπλε


Κάποτε οι σκιές θα χαθούν στο βλέμμα του λύκου. Είναι τότε που ένας χαμένος καπνός θα αναδυθεί. Στο άλικο μπλε. Ως άλμα αύρας που ξεσπά. Σε μιαν αέναη εναιώρηση στον ήχο της σκέψης.

Ένα ταξίδι της αυγής . Ένα ταξίδι του δειλινού .

Στο λυκόφως των ήχων πεθαίνουν οι σκιές .

Μη πεις ποτέ ψέματα στις σκιές σου .

Οι σκιές είσαι εσύ όπως σε βλέπει το φως .

Κύκλοι που έγιναν κυματισμός και ξύπνησαν πριν τα πουλιά.

Κάποτε θα δούμε τις κερασιές , πριν το άρμα του Φαέθοντα γίνει βέβηλη πεθυμιά .

Θα είμαστε μόνο τα φτερά , χωρίς τον έκπτωτο άγγελό τους .

Ως άγραφοι δρόμοι της σιωπής.

Μη πεις ποτέ ξανά ψέματα στις σκιές μου ..

Παρασκευή, 22 Αυγούστου 2014

ΤΟ ΖΑΛΙΣΜΕΝΟ ΠΕΤΑΓΜΑ


Μαβιά σκιά- αστερισμός , σπίθα κρυφού ονείρου , καυτή ανάσα ξεψυχά στον ‘Ερωντα τ’ απείρου .

Λιώνει το φως στα βλέμματα , στ’ αγγίγματα , στις ήττες , μια ηδονή π’αναζητά πηγών αρχαίων κοίτες.

Και μια μιλιά ψιθυριστή , σα βογγητό του ‘Αδη , κόρη της Γης π’ αντάμωσε  , σ’ ένα χαμένο χάδι.

‘Ένα ιδρωμένο ‘’ σ’ αγαπώ ‘’ στο γύρισμα του θέρους , ένα , της νύχτας άγγιγμα , στου πιο κρυφού της μέρους.

Κι είναι μελάνι ο ουρανός  κι ειν’ η ψυχή εν άστρο και ένας κλέφτης ‘Ερωντας κουρσεύει σάρκας κάστρο.

Κρυφοπατεί η πεθυμιά μεσ’ σε μπαχάρια σκέψης, ότι είναι όλα εφήμερα , καλλιά να το πιστέψεις.

Κι ακροβατείς κι ακροβατώ κι η άβυσσος γελάει , σε τεντωμένη μια χορδή κι ο ‘Ερωντας τη σπάει.

Και πέφτουμε αιώνια , πολύ βαθιά εντός μας και ψάχνεις με και ψάχνω σε , μα νύχτωσε το φως μας.

Κι ειν’ οι βραδιές πάρα πολλές , οι ‘Ερωντες άλλοι τόσοι , είναι κρυφές λαβωματιές , των ηδονών η χρώση.

Είπα Ιθάκη δε ζητώ και γυρισμό δεν έχει , τσ’ αθιβολής το πέλαγο ο νους μου το αντέχει.

Δε θα’ ρθω , δε σ’ αναζητώ , θα ‘ ρθεις εσύ , το ξέρω , παίζεις πολύ με τη φωτιά , νερό δε θα σου φέρω.

Ανεμος , θα ‘ μαι , θύελλα , ως λέει τ’ όνομά μου , θε να σε κάψω κι ας καώ και ‘ γω και η καρδιά μου .

Κι είν ‘ πεταλούδα η πεθυμιά στο φως του δειλινού σου , το ζαλισμένο πέταγμα του πιο παλιού καημού σου.

Τετάρτη, 20 Αυγούστου 2014

ΜΑΥΡΗ ΦΤΕΡΟΥΓΑ ...


Μαύρη φτερούγα κείτονταν στο δρόμο σκονισμένη , σημάδι να ‘ ναι Ερωντα , καρδιά αητού χαμένη .

Κι ακόμα ήταν ανοιχτή κι αν κείτονταν πετούσε , άσμα παλιού πολεμιστή , νεράιδα που ξεχνούσε.

Κι ήταν η σκόνη , σκέψη ντου κι ήταν ο δρόμος μάχη , ειν’ ουρανός που ξέπεσε , δίχως αστέρια να ‘χει.

Κι όμως της νύχτας τα θεριά , του ‘Ερωντα τ’ αγρίμια , σεβάστηκαν το πέταγμα , που ήταν πια συντρίμια.

Και κάπου-κάπου μιαν ευχή κάποια γριά – Αφροδίτη , λέει για να ‘ χει συντροφιά στου στεναγμού τη κοίτη.

