Τετάρτη, 23 Δεκεμβρίου 2015

Η ΑΣΚΛΗΠΙΑΔΑ ΩΡΑ

Η ΑΣΚΛΗΠΙΑΔΑ ΩΡΑ

Μιά περιπλανόμενη νοσταλγία. Νότες απο μεταλλικό δάκρυ. Πάνω στις ρυτίδες της σκληροτράχηλης θύμησης. Εικόνες απο παλιές αυλές με γιασεμί και γαζία, μέσα στις γλάστρες του τότε, του τώρα, του πάντα. Του μετά. Που επανέρχεται με το αιματοβαμμένο πέπλο, σκοτωμένων απουσιών. Μιά επιμένουσα περιπλάνηση μέσα στο κρύο πέρας του χρόνου. Και μετά η ανακούφηση. Η σιγουριά της διάγνωσης. Είπες ειναι ''αυτό''. Και η συνειδητοποίηση έφερε την καθαρση. Και επέστρεψε το κρυστάλλινο. Ως μυστικός καταράκτης. Γεμάτος λογής λογής ξωτικά και νεράιδες. Κι οι λογισμοί, δροσοσταλίδες. Πάνω στην πάχνη του νιογέννητου τώρα. Ως αυγή στο πρώτο σκίρτημά της. Ως ιερέας σε μυστικό Ασκληπιείο. Που σ' έβαλε να κοιμηθείς. Για να ονειρευτείς την ίασή σου. Και να είσαι θεραπευμένος οταν ενσυνείδητος πάλι, χαμογελάσεις στην ευχή του ουρανού. Καθώς αυτή θα σου χα'ι'δεύει την πληγή σου. Τη θύμησή σου. Τη συνειδητοποίηση της μάχης που πέρασε. Της μάχης που έρχεται. Γεννιοφόρο σύννεφο με μακριά σγουρή κατάμαυρη γενιάδα, το σκοτάδι που φεύγει. Κι οι ηλιαχτίδες κοιτούν περιπεκτικά και παιχνιδιάρικα τις δικές σου αγωνίες. Γιατί φώτισαν το σκοτάδι σου. Και στέγνωσαν το αίμα της αιώνιας απουσίας. Άλικος Ιβήσκος στις όχθες της Αχερουσίας. Κι ένας Γανημίδης πόνος, αιώνια νέος λες. Και ύστερα το χάδι της Ασκληπιάδας ώρας. Της Ασκληπιάδας συνειδητοποίησης. Το ιαματικό χάδι. Ενός περιπλανόμενου γητευτή υπόγειων πηγών. Που βλέπει εκεί που οι άλλοι δεν μπορούν. Που αγγίζει αυτό που δεν θ' αφηνες ν' αγγιχτεί. Ό τι πέρασε δε γυρνά. Και αυτό που έρχεται ειναι αυτό που εσυ καλλείς να' ρθει.

Κυριακή, 20 Δεκεμβρίου 2015

ΥΠΟΒΟΣΚΟΥΣΑ ΕΛΕΓΕΙΑ

ΥΠΟΒΟΣΚΟΥΣΑ ΕΛΕΓΕΙΑ

Πολεμιστής , γεμάτος χρώματα, περπατά σε μιά λιθόστρωτη γαλήνη. Και μιά νεράιδα, άφησε την κορδέλα της, γεμάτη νιφάδες, πάνω σε μιά γιορτή επερχόμενη. Και δυό γηραιές ιέρειες του Απόλλωνα, φόρεσαν το άλικο για πέδιλα. Για να φτάσουν γρήγορα, σε μια υποβόσκουσα ελεγεία. Η Δόμνα- Τύχη, έχει ένα αινιγματικό μειδίαμα. Κρυμμένο κάτω απο τον χειμερινό της μανδύα. Και το σκότος φόρεσε ένα γαλάζιο πέπλο, εφήβου που πορεύτηκε στη φωτιά. Και τώρα ξεκουράζεται μέσα στο όνειρο. Για μελλοντικές κατακτήσεις, παραμυθένιων κονκισταδόρων. Μέσα στις καρδιές επαναστατών, που πίνουν μάτε σε μιά ανάπαυλα απο το λιοπύρι. Νότες που σου δίνουν το χάδι. Το ιαματικό χάδι της επανάστασης της αυγής. Καθώς ο Ιβήκος ξεκουράζεται κάτω απο τα φτερά του Ίκαρου. Με έναν μύθο παρόντα. Που σβύνει κάθε απουσία. Πολύχρωμες παράλληλες γραμμές, οι ανάσες των Ερώντων. Που ακροβατούν στην αθιβολή. Και σε μιά επιθυμία χειροποίητη. Ως διακόνημα ασκητή. Με μιά γαλήνια λεπτομέρεια. Πάνω σε ξύλο σμιλεμένου δρύ, απο την αλμύρα του βλέμματος. Η σιωπή, δεν είναι κοφτερή λεπίδα πιά. Είναι κοπίδι που χαράσει θεούς, πάνω σ' ένα ιαματικό χάδι. Και το γαλάζιο, νιογέννητο. Μέσα στο μετά του σκοταδιού. Του έναστρου σκοταδιού του εντός. Χθόνιο βλέμμα που κοιτά κατάματα το φως. Γυμνό βλέμμα. Χωρίς την αλμύρα της πληγής. Καθαρό ως Δροσουλίτης, πάνω σε πολεμίστρες κάστρου μυστικού. Και μια δύναμη, κουτσή απο μάχη, στις όχθες του Αχέροντα. Ντυμένης, με χρωματα παραλλαγής, μιάς γαλήνης έφιππης. Πάνω στη κοφτερή γοητεία του θνητού. Ένα ξεγελασμένο αιώνιο. Στη θαλπωρή χαδιου αναπάντεχου. Στις εσχατιές των πληγών της αθιβολής και των Ερινύων. Οι Έρωντες ανταλλάσουν ανάσες με ανεπίτρεπτες ευτυχίες. Και το χθόνιο αναρωτιέται. Για το βέβηλο μειδίαμα που σκοτώνει το σκότος. Μιά ατέρμονη ανάσταση , η απόφαση του ταξιδιού. Σε διαδρομές οικείες μα τόσο καινούργιες κάθε φορά. Το ταξίδι, το φτιάχνουν οι μεταμορφώσεις του ταξιδευτή. Όσο πιο πολλές μεταμορφώσεις, τόσο πιο κοντά στην αναζήτηση. Τόσο πιο κοντά στη λύση. Τόσο πιο κοντά στη αυγή. Οι μεταμορφώσεις ως αέναη εξέλιξη. Ως νέοι συνδυασμοί, γεννημένοι στους δαιδάλους δρόμους του νου. Ως καθαρτήρια νίψη στα κρυστάλλινα νερά του αιθέριου. Χάδι του ανέμου στα μαλλιά αναδυόμενης Νηρηίδας. Άλικη νιφάδα που αιωρήται, πάνω στον καφέ του τώρα, λέγοντας τα επερχόμενα. Το χάδι. Μύστης που διαβάζει πάνω στον βωμό τα σπλάχνα της υποβόσκουσας ελεγείας σου.

