Τετάρτη, 19 Νοεμβρίου 2014

Ο ΜΥΣΤΗΣ ΠΟΥ ΞΕΧΑΣΕ...


Υάκινθοι κι Ασφόδελοι, στου ‘Αδη το βασίλειο, κόρη της Γης απου θρηνεί τον ‘Ερωντα στον Ηλιο.

Και ‘Συ, φως μου αιώνιο, μου φτιάχνεις άγριο τόξο, μ’ αυτό, καιρούς και θύελλες και καταχνιές να διώξω.

Και στέλνεις μου, σιωπηλά, Εφήβου πρώτο χνούδι, να το χαρίσω στης Αυγής το πιο ηδύ τραγούδι.

Φλισκούνι και θυμάρι μου και ‘συ λεμονανθέ μου, πες ποια Σελήνη- μάγισσα δακρύζει πάνωθέ μου.

Και στέλνει μου, τ’ αρώματα, το φέγγος- άγρια μύρα, να λούσω στον Αχέροντα τσ’ αθιβολιάς αλμύρα.

Και ζήλεψέ σου, Έρωντα, του σκότους το αγρίμι και κυνηγά η λησμονιά της ‘Ανοιξης τη μνήμη.

Κι είναι, σαν ‘Εαρ, πιο γλυκό, Σελήνη μου η ψυχή σου, άγριος Πάνας – κεραυνός, κλέβει την ηδονή σου.

Σε κέρας δράκου πίνει το, της ζήσης σου τ’ ανάμα, Μύστης κρυφός που ξέχασε, του Ποιητή το γράμμα. 

 

 

ΜΑΝΤΙΝΑΔΕΣ


Ελα, για θέλω ‘σε πολύ, σα μυρωδιά τ’ Απρίλη, σα πόνος που μαράθηκε, μεσ’ της βροχής το δείλι.

Μ’ ενός φτερού αψηφισιά, στα τρίσβαθα του νου σου, πετώ δίχως να σκιάζομαι, του πιο κρυφού λυγμού σου.

Παρασκευή, 14 Νοεμβρίου 2014

Ο ΒΩΜΟΣ ΤΟΥ ΛΥΚΟΦΩΤΟΣ


Κι ύστερα ένα φτερό που αψηφά την θύελλα και σπαθίζει το ουράνιο τόξο. Το κρυμμένο στο βλέμμα χίλιων σιωπών μαζί.

Μια κρυφή ανάσα. Νανούρισμα της φωτιάς που κατακαίει με το χάδι της, τους Αρχάγγελους. Τους φυλαγμένους στον κόρφο της ερήμου. Γαλήνιους, μα τόσο επικίνδυνα οπλισμένους, με την Αγάπη, που φοβάσαι. Να μην κυριαρχήσει πάνω στον ιδρώτα της σιωπής. Της γεννημένης από τους μύθους σου. Που σιγοψιθυρίζεις κάθε δείλι, στο λυκόφως.

Κι αυτό, ακούει υπομονετικά, πλέκοντας τους λαβυρίνθους- τα μακριά μαλλιά της εξοστρακισμένης γαλήνης. Γιατί πρόδωσε τα μυστικά σου στον Κρόνο. Και αυτός τα έκανε δακτυλίδια γύρω από το Είναι του. Και από τότε τα βλέπει η μακρινή Ανδρομέδα και γελά. Με σένα. Με τον πόνο που έγινε η πιο κρυφή σου δύναμη. Καθώς πήρες το τσεκούρι και έσπασες τον βράχο που έκρυβε πηγή κρυστάλλινη- τους πόθους σου. Και ξεπηδά σαν αρτεσιανό φρέαρ το παγωμένο Εντός και ξεχύνεται στο σύμπαν. Γίνεται ένα μαζί με το νεφέλωμα των ιδεών και των σκέψεων.

Γίνεται η κόρη της Αρτεμης που ποτέ δεν γέννησε. Μα που την έπλασαν οι ελεύθεροι αντικατοπτρισμοί του ψιθυρίσματος των φύλλων, που δεν γνωρίζουν το τέλος. Παρα μόνο την αιώνια αρχή του φωτός. Καθώς αυτό ταξιδεύει μέσα στα μαλλιά της κλεμμένης  αγάπης, η οποία θα οδηγεί στην αιώνια άλωση της Τροίας. Και τους Εραστές της, βαθιά πληγωμένους, ως μαστιχόδενδρα που βγάζουν το ‘Αρωμά τους σε κάθε χαρακιά.