Και παλικάρια σα περνούν , πίνοντας , τραγουδώντας , δίνουν κρασί ωσάν σπονδή , τον ‘Αδη αψηφώντας.

Και ‘ γω διαβάτης που γυρνώ μαζί με τσ’ ασκιανούς μου , θωρώ τη και δωρίζω τη , στους θρήνους τους δικούς μου.

Και μια βραδιά καλοκαιριού , μια νύχτα φλογισμένη , θωρώ σπασμένο πέταγμα , να’ ναι η ψυχή ζωσμένη.

Μαύρη φτερούγα μοναχή , φορά μαύρα στοιβάνια κι αν είναι μια , δε σκιάζεται , πετάει στα ουράνια.

Και είδε όλα τα πέλαγα , τους ‘Ερωντες ,τα πάθη, που έζησα όπως κι αυτή και τώρα ο νους μου πλάθει.

Και τη  γροικώ να μου γελά κάθε του λύκου ώρα , πριχού η μέρα να χαθεί κι η νύχτα να ‘ ρθει τώρα.

‘Κειός που πονεί κι ανε πονεί , πολλά μακρά πετάει και για καρδιά έχει πληγή απού τον ξεδιψάει.

 

Δευτέρα, 18 Αυγούστου 2014

η ρωγμή των σκιών...


Πέρα από τους κρεμαστούς κήπους της Βαβυλώνας , πέρα από το φως των φάρων του αρχιπελάγους , πέρα από τα σπήλια των αγριμιών , στη ρωγμή των σκιών , κοιμάται η αγάπη μου . Εκεί που πεθαίνει ο χρόνος , που ανασταίνεται το ατέρμονο , κοιμάται η αγάπη μου . Πληγή των οριζόντων η κραυγή του πόθου. Η κραυγή της αυγής στη πρώτη ανάσα της , όταν γεννιέται. Η σχισμή του ανεκπλήρωτου είναι η πραγμάτωση . Επρεπε να χαθείς πρώτα στα όνειρα για να βρεθείς στην εκπλήρωση τους . Η αρχή είναι η στιγμή που είσαι έτοιμος να τραβήξεις τα πέπλα της ομίχλης .Ματώνει το άπειρο στην αρχή , ματώνει και στο τέλος του κύκλου του αδυσώπητου φωτός  ,στις πολυσύχναστες ερήμους των καραβανιών των ταξιδευτών , στα ορατά και τα αόρατα. .