Κυριακή, 6 Δεκεμβρίου 2015

Ο ΧΟΡΟΣ ΤΩΝ ΧΟΡΔΩΝ

Ο ΧΟΡΟΣ ΤΩΝ ΧΟΡΔΩΝ

Μελωδία που υψώνεται. Ως χορδές τεντωμένες. Στα χέρια βετεράνου μουσικού. Παλε'υουν και πάλλονται, φτιάχνοντας πρότυπες συγχορδίες. Και η ταλάντωσή τους, μοιάζει με ρίγος κορμιού γυμνού στον Βοριά. Πάνω του, τα σημάδια της θύελλας. Ανεξίτηλα στολίδια του μετά. Μουσικές κρυφές που τις ξέρουν μόνο οι Μύστες. Και τις διαβάζουν στις ανάγλυφες πλάκες στους δρόμους του κρυμμένου χαδιού. Που αχνοφέγγει στο πρώτο πέταγμα του αγγίγματος. Που βρίσκεται παντού. Καλυμμένο απο το πολύχρωμο υφαντό που γνέθει το λιόγερμα. Οι χορδές ταλαντώνονται ως συσπάσεις απο έντονη αλμύρα. Σε κόγχες μυστικές, πάνω σε πρόσωπα- οπτασίες, πίσω τους καπνούς της μισοσβυσμένης γόπας, της μέρας, που είναι ήδη στο '' μετά''. Καφές ζεστός σ' ένα αμφιθυμικό χειμωνιάτικο απόγευμα, που μοιάζει περισσότερο με την αρχή της Ανοιξης. Οι Έρωντες μπερδεύτηκαν και τα χελιδόνια δεν έχουν φύγει ακόμη. Και μιά θύμηση, - πλούσιος ζητιάνος της απουσίας. Που αντί να ζητά, δίνει δώρα απλόχερα. Κύκλοι ακουμπισμένοι σ' ένα δένδρο γεμάτο κατακκόκινα, ψεύτικα άνθη. Ως το πληγωμένο χαμόγελο ιέρειας της Κυπρίδας. Σε μιά γωνιά του άλικου η ταλάντωση επανέρχεται. Όπως αναπηδά πάτωμα ξύλινο απο τα ζάλα χορευτών- πολεμιστών. Που ρυθμικά αναπηδούν στο χαμόγελο της φωτιάς. Μιά μουτζούρα στο άλικο, το σκοτάδι. Που ακροβατεί πάνω στο χορό των χορδών. Λυράρη χαμένου στην ομίχλη ματιάς θολωμένης απο την αλμύρα. Την ξαφνική αλμύρα απο μακρινά κύμματα που στεφανώνουν τους φάρους του ''πέρα''. Φυσαλίδες που αναπηδούν απο αναβράζουσες ώρες. Σ' ένα '' είναι'' που κοχλάζει. Ως χύτρα γιαγιάς χαμένης στα δέση του Αχέροντα. Ως μιά τσιγγάνα θύμηση στα μακριά μαλλιά έφιππης Αμαζόνας. Τόσες μεταμορφώσεις έχει η στιγμή. Τόσες ταλαντώσεις οι χορδές του τώρα. Κι ο αιθέρας, αναστενάρης πάνω στα κάρβουνα του πόθου. Που επιθυμεί να μην μείνει στα τετριμμένα του. Αλλά να γίνει χειροπιαστή παρουσία. Ένα βήμα απέχει το '' άλλο''. Το διαφορετικό, το καινούργιο. Ένα βήμα πάνω απο την άβυσσο. Το σκοτάδι αναρωτιέται αν θα το κάνεις. Το φως όμως είναι σίγουρο και σου λέει ταλαντώσου. Ως οι χορδές του σύμπαντος στον μυστικό χορό τους. Ως ιαχές επι τα εκτός των εριγμένων. Που σε καλούν σ' ένα ξυπόλιτο χορό, πάνω στα κάρβουνα τα αναμμένα του λυκόφωτός σου. Σε καλεί να χορέψεις τη λύση. Των δεσμών και των ερωτημάτων. Στα οποία αναβάλλεις την απάντηση. Αμέσως και επι τόπου. Κουλουράκι το άπειρο, που το ροκανίζουν Έρωντες αφηρημένοι. Λέγοντάς σου, ''να χαίρεσαι την ομορφιά σου ''.