Ενας Ηλιος που έπεσε στην υγρή και πολλά υποσχόμενη, αγκαλιά της θάλασσας, ματώνοντάς την, με τον ‘Ερωντά του.

‘Ενας θεός που ψηλαφίζει τις πληγές του χρόνου, στις εσχατιές των οριζόντων, Ένα ‘’γιατί;’’ που βαρέθηκε κάθε ορισμό του ’’Διότι’’.

Περιπλανώμενε τροβαδούρε στους ήχους ποιάς βελανιδιάς θα κοιμηθείς απόψε; Πούθε ο Ορφέας θα ψάλλει και ‘συ δεν θα’ σαι εκεί ν’ ακούσεις το μαγικό ψάξιμο στους ήχους της σιωπής.

Μόνο τις βάρβαρες χροιές των ειωθότων λιθόστρωτων  του νου θ’ ακούσεις. Που θα σε πάνε όμως μακριά. Εκεί που ο αρχαίος Μύστης, θα πλένει τα χέρια του πάνω στο βωμό του λυκόφωτος.

 

ΜΙΑ ΦΛΥΑΡΗ ΣΙΩΠΗ...


Ότι κι αν ποθήσεις, είναι λίγο, αν η λάμα του γλύπτη, δεν έχει πλάσει την ψυχή σου. Μορφή ανεξίτηλη στην αγκαλιά της θύελλας. Στην αγκαλιά των ανέμων, των λευτερωμένων από το λυκόφως της απουσίας. Που πίνει αργά τον καφέ της αιωνιότητας. Μαζί με τον γαλάζιο καπνό, μιας άλικης φλόγας, ενός Αχέροντα που σιγοκαίει στις όχθες σου. Εκεί που συντρίβονται τα κύματα του Εντός.

Στην τόσο πολύχρωμη μονοχρωμία της σιωπής. Που επανέρχεται με υψωμένο το σπαθί, κατακερματίζοντας το νεφέλωμα των εναλλαγών, του τόσο ασυνείδητα συνειδητού σκότους.

Και ύστερα, οι ψιχάλες της ψυχής, ανακατεύονται με την ώχρα και τον ασβέστη.

Και φτιάχνουν σύμπαντα, που το δικό σου παρόν, είναι ήδη παρελθόν γι’ αυτά.

Ένας γαλάζιος καπνός, σέρτικος, μέσα στο αίμα ενός μύρου, που έρχεται από τις καπνισμένες εκτάσεις του ανείπωτου πόθου.

Μια σαπφική ελεγεία η νύχτα, καθώς αγκαλιάζει την ψυχή, σε ένα συμπόσιο με παρούσες όλες τις απουσίες.

Κι η μουσική, ως Επικούρεια ηδονή, τραντάζει συθέμελα, ότι είθισται. Για σένα. Για το τόσο αντικειμενικά υποκειμενικό σου συναίσθημα. Για το, απείρως παράλογο της επιθυμίας του αόρατου, να γίνει ορατό.

Μυρωδιές από καμένες αιωνιότητες. Μυρωδιές από καμένες ηδονές. Μυρωδιές από καμένα Είναι. Μυρωδιές από γαλαξίες, που φτιάχνουν οι σέρτικοι καπνοί  του λυκόφωτος.

Και πίσω από την Κυπρίδα, ο αιματοβαμμένος βωμός, με πρόσφατη τη θυσία της παρουσίας. Με αντάλλαγμα ένα αιωρούμενο όνειρο, πάνω στις υψωμένες λόγχες. Πάνω στον κοφτερό πόνο. Πάνω στην απουσία. Εσύ το θέλησες; Γιατί; Γιατί το πληγωμένο αγρίμι αποτραβιέται στα σπήλια, θεραπεύοντας, μόνο, τις πληγές του. Κοιτώντας από μακριά το κυνήγι των νεφών στους αιθέρες του μισεμού του.

Γιατί ο πόνος, είναι βότανο, ο ίδιος, που θεραπεύει από τους αντικατοπτρισμούς ψεύτικων ειδώλων, στο λυκόφως, ή στο λυκαυγές. Τι σημασία έχει; Έχουν το ίδιο χρώμα το τέλος και η αρχή. Έχει το ίδιο χρώμα η πληγή και τα ρόδινα μάγουλα της ηδονής. Έχει το ίδιο χρώμα, το αίμα και το κρασί, που θα το πλύνει. Κι ανακατεύονται. Και γίνονται θυμίαμα στα συντρίμμια των βέβηλων επιθυμιών, που ζητούν, επίμονα, να εκπληρωθούν. Ή, να πληρωθούν καλύτερα. Καθότι, σου ζητούν το αντίτιμο, για την δική τους ύπαρξη. Απόλυτα εγωιστικά. Χωρίς να κοιτούν την δική σου γύμνια. Την δική σου ειλικρινή παραδοχή. Ότι εσύ ήσουν το ψεύτικο είδωλο. Και πως και τα συντρίμμια του, εσύ είσαι πάλι. Και το θυμίαμα πάλι εσύ.