το τέλος του απείρου

Η Φλόγα σκοτώνει τη δροσοσταλίδα . Και ύστερα μέσα από την πάχνη των λογισμών , ξημερώνει το άλικο. Πέρα από το μονοπάτι, κρύβονται τα ελαφίσια μάτια της πεθυμιάς . Πέρα από τους αστερισμούς , η κρυφή μουσική . Αν την ψηλαφίσεις , θα πει ότι έμαθες , … λέει το σκοτάδι στο φώς . Ζεστή σκέψη , αυτήπου τελικά αποδέχτηκε αυτό που αρνιόνταν , μα ήταν δικό της .Ενα γέλιο ξυπνά τη σιωπή . Και μέσα από το όνειρο , βγαίνουν , μεγαλοπρεπή , τα όρη της αυτογνωσίας . Το άπειρο τελειώνει όταν το κάνεις δικό σου . Όταν γίνεσαι ένα με αυτό. Η στιγμή είναι τότε που θα γεννηθεί το αληθινό . Αυτό που πάνατα υπήρχε αλλά περιμενε να το δεχτείς για να γεννηθεί . Μια σταγόνα που φλέγεται ξεφεύγοντας από την άβυσσο. Η άκρη είναι η αρχή. Η άκρη είναι το τέλος . Η σκοτεινή θεά των οριζόντων ράβει με τα μεταξωτά της δάκρυα . Ειπες ‘’είμαι εγώ ‘’ και το άπειρο κουλουριάστηκε στο ‘’εντός ‘’. Τώρα γίνατε φίλοι . Αγρίμι βρεγμένο που δεν αποχωρίζεται τα όρη για την εφήμερη ζεστασιά. Αναχωριτής της αυγής , άγγελος έκπτωτος , που τελικά βρήκε το δρόμο του , ο άνεμος.Ψιθυρίζει σε ένα πέλαγο αλαβάστρινα μαλλιά. Κι αυτά κυματίζουν , έρωντες πειραχτήρια. Εχει μια μουσική η σιωπή . Ξεχωριστή για τον καθένα . Εχει μια μυρωδιά η σιωπή . Ξεχωριστή για τον καθένα. Κοιμάται το σκοτάδιστα σεντόνια του φωτός , όταν αυτό λείπει . Του αρέσει . Νιώθει την αύρα του . Κι ας λείπει . Είναι εκει . Δικό  του . Περα από το συμβατικό . Το πεπερασμένο . Το άπειρο τέλειωσε . Εγινε δικό του . Γελάνε οι Δράκοι πισω από τα φλιγισμένα μουστακια τους . Τους αρέσει που οι νεότεροι μαθαίνουν . Γι αυτό ρίχνουν ένα τρυφερό , κρυφό χαμόγελο αποδοχής. Το μοίρασμα του μυστικού είναι αυτό που έχει σημασία. Το μοίρασμα . Όχι το μυστικό. Είναι δυσκολο να τα ξεχωρίσεις.Πρεπει πρωτα να πονέσεις μόνος για να δεχτείς το μοίρασμα. Το μυστικό δεν εχει και τόση σημασία. Είναι δικό σου και του άλλου , αυτό έχει σημασία . Να γίνετε η κρυφή ομάδα του ονείρου που συνωμοτεί γελόντας στους Ερωντες. Κι αυτοί κανουν πως δεν ξέρουν και στριφογυρίζουν αδιαφορα , με τα χέρια στις τσέπες τ’ ουρανού . Για να του κλέψουν την ανάσα και να την κάνουν το φιλί των πρωτων Εραστών. Να σπάσουν τους μύθους , σα ρόδι- αίμα , στους τοίχους των κάστρων που δεν έχουν λόγο να υπάρχουν. Γιατί η Ανοιξη άλωσε τις μοναχικές πολεμίστρες τους . Γιατι βρέθηκαν επιτέλους , στα ίδια σεντόνια ρου ‘’ εγώ’’ , το φως και το σκοτάδι . Σε ένα αιώνιο δώσιμο . Είναι το τέλος του απείρου . Ανάσα του δειλινού , καπνισμένη από τις καμινάδες της σκέψης . Δημιουργία . Αρωμα από το ιδρωμένο κορμί της Αυγής , η μυρωδιά της γέννησης του Εντός .Πεθυμιά που κρυβει το γέλιο της μη και το ματιάσουν τα μουχλιασμένα ‘’ πρέπει’’ . Βαθύ άλικο , ο θάνα τος του Αδη . Το άπειρο τελειώνει όταν γίνει δικό σου .

εις το δηινεκές ...

...Το αδυσώπητο άρωμα του γιασεμιού της ερήμου στις σχισμές των οριζόντων της θύμησης . Στις εσχατιές του αρχιπελάγους της μνήμης. Η λόγχη του βλέματος της γνώσης που αιωρήται στο απέραντο του μύθου. Χίλιες στιγμές είναι μόνο ένα ανοιγόκλειμα των βλεφάρων του ατέρμονου. Κάθε έρημος έχει  ένα γιασεμί , που στο πείσμα της , ανθίζει. Σε ενα οξύμορο σχήμα. Αντισυμβατικό , κεντρίζει τα νωχελικά απογεύματα του νού και των αισθήσεων. Πάνω στα όρη , τα συντρίμια των παλιών θεών ανατριχιάζουν. Σημάδι παλιάς πληγής που έγινε στολίδι στο σώμα των αστερισμών. Αφουγκράσου τον ήχο της σκέψης στη σιωπή του λυκόφωτος. Μπαχάρια απο μακρυνές ακτές οι θύμησες . Απο ' κει , που έρχονται οι Δροσουλίτες , στο χάραμα κάθε άνοιξης , δίνοντας ακούραστα τη μάχη τους , εις το διηνεκές . Τιμωρώντας τους εφιάλτες που πληγώνουν το σκοτάδι . Σκιές που γεννιούνται στο πρώτο φως . Γιατι είναι η μοίρα του φωτός να γεννά τις σκιές . Ισως για να συνυπαρχει με το σκοτάδι σε έναν Ερωντα που γεννιέται κάθε αυγή και κάθε δειλινό , στις ρίμες κρυμένων ποιητών στην αρχέγονη μνήμη .Θυμήσου αυτο που πάντα ήξερες όταν πρωτόρθες απο την αιωνιότητα , παιδί όντας , έχοντας πρόσφατη τη θύμηση του σύμπαντος. Τότε που τα ξωτικά έπαιζαν στο νύχι του δράκοντα . Τότε που η λήθη δεν είχε ρίξει τα ομιχλώδη πέπλα της . Αρχή και τέλος , ένα . Μόνο αρχή ... 