Ο ΧΡΗΣΜΟΣ ΤΟΥ ΒΛΕΜΜΑΤΟΣ

Ο ΧΡΗΣΜΟΣ ΤΟΥ ΒΛΕΜΜΑΤΟΣ

Σε καιρούς σκοτεινούς, εκεί που το σκοτάδι απλώνεται, ο ανθός της αυγής θεωρεί καθήκον του ν' ανθίσει. Σε καιρούς σκοτεινούς, εκεί που ο μαύρος χιτώνας μιάς ευριπιάδας τραγωδίας απλώνεται, ο ποιητής θεωρεί καθήκον του να φέρει την κάθαρση. Σε καιρούς σκοτεινούς, εκεί που σύνεφα βαριά σκεπάζουν τις ψυχές, η γερακίνα ανοίγει τα φτερά της σιγοτργουδόντας. Και κάθεται πάνω στη ράβδο του μύστη. Που θεωρεί χρέος του να φτιάξειτους πολεμιστές του φωτός. Εκεί που το αδιέξοδο απο άρχοντες σκοτεινούς. Και γράφονται πάνω σε όστρακα τα ονόματα των Εφιαλτών και των Ερινύων. Για να ταεξοστρακίσουν μετά οι πολίτες μιάς ''πλατωνικής'' πολιτείας, που ίσως έφτασε η στιγμή να μάθουν και το δικό τους όνομα. Το να πας σε άλλους τόπυς δεν είναι λύση, όταν οι σκιές σ' έχουν στοιχειώσει. Καθώς οι χρησμοί λέγονται ακόμη. Πιό ακατάληπτοι απο τους παλιούς καιρούς. Τότε κάλυψε τα νώτα του συμπολεμιστή σου υψώνοντας την ασπίδα πάνω απο τον ώμο. Υψώνοντας τη μάχη πάνω απο τον ώμο. Για να μπορέσεις να δεις τις κινήσεις που θα φέρουν την εκπλήρωση του δικαίου. Του αγαθού. Του φωτός. Πολλές φλόγες μόνες όταν ενωθούν φτιάχνουν μιά μεγάλη φωτιά. Που θα καθάρει τα νέφη. Που θα καθάρει το σκότος. Που θα καθάρει τις σκιές που σε στοιχειώνουν. Επι τα εντός αρχίζει η μάχη. Πρώτα απ' όλα. Και πάνω απ' όλα. Θυσίασε τον συνήθη τρόπο του σκέπτεσθαι στη φρεσκάδα του φωτός. Μη ξεχνάς το θυμίαμα. Το μυστικό μύρο του ακατάληπτου. Που σε περιμένει να το κατανοήσεις. Να καταλάβεις τον χρησμό. Και μετά να φτιάξεις το δικό σου μονοπάτι. Που οδηγεί στον μεγάλο δρόμο. Εκεί που θα ενωθείς με την συντροφικότητα. Εκεί που θα πάρει μορφή ο αγώνας των ποιητών. Ο χρησμός των ποιητών. Ποιώ σημαίνει κάνω χειροπιαστή τη σκέψη μου. Κάνω χειροπιαστό το εντός. Έτσι το εντός μπορεί ν' αλλάξει το έξω. Έχοντας την καθαρότητα του λύκου. Έχοντας την τρυφερότητα της λύκαινας. Το ''μετά'' σημαίνει μαζί ξέρεις. Γίνε ένα με το πολύβουο γέλιο των συμπορευτών σου. Που φέρνει την κάθαρση στη κορύφωση του χορικού. Έτσι το φως έρχεται καβαλάρης αρχάγγελος με απλωμένα φτερά. Φορόντας όλη του την αρματωσιά. Έτοιμος να νικήσει το σκότος. Γίνε μέρος χορού κυκλικού. Πολεμικού και ερωτικού συνάμα. Σε ρυθμούς γρήγορους και εκστατικούς. Που θα οδηγήσουν σε μιά δομινικοθεοτοκοπουλική ανάταση. Πάνω απο το σύνηθες. Πάνω απο τους σκοτεινούς καιρούς. Το βλέμμα θεωρεί καθήκον του να ελευθερωθείστην απεραντοσύνη. Να βρεί το γαλάζιο μέσα στο άλικο. Να γίνει ξεκίνημα. Να γίνει καινούργιο. Το βλέμμα θεωρεί καθήκον του να φτιάξει τον δικό του χρησμό. Πέρα απο το ακατάληπτο της χαμένης ιέρειας. Στη πάχνη των σκιών σου.