Μα, η ηδονή, είναι ένας μεθυσμένος καπνός, απόλυτα αναρχικός, που μπαίνει μέσα στις σχισμές που αφήνουν οι ρυτίδες σου. Από το τσαλάκωμα του ταξιδιού. Στις ατέρμονες χώρες, του Εντός.

 

Κυριακή, 9 Νοεμβρίου 2014

Η ΔΥΣΗ ΤΩΝ ΠΛΕΙΑΔΩΝ


Ιέρεια που το ξεχασμένο τραγούδι της, είναι βότανο στις πληγές της σιωπής. Το λυκόφως ξεπροβάλλει από το ματωμένο τούλι μιας μπαλαρίνας, που ακροβατεί στην αιωνιότητα.

Το μεθυσμένο λυκόφως, κάνει παρέα με τον Ωρίωνα, που ακόμη κυνηγά τις Πλειάδες, τις κόρες του Ατλαντα. Κι αυτές αιωνίως προπορεύονται. Στην ανάδυσή τους, γυμνοί θεριστές. Στη δύση τους, έρωντες που γίνονται τα δάκρυα της ομίχλης του νου, καθώς τα φθινοπωρινά φύλλα, γνώρισαν το θνητό τους τέλος.

Κι έπειτα μια γη γυμνή, μπροστά στις κοφτερές κρύες λάμες.

Η επάνοδος της σιωπής, πιο έντονης από ποτέ, μέσα από τα χέρια χορευτών, που υψώνονται στο φως του προβολέα. Ως κλαδιά αφημένα στον άνεμο. Που οι αρχαίοι, παλιοί δράκοι λένε, ότι είναι η φύση της ψυχής. Μιας ψυχής, ως τα ταραγμένα μαλλιά των νεράιδων, τα αφημένα στα δάκρυα των Υάδων. Που προλέγουν τον ιδρώτα του Ουρανού, του χαμένου στα βλέμματα των γιών του Κάιν.

Μαινάδα που  θρηνεί το κατακάθι των σκέψεών της. Σ’ ένα πληγωμένο λυκόφως, που χάθηκε στον αχνιστό καφέ μιας αφελούς νωχελικότητας. Πριν ηχήσουν οι εφτά σάλπιγγες. Πριν σταματήσει το κελάηδισμα των Ερινύων. Καθώς κατεβαίνει η Περσεφόνη στα τρίσβαθα του νου, να γίνει ο ατέρμονος κύκλος των αστερισμών που χάθηκαν στον μύθο. Μα που τους θυμάται η σιωπή, κάθε, που η ξεχασμένη ιέρεια λέει το τραγούδι της. Μέσα σε καπνούς από φτηνά τσιγάρα και φωτιά, που καίει αιώνια, μέσα στις ψυχές των ποιητών και των αλανιών του φωτεινού σκότους. Του σκοτεινού φωτός.

Νέγρα νύχτα, που σηκώνει τις άκρες του φουστανιού της μέχρι τους γοφούς και λικνίζεται, ως σε μια καθαρτήρια ιεροτελεστία. Με τα γυμνά της πόδια σε ένα χορό Μαινάδας. Μιας κρυμμένης Μαινάδας, που υποβόσκει πίσω από το γαλήνιο βλέμμα της νεράιδας που χάνεται μέσα στο λυκαυγές. Γιατί ζει μέσα στο λυκόφως. Εχοντας τα χέρια της γδαρμένα από την ανάβαση σε τοίχους ψηλούς και κοφτερούς. Εκεί που κρύβεται ο φτερωτός θεός. Ο κλέφτης θεός του Ερωντα.

Και οι Πλειάδες, οι κόρες του Ατλαντα θα προπορεύονται αιωνίως του Ωρίωνα και με έναν αναστεναγμό θα δύουν στην αγκαλιά του Ωκεανού. Και η δύση τους, αυτός ο αιώνιος θάνατός τους, θα προμηνύει την έλευση του φωτός, σε εποχές σκοταδιού και Ερινύων. Θα είναι το προμήνυμα της αλλαγής των εποχών του Εντός. Του χαμένου νούφαρου στην ανάσα της ξεχασμένης κρινοδάκτυλης ιέρειας. Που συνεχίζει το τραγούδι της μέσα στα δάκρυα των Υάδων.