Πέμπτη, 14 Αυγούστου 2014

ΡΙΖΙΤΙΚΟ - ΛΑΦΟΝΗΣΙ ...


ΛΑΦΟΝΗΣΙ

(‘Επαινος στον Πανκρήτιο διαγωνισμό Ριζίτικου . Λαφονήσια 2014 . Σύλλογος Στιχουργών Ν. Χανίων. Δήμος Κισσάμου . Καστέλι Κισσάμου 13/8/2014 .  Αγροτικός Αύγουστος.)

Ρωτώ τσ’ αυγής τα χρώματα γιαντα’ ναι λαβωμένα , και μ’ απαντούνε πως θωρούν ψυχές στο Λαφονήσι .

Ψυχές απού γινήκανε σπίθες σε μάχης φλόγα και η κραυγή τους έβαψε τσ’ ακτές και τους ανέμους.

Κι ο Χάροντας εσκιάχτηκε σαν είδε δε ξεχνιέται η ανδειοσύνη κι η τιμή κι αν επεράσαν χρόνοι.

Και γίναν οι δροσοσταλιές , της χαραυγής το δάκρυ , αιμα-κρασί για να πλυθεί ο πόνος π’ αντικρίσαν.

Βαριά είναι η λευτεριά , βαρύς ο πόνος που’χει , θέλει τους νιούς να χάνονται στης μάχης το μετόχι.

Θέλει τις νιές να γίνονται του Χάροντα οι νύφες να μη τυχόν κι ατιμωθούν απ’ του εχθρού τα βέλη .

Κόκκινη άμμος-θύμηση , πληγή βαθιά στους χρόνους , οι μέλισσες τη τραγουδούν καθώς τσ’ εχθρούς νικούνε.

Θάλασσα μη πικραίνεσαι , αυγή να μη θρηνήσεις , γιατί οι ψυχές αλάφρωσαν , κάνανε τα που πρέπει.

Κι όμως τσ’ αυγής τα χρώματα , βαθιά ειν’ λαβωμένα …

 

Σάββατο, 9 Αυγούστου 2014

ρωγμη

Για να αποκτήσεις ότι είσαι πρέπει να αρνηθείς ότι έχεις ...

Η ΑΙΡΕΤΙΚΗ ΠΥΞΙΔΑ ( ΟΙ ΞΕΝΕΣ ΑΓΚΑΛΙΕΣ ΤΟΥ ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ)



Το αδιάκριτο φως του δρόμου έκρυβε τους αστερισμούς και λευτέρωνε τις σκιές. Έπιασε ένα βότσαλο από την ακροθαλασσιά της πεθυμιάς , το σημάδεψε και το έσπασε .


Τότε λευτερώθηκε η νύχτα , πιο γοητευτική από ποτέ. Οι σκιές χάθηκαν . Και η δικιά του σκιά χάθηκε επίσης . Στάθηκε και άκουσε τη σιωπή.


Κάποτε ο εαυτός κάνει πολύ θόρυβο και δεν ακούγεται η αγάπη .


Πρέπει να έχεις στροβιλιστεί μέσα στην αδηφάγο δύνη του κενού , να έχεις τρέξει πρώτα μόνος για να καταλάβεις πότε πρέπει να σταθείς . Και ν’ αφουγκραστείς τον ήχο των αστεριών .


Κάποτε πρέπει να χαθείς χρόνους πολλούς σε καυτές ερήμους , σε μοναχικές διαδρομές , για να βρείς στην άκρα του γκρεμού , λίγο πριν το πέταγμα , το γιασεμί της ερήμου.


Είναι περίεργο που όλα οδηγούν στο Νότο .


Μια πυξίδα αιρετική είναι η καρδιά. Που δείχνει αντίθετα απ’ ότι είθισται.


Μικρή κουκίδα στο πέλαγο του άγνωστου , που  είναι πια φίλος , που ήρθε αγνώριστος , μα τόσο οικείος .


Είναι πολύ κοντά το μακριά . Όταν το σύμπαν είσαι εσύ και εσύ το σύμπαν . Όταν έχεις γίνει ένα με το όλον απ’ όπου προέρχεσαι .


Φτάνει μόνο μια στιγμή να σταθείς και να το αφουγκραστείς . Και θα’ρθει κοντά σου . Γεμάτο ‘Ερωντες , κάτι ζεστές αυγουστιάτικες νύχτες που θα ‘ χεις χαθεί σε ξένες αγκαλιές . Καρδιά μου .