ΤΟ ΣΠΑΣΜΕΝΟ ΧΑΔΙ

ΤΟ ΣΠΑΣΜΕΝΟ ΧΑΔΙ

Ένας καφές που έρχεται απο μακρινές ακτές, ξεγελόντας τα κύμματα. Μελάνι δώρο απο ένα σπασμένο χάδι. Που όμως αψηφά τις απουσίες. Ως κόκκινο μέσα στο σκοτάδι. Ως κόκκινη φωτιά, μέσα στο σκοτάδι. Σύντροφοι που χάθηκαν, πέρα πο μαγικούς φάρους. Και ένα περιπλανόμενο άρωμα, αγνώστου προελεύσεως, οι μελλοντικές παρουσίες. Περιπατητής βιαστικός η σκέψη, μέσα σε μιά ακατέργαστη βροχή. Που πέφτει άτσαλα καθώε υποκύπτει στην ανάσα των ανέμων. Εκείνων που φυσούν, δίχως να νοιάζονται για τις αθιβολιές που πέρνουν μαζί τους. Σε χώρες που φοβούνται το φως. Ως δορατα σπασμένα πάνω σε χαμένες αγάπες. Που περιπλανόνται μονάχες, κάτω απο ένα σκοτεινό σύνεφο απο τα βέλη άγνωστων Ερώντων. Που ακροβατούν σε ημικύκλιες τροχιές, φοβούμενοι την επανάληψη. Που χάθηκε μέσα στη γνώση εμπειριών του σκοταδιού. Ως παλιά ρεμπέτισσα κυκλωμένη απο καπνούς και μουσικές που υμνούν κάθε σπασμένο χάδι. Που εσύ κρυφακούς πίσω απο έναν φράχτη απο γιασεμιά, πεσμένα ως σωρός απο νεκρούς καταχτητές μπροστά απο Θερμοπύλες που ακόμα αντέχουν. Στο βλέμμα περιπλανόμενων ποιητών μέσα στα βρόχινα πέπλα της αθιβολής. Της σιωπής. Μιάς ξεγελασμένης σιωπής. Απο μουσικές ξένες σε οικείους τόπυς. Σε οικείες σκέψεις. Σε οικείες μοναχικότητες, ατέρμονων διαδρομών. Μέσα στην τόσο οικεία ξένη παρουσία. Του ''τώρα'' που περιμένη να γίνει επιτέλους τώρα. Ως το ζεστό βλέμμα του συνεφιασμένου ουρανού του είναι. Που βρέχει δημιουργία. Κύκλοι σιωπής που ενώνονται. Φτιάχνοντας το άπειρο. Καθώς ο καπνός του τσιγάρου φέρνει αλμύρα στο βλέμμα. Ένας και μόνος θεατής σε παράσταση αυτοσχεδιασμού. Κατατροπόνοντας τα αδιέξοδα με ένα αιρετικό μειδίαμα. Καλύπτοντας μια περαστική γηραιά αιωνιότητα. Καθώς πλησιάζει το σύνεφο απο τα βέλη. Και 'συ υψώνεις την ασπ'ιδα σου. Το σπασμένο ιαματικό χάδι του εφήμερου. Ως σπασμένη απουσία.

Τετάρτη, 25 Νοεμβρίου 2015

ΤΟ ΑΙΩΝΙΟ ΕΦΗΜΕΡΟ

ΤΟ ΑΙΩΝΙΟ ΕΦΗΜΕΡΟ

Ένα ποιήμα κατω απο τις φυλλωσιές δενδρου εξωτικού. Μιά τόση δα ανάσα πίσω απο τον καπνό που αφήνει ένα εφήμερο χάδι. Ένα τόσο αιώνιο εφήμερο. Και η γηραιά πολυτελής σιωπή, να περνά. Με βήμα αργό- fame fatal των καιρών του μεσοπολέμου. Σ' ένα πολυφωνικό τρίο η παραλλαγή του πληγωμένου αγγίγματος. Έφηβες φωνές. Ζύθος στα χείλη ενός περαστικού φωτός. Κρυμμένου πίσω απο μοναχικές αιωνιότητες. Και 'συ ακουμπισμένος σε μια ακίνητη φωτιά. Που περιγελά τις αθιβολιές σου. Και τις κάνει πλάνο σε μιά συνεφιασμένη ταινία. Χαμένη πίσω απο ένα ταφτάνι που ανεμίζει. Βήματα περαστικά στο τόσο ξένο οικείο. Η αναβάθμηση του συνήθους, σε περιέργως μακροσκελές χα'ι'κού. Γραμμένο πριν απο τους αιώνες μιάς στιγμής. Που αρνήται τους καιρούς. Ως γέλιο χθόνιας θεάς. Αιωνίως νέο. Και 'συ στο πέρα 'πο το μετά των διαδρομών. Ψάχνοντας το γέμισμα μακρινών φεγγαριών. Μακρινών νεράιδων. Χαμένων πίσω απο την αυλαία. Μιάς παράστασης ερήμην του χορικού. Ερήμην του κορυφαίου του χορού. Ερήμην τωνσκιών. Του δικού σου κρυμένου φωτός. Μέσα σε βλέμματα αγνωστα. Ψάχνεις χωρίς να ξέρεις τι. Χαμένος σε πολύχρωμα δαιδαλώδη σοκάκια, μιάς ανεξερεύνητης σκέψης. Περιπατητής που χαζεύει το εφήμερο. Χωρίς να νοιάζεται που είναι χαμένος. Γιατί αισθάνεται οτι ο δρόμος παραμένει εκεί. Άγνωστος. Μα με οικείο συναίσθημα. Που το δίνουν οι μυρωδιές απο τζ βόταανα. Των δικών του κορυφών. Του δικού του πετάγματος στο πέρα. Στο μετά. Σ' αυτό που φέρνει το αυθόρμητο. Το επι τα εκτός των περιγεγραμμένων. Αγρίμι. Με μάτια ως ουρανός διάφανος. Σε σκοτεινούς καιρούς. Σε σκοτεινές παρουσίες. Ένας ουρανός αγρίμι. Ως σκέψη περιπλανόμενη. Σε βύθιους πόθους. Σε πάθη, μη πολιτικά ορθά. Γυμνός θεός. Γυμνός δαιμονας. Στο κατακάθι του καφέ, διαβάζεις ως αρχαίος μύστης, κρυμμένα μηνύματα. Μια αναποδογυρισμένη προφητεία. Αρκεί να σκεφτείς ασυνήθιστα για να ξεφύγεις απο τα ειοθώτα. Και να χαθείς στο αιωνια εφήμερο. Ως περιπλανόμενη σκέψη στις εξωτικές αγορές του σιωπηλού εντός σου. Ως χείλη ριγμένα στον άνεμο.