Τετάρτη, 5 Νοεμβρίου 2014

ΠΟΙΗΤΗΣ


Τι να’ ναι ο ποιητής;

Εκείνος που το αόρατο το κάνει ορατό. Που τη σιωπή κάνει λόγια. Που τη μοναξιά κάνει συντροφικότητα. Που την έρημο κάνει ταξίδι στη χώρα των ρουμπινιών. Που πιάνει τις ηλιαχτίδες και τις κάνει το χάδι στα μαλλιά ενός, μόνου, σε νύχτα γιορτής.

Τι να’ ναι ο ποιητής;

Αυτός που, ξωτικό και νεράιδα είναι. Που Πάνας και ‘Αρτεμη είναι. Που του ανήκουν η Βαβυλώνα κι η Ατλαντίδα, που ποτέ δεν είδε, μα τις γνωρίζει και είναι δικές του.

Τι να’ ναι ο ποιητής;

Αυτός που το σκοτάδι είναι φίλος του. Αυτός που το φως ερωτεύεται τις πληγές του. 

 

Σάββατο, 1 Νοεμβρίου 2014

Η ΓΥΜΝΗ ΣΙΩΠΗ...


Κτυπούν τα τύμπανα του πολέμου. Ρυθμικά. Σημαίνοντας την επιδρομή στις ώρες του λυκόφωτος.

Ενας αρχάγγελος με πύρινη αρματωσιά και τα φτερά ανοιγμένα, σου δίνει το σπαθί. ‘Αλικη ανάσα. Γεμάτη από τη φωτιά παλιών δράκων. Και ίπταται της ψυχής, που θέλει το εύκολο. Να θέλεις το δύσκολο! Να θέλεις το αδύνατο!.

Το λυκόφως μίλησε και καλεί σε κυνήγι.

Μέσα από τις φλόγες του Εντός, ξεπετάγεται ένας αητός. Κι αν τα φτερά του είναι καψαλισμένα, ο ίδιος θέλησε να γίνει φωτιά. Τα φτερά του τώρα είναι πύρινες γλώσσες που μιλούν στην αρχαία λαλιά. Αυτήν, που καταλαβαίνουν όλα τα ορατά και τα αόρατα. Και είναι όλα παρόντα. Και καλούν σε έναν πολεμικό χορό, γύρω από την αειθαλή φλόγα του Είναι. Και αυτό (το Είναι), βγάζει αλαλαγμούς σε όλες τις δυνατές παραλλαγές του, πέρα από τα όρια του υπάρχοντος. Οντως.

Μια αχαλίνωτη δυνατότητα της επίτευξης των οριζόντων.

Γαλαξίες και σύμπαντα ομάδι, σε ένα χαμόγελο. Ένα τόσο αταίριαστα ταιριαστό Είναι. Που θέλησε να γίνει το ‘Ολον από το οποίο προήλθε, αλλά που ήταν τελείως απαίδευτο στο να έχει υπό τον έλεγχο του, τα χαλινάρια από το άρμα του Ηλιου. Γελά ο Ηλιος και του αφήνει τα καθαρόαιμα άτια  του, στα άπειρα χέρια του. Ξέρει ότι ριψοκινδυνεύει να χάσει το βασίλειό του.. Όμως ο κίνδυνος κάνει την εμπειρία. Κλείνεις τα μάτια και κοιτάς μέσα στο αρχέγονο πυρήνα και μετά τραβάς με δύναμη τα άτια του Ηλιου. Και το άρμα ανεβαίνει κατακόρυφα. Και τότε πιάνεσαι από την πρώτη ηλιαχτίδα που πέφτει στα μακριά μαλλιά του αιώνια νέου ‘Ερωντα.

Και τον ρωτάς, αν είναι η αιωνιότητα κοντά πια. Κι αυτός σου λέει το μυστικό. Που κρύβεται στην ανάσα της ηδονής της αναζήτησης.

Το Εντός σου δείχνει τον δρόμο για τον άλλον. Το Εντός είναι ο δρόμος. Κι η σιωπή φορά τα πιο πλουμιστά της λούσα που οι παράταιροι ήχοι σου, της τα έδωσαν. Μα της είναι ξένα. Τα βγάζει. Κι απομένει γυμνή. Αφουγκράσου…

 

ΤΟ ΧΑΔΙ ΤΗΣ ΘΥΡΑΣ...