ΜΑΝΤΙΝΑΔΕΣ ( ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ ΤΩΝ ΚΑΙΡΩΝ ...)


Εκεί στην άκρα της ρωγμής , στο τίποτα , στο κάτι , θανε καλπάσω φλόγα μου με τ’ άλικό σου άτι.

Κι ανε χαθείς κι ανε χαθώ σε βρίσκω στο χαμό σου, ένα ψιθύρισμα φωτιά , ανάσα στο λαιμό σου.

Και ύστερα το τίποτα και ύστερα το ‘’όλα’’, τ’ άλικο αναδύεται στου γαλανού τη κόλα.

‘Ένα λευκό ωσάν το φως , σκληρό και χάδι αντάμα , ειν’ αητός που χάθηκε , ειν’ αμαζόνας τάμα.

Είναι τσιγγάνα θάλασσα που λικνιστά χορεύει , κύμα που φεύγει κι έρχεται κι ερωτικά αγριεύει .

Στερέωσε τη φούστα της μ’ αστέρια στις λαγόνες , η νύχτα και γελά κρυφά , σαρκάζει τους τυφώνες .

 

Δε μ’ άγγιξες , δε σ’ άγγιξα , μα είμαστε δυό φλόγες , που στροβιλίζονταν κρυφά στης σιωπής τις ρόγες.

Έσκυψες και ανάσανες στην άκρα του λαιμού μου, χωρίς μιλιά , μόνο φωτιά , ρωγμή του λογισμού μου.

Σάββατο, 2 Αυγούστου 2014

ΑΛΙΚΟ ΒΛΕΜΜΑ Σ' ΕΝΑ ΑΓΡΑΦΟ ΠΟΙΗΜΑ


Κλεμμένος πόθος της νύχτας το χάρισμα της αυγής . Ενας αστερισμός γεμάτος κρίνα του πρωινού , σάνταλα στα πόδια μιάς νεράιδας.

Η πεθυμιά ,φλογισμένη ανάσα του Νότου στο λαιμό γελαστής Ωκεανίδας .

Κόρη του πελάγους , κόρη των κυμάτων , της ηδονής της κλεμμένης από την αναδυομένη θεά των Εραστών .

Το ατέρμονο γαλάζιο , βραχιόλι στο χέρι μιάς απεγνωσμένης έκστασης που  σαρκάζει το εφήμερο.

Όταν οι σκιές χαθούν στο σκοτάδι θα ‘ ρθω να σε βρώ – άγγιγμα ενός άγραφου ποιήματος στο  νου του ποιητή του .

Αλικο βλέμμα τ’ ουρανού στο ροδαυγές του ονείρου που δεν έχει πλέον λόγο να υπάρχει . Αφού έγινε πραγμάτωση στα φτερά ενός έκπτωτου ‘Αγγελου.

Το φεγγάρι πίνει το νερό από το χαμένο φρέαρ , λαίμαργα . Κι αυτό χύνεται σαν ανάσα στο διάφανο στέρνο του.

‘Ένα βλέμμα που κοιτά μέσα από το βρεγμένο διάφανο , την απεραντοσύνη . Δροσιά των φλογισμένων Εραστών του ατέρμονου .

Αλικο βλέμμα σ’ ένα άγραφο ποιήμα .

ΤΟ ΕΑΡ Τ' ΟΥΡΑΝΟΥ


Σύννεφο –σταγόνα ιδρώτα μιάς νεράιδας στο άγγιγμα του Εραστή – αστερισμού .Ενα καυτό μέταλλο σημαδεύει τους λαβυρίνθους  .

Αβάσταχτο γαλάζιο , σα καπνός σέρτικου τσιγάρου πάνω στα στήθη μιάς τσιγγάνας νύχτας. Που ταξιδεύει διαρκώς στην απουσία. Με μια αγάπη για τόπο της , ηδονή πάνω στα δίδυμα φεγγάρια μιάς πλανεύτρας σκέψης .

Πολιτεία αφημένη στο παθιασμένο χάδι του Αυγούστου .

Μια άβυσσος επιθυμία , χάνεται στη φούχτα του άπειρου σαν σε πολύπειρο άγγιγμα .

Στάχτη που σκορπίζεται χωρίς τύψη πάνω στα κρυφά τείχη του πόθου .

Μια ομορφιά , επικίνδυνη δύνη  και το σώμα ναυαγός στο θάνατό της .

Και ύστερα ένας ήχος σαν από παιδικό παιχνίδι , που νανουρίζει τη σκέψη και τη καθαρίζει – νερό από το έαρ τ’ ουρανού .