Κυριακή, 22 Νοεμβρίου 2015

ΧΑΜΕΝΟΣ ΟΥΡΑΝΟΣ

Ηλιε, χαμένε ουρανέ, που τριγυρνάς απόψε ; Σε ποιούς κρυφούς λαβύρινθους, ψάχνεις μα δε με βρίσκεις ; Φως, σε κοιτώ κατάματα. Σκοτείνιασες το νου μου. Και τρέχω μ' άτια φτερωτά, πάνω σε κρυφές σκέψεις. Σε χαμένες αθιβολιές. Σιωπηλή μιλιά μιά αλμύρα συντροφος. Μιά απουσία σύντροφος. Ένα όνειρο σύντροφος. Οσο κι αν τρέξεις σιωπή, προηγήται η αλμύρα. Χαμένων θαλασσών. Και χαμένων φάρων. Μιά θύελλα- νόημα και ουσία. Πίσω απο τους αστερισμούς, που πίνουν το σώμα και το αίμα της σιωπής. Και κρυφακούν την ανάσα του λυκόφωτος. Που αναβάλλει τοδώρο του Μορφέα. Η νύχτα καπνίζει το τελευταίο τσιγάρο της.Σκαλισμένα τ' αστρη, πάνω στο μέταλλο της σιωπής. Που γίνεται ακονισμένη λάμα. Πάνω στην απουσία. Κι έχει γραμμένο πάνω της μιά δεκαπεντασύλλαβη πνοή. Μιάν γαλαζοπράσινη αύρα. Της σκέψης που χάνεται. Στο μετά μιάς παρουσίας φευγάτης. Στο πέρα απο το μετά. Στο τώρα. Γιατί το πέρα απο το μετά γίνεται τώρα αν το θέλεις πολυ. Σκοτεινό βλέμμα μέσα σε μια στάλα φως. Σκοτεινό πέρα. Και συ χαμένε ουρανέ που τριγυρνάς απόψε ;

Πέμπτη, 19 Νοεμβρίου 2015

Ο ΕΞΑΡΧΩΝ ΤΟΥ ΔΙΑΦΑΝΟΥ

Ο ΕΞΑΡΧΩΝ ΤΟΥ ΔΙΑΦΑΝΟΥ

Μιά αδόλως επιμένουσα στιγμή. Να γίνει συνειδητά αισθητή. Απο το βλέμμα που είναι χαμένο. Στο πέταγμα του ηδυπαθούς φωτός, μέσα στις σκιές της επιθυμίας. Εξαγνισμός. Απο το κρύο νερό που προσφέρθηκε. Απο την αθιβολή. Πέρα όμως απο το άπειρο, σπάνε τα ειωθότα. Ως φίλος που έλειπε, το φως, καταφθάνει. Στην κατα'ι'δρωμένη ενατένιση του ''εντός''. Ο εξάρχων του διάφανου, κάτω απο το αδιάκριτο βλέμμα μιάς ενοχλητικής παρουσίας, στο νου. Που υφαίνει τη δημιουργία μέσα στο κρυστάλινο συναίσθημα. Που διψάς για να το νιώσεις. Το πρώτο βιολί της ορχήστρας των βλεμμάτων, χαμένο στις νότες του. Στις σημειώσεις του ατέρμονου. Και η ορχήστρα συνεχίζει να παίζει, ερήμην του συνήθους. Πέρα απο το μετά, σπάνε οι κύκλοι. Και βυθίζεσαι. Σε ποταμό υπόγειο. Που απο ένα άνοιγμα μπαίνει το φωτεινό γαλανό, που θα σου δώσει τ' όνομά σου. Την ερμηνεία του ονόματός σου. Γιατί πρέπει να μάθεις τελικά τι σημαίνεις. Για το εντός σου. Που μεχρη τώρα, μηχανικά σχεδόν, άκουγες την επίκλησή του. Χωρίς να την αποκωδικοποιείς. Ερήμην του νοήματός σου. Ερήμην του νοήματος των τεκταινομένων. Των αφημένων στο άγγιγμα, πυ ερωτοτροπεί με την αναζήτηση του ουσιαστικού. Του χαμένου στους επιθετικούς προσδιορισμούς του. Ένα δελφίνι πίσω απο το αυτί μιας στιγμιαίας προσμονής. Που ψάχνει για τους ήχους του οικείου αγγίγματος. Χαμένου στο ανεξήγητό του. Μέλισσα, που χάθηκε ψάχνοντας τη γύρη, μέσα σε έναν μεταμφιεσμένο χειμώνα σε άνοιξη. Πέρα απο το μετά, είναι η συνειδητοποίηση του νοήματος. Και ο εξαγνισμός που έρχεται όταν μαθαίνεις. Αυτό που φέρνει το κύμμα. Κάθε που επανέρχεται. Εντελώς καινούργιο κάθε φορά. Αναιρόντας τη μαθητεία σου. Στη σιωπή. Ο εξάρχον παίζει μόνος του τώρα. Ερήμην του ρυθμού. Έναν σκοπό δικό του. Και προς μεγάλη του εκπληξη, η ορχήστρα ακολουθεί. Ερήμην των κατεγεγραμμένων. Οι μεταμορφώσεις του ποιητή, φτιάχνουν τελικά το ποιήμα. Ως άρωμα ενός ανθού αόρατου. Που σου αφήνει το μύρο του. Αόρατο στην ενατένιση. Αλλά τόσο έντονα ορατό στις υπόλοιπες αισθήσεις σου. Και 'συ, χάνεσαι για μιά στιγμή στο αιθέριο. Ως γαλάζιος καπνός απο το καμμένο ξύλο του ηλιόφωτου. Που χαρίζει μιά φρέσκεια αναπτέρωση στο νού. Κραυγή μιάς χαμένης οπτασίας. Και μετά το κρυστάλλινο επανέρχεται. Μιά συνεχώς παρούσα απουσία. Ως σελήνη που ανέτειλε το καταμεσήμερο. Πίσω απο τα μακριά μαλλιά των ηλιαχτίδων. Πέρα πο το μετά, η διαδρομή του αναπάντεχου. Του διάφανου. Ως αιθέρια πέπλα τα οποία γδύνεται η Μαινάδα. Σε έναν εκστατικό χορό. Ζητώντας ''την κεφαλήν επι πινάκι'' των ειωθότων. Απόλυτα βέβηλη γαλήνη. Ο εξάρχων αυτοσχεδιάζει, εκπλήσοντας τον μαέστρο. Που δεν ξέρει πια πως να διευθύνει. Είναι τότε, που γίνεται του ποιήματος η γέννα.