Αρχέγονη φιγούρα στο θέατρο σκιών της  Ανατολής, ξύπνα και γδύσου τα πέπλα σου.

Μια λεπίδα λευκή, ως κοφτερός κρίνος, κόβει το μαύρο, λαβώνοντάς το ανεπανόρθωτα.

Κρυφή μουσική κείτεται μέσα στα σιωπηλά νούφαρα.

Ανοιξε δίοδο στις λόγχες.

Αφουγκράσου το ντροπαλό δάκρυ των οριζόντων, που μόλις διακρίνεται στην άκρη του βλέμματος της Αυγής.

Προς τα μέσα είναι το ταξίδι. Προς τα μέσα είναι η Ατλαντίδα, που χάθηκε επί τα εκτός. Δεν χρειάζονται φανταχτερές θύρες. Υπάρχει μόνο μια ασπρόμαυρη ‘Ιριδα που ανοίγει, μόνο, όταν την χα’ι’δέψει το φως.

Τότε, στο άγγιγμα των ηλιαχτίδων, δες, χαμένε ταξιδευτή της ερήμου. Αυτό που πιάνεις στην άκρη του νου σου, είναι τα φτερά σου. Τεράστια, μαύρα. Θα μπορούσε να είναι ένα συνοθύλευμα από την έκσταση που ψάχνεις σε μακρινές διαδρομές. Σε μια αιωνιότητα-φευγιό.

Το ταξίδι είναι αλλού. Εσύ είσαι το ταξίδι. Εσύ είσαι το όνειρο. ‘Όλα εσύ, χαμένε ακροβάτη στα θρύψαλα του γαλάζιου. Κάρφωσες τον ορίζοντα στους τοίχους του ‘’είναι’’. Και τον βλέπεις σαν σε ακίνητη εικόνα. Ασε το βλέμμα σου να το χα’ι’δέψει ο άνεμος, ο γεμάτος αθιβολιές κι αρώματα από τους κρεμαστούς τους κήπους της Βαβυλώνας, που, αν δε το ξέρεις, είναι δικιά σου.

Είσαι η Βαβυλώνα. Γεμάτη από το αίμα των βωμών, των βεβηλωμένων από του Πάνα τα συμπόσια.

Κι εσύ, παιδί με το χέρι σπασμένο, επειδή ακούμπησε το  χάδι. Μα με τις μαύρες φτερούγες σου, ανοιχτές διάπλατα, να πιάνουν όλο το σώμα ενός ψηλού πολεμιστή των Αστερισμών, που έχουν οδηγό τους οι ναύτες. Οι χαμένοι στις υγρές αγκαλιές των Ωκεανίδων, με τα μακριά μαλλιά, τα γεμάτα υποσχέσεις. Για ηδονές. Για πραγματώσεις. Για εκπληρώσεις του ανεκπλήρωτου. Για το εφικτό του ανέφικτου. Για το δυνατό, στο αδύνατο.

   Κι η σιωπή παρούσα. Με ένα αδιόρατο μειδίαμα να σε κοιτά υπομονετικά. Να φεύγεις. Ολο να φεύγεις. Για που; Χαμένε ταξιδευτή των ερήμων.

Βέβηλα παζάρια στις περιβόλους της αιωνιότητας, αντί για θυμίαμα.

Στάσου και αφουγκράσου. Την αύρα του πρωινού, που υπομονετικά είναι εκεί σε μια ατέρμονη επανάληψη. Μήπως και την αντιληφθείς επιτέλους.

Η σιωπή, είναι τότε, πριν ξυπνήσουν τα πουλιά και σε καλέσουν για το πέταγμα στο διάφανο. Το καθαρό. Το απέριττα απλό. Αφουγκράσου το καθαρό ταξιδευτή. Οι Ατλαντίδες είναι δικιές σου. Κι όμως εσύ, ψάχνεις στα σκοτεινά βλέμματα των ψεύτικων δρόμων. Κι η Ιριδα, ανοιγοκλείνει ατέρμονα στο πρώτο άγγιγμα- κάλεσμα του νιογέννητου φωτός. Κάθε Αυγή. Μα εσύ προτιμάς τον παράταιρο ήχο των πλουμιστών παγωνιών, που κρώζουν αντί να κελαηδούν. Που σέρνουν την πλουμιστή τους κενότητα, αντί να πετούν.

Κι όμως, να! Ένα πετροχελίδονο. Απλό. Μα με δυνατά φτερά. Μια μαυρόασπρη αιωνιότητα. Ευέλικτη. Εντός σου. Το χάδι της Ιριδας. Το χάδι της θύρας.