Τρίτη, 17 Νοεμβρίου 2015

ΕΠΙ ΤΑ ΕΚΤΟΣ ΤΩΝ ΕΓΓΕΓΡΑΜΜΕΝΩΝ

ΕΠΙ ΤΑ ΕΚΤΟΣ ΤΩΝ ΕΓΓΕΓΡΑΜΜΕΝΩΝ

Δρόμοι στα τρίσβαθα της αβύσσου. Δρόμοι στα τρίσβαθα του νου. Εναιώρησις του απύθμενου. Μέσα σπο το θνητό φως, αναδύεται η στιγμή. Κελάηδισμα που ρέει, απο αόρατο ερωδιό, η ανάσα. Καθώς αναδύονται οι σκιές απο τις ηλιαχτίδες. Αύρα. Μια αύρα- προσφυγας, στην αυγή. Στις εσχατιές της αυγής. Καθώς γύρισαν οι αστερισμοί, επι τα εκτός των εγγεγραμμένων. Στους παλιους, σκονισμένους παπύρους. Τους χαμένους μέσα στους Έρωντες του εκκωφαντικά φωτεινού. Μειδίαμα απλωμένο. Ως η λευκή γενειάδα, ενος ονείρου- ασκητή. Σε μιά μακρινή αυγή. Που ανασαίνει στο πρώτο άγγιγμα. Υπαίθριο παζάρι οι σκέψεις. Ξάρτια που θρο'ί'ζουν σε συγχορδία με το κελάτισμα ενός κύμματος μοναχού, στην απεραντοσύνη. Ορίζοντας χαμένος στην αγκαλιά της πάχνης. Που μόλις έφτασε απο τον μύθο της νεράιδας. Που πλέκει τα τραγούδια της πλεξίδες, στην αυλή του ήλιου. Ταξίδι που αργεί να ξεκινήσει. Απο την άκρη του σκοταδιού. Μετέωρη σκιά. Χορεύει μόνη. Στην πολύβουη συνάθρηση των σιωπών. Μετάφραση των ονείρων, τα βήματα του σπουργιτιού. Σκέψη που ακροβατεί, στο απλωμένο υφαντό του φωτός. Μοναχικό γαλανό. Χαμένο μέσα στην απεραντοσύνη του. Περιπλανόμενο άλικο ρόδι. Σπασμένο στο ασπρισμένο κατώφλι των εσώτερων εσχατιών. Αναμένει. Αγραφος λόγος, το νεύμα της κρινοδάκτυλης. Παλιές μυρωδιές σε μιά ανασύνταξη εικόνων. Του νου. Της καρδιάς. Του πόθου. Της τσιγγάνας ώρας. Η γραμμή του ορίζοντα διαγράφει. Και το βλέμμα ελευθερώνεται. Στην αναζήτηση ενός μετέωρου αγγίγματος. Ξένοι ήχοι. Συντροφιά στην εναιώρηση. Στους κρεμαστους κήπους του περιπλανόμενου μύθου. Του περιπλανόμενου ονείρου. Των περιπλανόμενων σκέψεων. Επι τα εκτός των εγγεγραμμένων...

Τετάρτη, 11 Νοεμβρίου 2015

ΤΟ ΚΡΥΦΟ ΓΑΛΑΖΙΟ

Ένα φως πάνω απο τις λέξεις. Μιά σκιά που αργοπεθαίνει απο πόθο, στο άγγιγμα των ηλιαχτίδων. Ακολουθεί ο δρόμος, το κρυφό γαλάζιο. Που ταξιδεύει στους ωκεανούς, καθώς λύνει τα μαύρα της μαλλιά η στιγμή. Και σκεπάζει όλα τα ''θέλω''. Προστατεύοντάς τα, απο το ανέφικτο. Ένα φως μέσα στο βλέμμα τ' ουρανού. Που αποκαλείπτει την κρυφή ελεγεία. Περαστικό βλέμμα. Στο αναπάντεχο. Βήματα απο φτερωτούς πόθους. Νηρηίδα, που φόρεσε τη νύχτα για πέδιλα. Κι αυτή, αναστέναξε και χάθηκε στον πρώτο λόγο της αυγής. Μιάς αυγής ευχής. Ολόφωτης. Παλεύουν οι ηλιαχτίδες με τον καπνό μιάς σκιάς, που πεθαίνει στην πρώτη ρουφηξιά. Το φως ταξιδεύει. Και ταξιδεύεις και 'συ μαζί του. Σε κήπους κρυφούς, που ανθίζει το χάδι. Σε κήπους κρυφούς, που γνέθεται το κρυφό υφάδι. Αδυσώπητο λευκό. Εκτυφλωτικά καθαρό. Σαν σεντόνι φρεσκοπλυμένο. Απλωμένο στο περβάζι του ''είναι''. Κάτω απο φυλλωσιές απο φωτια. Που σιγοτραγουδά- καυτή, νιογέννητη ρακή- η επιθυμία. Χρώμα απο βύσσινο γλυκό, πάνω στο στήθος του γαλάζιου. Γοργόνα που τραγουδά το έπος για τις χαμένες στεριές της. Έρωντας. Που μοσχοβολά άνοιξη. Στο καταχείμωνο. Που μπέρδεψε τις διαδρομές του. Και ξαφνικά, έγινε καλοκαίρι. Ατίθασο άτι, χάνεται σε μιά ολόφωτη πάχνη. Από ευχές. Καφές που αφίχθηκε ως δώρο. Στην αφύπνιση. Μια ομορφιά που ζητά να μοιραστεί τον λόγο. Και η επιθυμία, ζητά απο το φως να παρατείνει το υφάδι του. Για να χορτάσει η στιγμή τις ευχές. Για να γεμίσει το είναι με τις ευχές. Για να γεμίσει το χάδι απο τις ευχές. Απο το φωτεινό υφάδι. Βότανο μυρωδάτο, πάνω στη λαβωμένη σκέψη. Πάνω στη λαβωμένη στιγμή. Πλανώδιο ποιήμα. Γραμμένο πάνω στις ρυτίδες του ατελεύτητου. Γραμμένο πάνω στις ρυτίδες του φωτός. Γραμμένο πάνω στο τώρα. Που λες και τα καλυψε όλα. Σαν υφαντό που μόλις γεννήθηκε, απο τον αργαλειό μιας θεάς. Που δραπετευσε απο τον μύθο. Για να χαθεί στο χάδι του αυγερινού. Σπουργίτι μοναχό πάνω σ' ένα τραγούδι. Που κρυφογελά πίσω απο τον χαρούμενο ρυθμό. Μυρωδιά απο τον καπνό του μελισσοκόμου, καθώς καπνίζει τις μέλισσές του. Μυρωδιά απο θυμάρι. Στα μαλλιά του χειμώνα. Που δε θα'ρθει τελικά. Ευτυχώς. Πλανώδιο άλικο. Πλανώδιο χαμόγελο. Ήχος απο γράμμα που μόλις έφτασε. Η προσδοκία, γίνεται πραγματικότητα αν την ευχηθείς απο καρδιάς. Τσιγγάνικο άλικο. Που φέρνει χίλια-δυο καλούδια, η στιγμή. Απροσδόκητο άλικο. Ως τα κόκκινα χείλη θνητής θεάς που καπνίζει τους καιρούς. Με ένα πονηρό μειδίαμα. Ο χρόνος σταματά μέσα στην αιωνιότητα. Σαν ένα διαρκές χαμόγελο σε μιά παλιά φωτογραφία. Που παραμένει αενάως καινούργιο. Μια αενάως έφηβη αιωνιότητα. Που την αγκαλιάζει το αδιάκριτο βλέμμα όλων των καιρών. Που ανυπομονούν να γίνουν τραγούδι. Με στίχους, ως πέταλα ανθέων ατάκτως εριγμένα, στο μπερδεμένο ηλιόφωτο. Ένας Μάης μέσα στο Νοέμβρη. Το χάδι στην ουλή της πληγής. Όταν η σιωπή παύει να μιλά, γίνεται διαδρομή.

Κυριακή, 8 Νοεμβρίου 2015

Ο ΘΥΜΟΣ ΤΗΣ ΠΛΗΓΗΣ

Μιά θυμωμένη πηγή. Το αχαρτογράφητο αναρωτιέται. Αν θα πρέπει να ενδώσει στη σκέψη. Που, ηδυπαθώς, αναλίσκεται. Εχει φύγει απο τον δρόμο. Και περιπλανιέται. Και πλανιέται επίσης. Απο ένα θνησιγενές φθινόπωρο, σ' έναν νιογέννητο χειμώνα. Ένα σιωπηλό φως πίσω απο τα νέφη.
Αραχνο'υ'φαντο άγνωστο. Και μέσα στο υφάδι του, μπλεγμένη η προσδοκία του ανέφικτου. Κάτω απο το γαλάζιο, κοιμάται εναγωνίως το όνειρο. Στίς ρωγμές του ''πέρα''. Που αναδύονται οι σκιές. Με φτερά ορθάνοιχτα. Στις ρωγμές των ρυτίδων του σήμερα. Που, γερνά, σχεδόν ανυπόμονα. Κθώς μίκρυνε ο χρόνος. Διαβάτης απρόσεχτος, που δεν φαινεται να τον ενδιαφέρει η αφιξη. Χάνεται μέσα στη πάχνη της διαδρομής. Μιάς ξένης διαδρομής. Γαντζώνονται στα κλειδιά ενός άδειου πεντάγραμμου, άγνωστες μουσικές. Που τις ψυχανεμίζεται η ψυχή. Μα που δεν τις εχει γράψει ακόμη. Ένας ουρανός στα πόδια του ξωτικού. Που δραπετευσε απο τους μύθους σου. Και τρέχει. Ξεφεύγοντας απο τα περιγεγραμμένα λιθάρια του νου. Το ''μετά'' είναι εδώ. Πρόσφυγας του ''εντός''. Σ' ένα συναίσθημα ξένο. Ένα απρογραμμάτιστο λυκαυγές της ψυχής, το αυριο. Γραφή γραμμική που δεν μπορείς να την διαβάσεις. Κι όμως αυτή, επιμένει να σου μιλά. Με το πρώτο πέταγμα του φωτός. Μέσα στο ανείπωτο. Που θέλει να ειπωθεί, είναι ο Μαντατοφόρος Ερμής. Μέσα στα χρυσά μαλλιά του Απόλλωνα. Ένας Ορφικός Υμνος. Που τον τραγουδούν μόνο οι μυημένοι. Μα εσύ ξέχασες το μύρο. Και χάθηκες. Ως σκιά στο πρώτο άλμα του Φαέθοντα. Πεπειραμένο είναι το άπειρο. Στην αναζ'ητηση. Σημάδια σε μια σχισμή του σήμερα, η προσδοκία. Ένας ποιητής που ξέχασε τα αρχαία έπη. Και φτιάχνει δικά του τώρα. Όταν θυμώνει η πηγή, βγάζει πιο πολύ νερό. Όταν θυμώνει η πληγή, γίνεται τραγούδι.

Πέμπτη, 22 Οκτωβρίου 2015

Ο ΗΧΟΣ ΤΗΣ ΝΙΦΑΔΑΣ

Ειναι σύντροφος,
η αλμύρα....
Που αφήνει, τις πηγές σου,
ν' ανοίγουν....
Κάθε που ακούγεται,
ο ήχος,
απο τις νιφάδες της σιωπής....

ΜΙΑ ΟΜΙΧΛΗ - ΛΟΓΧΗ

Καμμιά φορά το τιποτα,
είναι καλυτερο....
Είναι πιο διαυγές....
Απο μια ομίχλη - λόγχη....

ΣΚΟΤΩΜΕΝΟ ΑΛΙΚΟ

Φτερά ανοιγμένα...
Φέρνουν οι καιροί,
το σκοτωμένο άλικο....
Πάνω στο σκαρί της σιωπής σου....
Βλέπεις το συμπαν,
κοιτόντας επι τα εντός....

ΛΥΚΑΙΝΑ

Στο πέρασμα της Αιωνίας,
ρωγμές,
οι ρυτίδες της δύσης...
Στην ανάσα της λύκαινας....

Τετάρτη, 21 Οκτωβρίου 2015

ΞΩΤΙΚΟ

Σβύνω μιά γόπα - πόνο....
Κι ύστερα,
ανάβει η νύχτα...
Ξωτικό...
Αυτό,
που μπορεί να συμβεί...

ΧΑΔΙ

Μέσα απ' τις σκιές...
Ενα υφάδι - φως...
Γυρίζεις πάντα,
εκεί π' αγαπάς...

ΚΡΥΦΗ ΕΛΕΓΕΙΑ

Μιά σιωπή - Έρωντας...
Βλέμμα στο βαθύ...
Γεράκι, που' χασε το δρόμο του...
Σαλπάρω....
Ξεμακραίνει το κοντά...
Και το φως,
σιωπηλός τροβαδούρος,
του ''όλα''....

ΜΕΤΑ....

Ανάβω μιά γαλήνη...
Ακόμα κι η ομίχλη, έχει σκιά....
Μετά, θα δούμε...

Τρίτη, 20 Οκτωβρίου 2015

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ ΤΩΝ ΚΑΙΡΩΝ - ΜΑΝΤΙΝΑΔΕΣ

Μαύρε ανθέ του δειλινού, το χάδι σου ειναι δυόσμος, μαύρες σκιές π ' ακροβατούν, των λογισμών μου, κόσμος.

Ηρθες, φιλί του γιασεμιού, του ταξιδιού μου ακρη, χίλιες τσ' ερήμου μάγισσες και της αυγής μου δάκρυ.

Σκέψεις μου καβαλάρισσες, κουρσέψατε το νού μου, είστε τ' ανέμου άγγιγμα, στ' αδράχτι του καιρού μου.

Κι είναι τ' αόρατα, φωνές, ψυχές απου κοιμούνται, στο χάδι, στην ανάσα σου, άνεμοι που θυμούνται.

Ψάχνω κρυφά τσ' αστερισμούς, να τους αγγίξω τώρα, σα ταξιδιάρικο φαρί, στων λογισμών τη μπόρα.

Φορώ τ' αγγέλου το νερό, του νου μου, πανοπλία, φτερά στις πλάτες εβγαλα κι ειν' η αυγή, αιτία.

Πηγή του κόσμου, Έρωντα, κρυφή πληγή τ΄ανέμου, σκιά το δάκρυ τ' ουρανού, λόγια δικά σου, θέ μου.

Ήλιε μου και σε πλάνεψε του νου μου η αγκάλη και μονομιάς σκοτείνιασες, στης μοναξιάς τα κάλλη.

Ετσά κρυφά η σιωπή, το βλεμμα μου καρφώνει κι έγιν' η θυμηση γητειά, το νου μου μαρμαρώνει.

Άστρο που έγινες τροχός, αδράχτι που γυρίζει, του Έρωντα το γύρισμα, φεγγάρι που ζαλίζει.

Βλέπω τ' αστέρια να γυρνούν, θα φέρει καταιγίδα, το εδικό σου τ' αγγιγμα, δορυ 'ναι, μα κι ασπίδα.

Λόγια πορφυρογέννητα τα λόγια σου στο νού μου, βοτάνι που' μεινε κρυφό στ' αίμα του λογισμού μου.

Οι ασκιανοί απού γλακούν στης σκέψης μου το δώμα, γεννήσανε τσ' αστερισμούς, στης νύχτας μου το σώμα.

Δευτέρα, 19 Οκτωβρίου 2015

ΤΗΣ ΑΥΓΗΣ Η ΑΝΑΣΑ

Σ' ένα βαλς στροβιλίζεται η νύχτα. Και είναι οι περιστροφές της, του ανέμου γητειά. Του Έρωντα γητειά. Είπες, είναι δύσκολες οι αποχρώσεις τ' ουρανού. Είπες, είναι δύσκολα τα ηχοχρώματα της θάλασσας. Ένα διάφανο, που γεμίζει το βυσσινί απο τα νύχια της ιέρειας. Που με μιά αδιόρατη διαύγεια πίσω απο τις ομίχλες της, ψιθυρίζει στη σιωπή. Και της λέει, λόγια άλικα. Γεμάτα απο φτερουγίσματα και ανάσες. Γεμάτα απο ρίζες βαθιές στα αόρατα. Αυτό το άγνωστο είναι η ομορφιά. Κρύβει μέσα του όλες τις προοπτικές και τις πιθανότητες. Ολα τα όνειρα. Στα πλήκτρα ενός πιάνου σε μιαν έφηβη σύνθεση. Είναι σα να ξυπνά πρίν το χάραμα. Και νιώθει. Και αφουγκράζεται. Το ''πέρα'', είναι αδράχτι. Και γνέθει. Με έναν ρυθμό γρήγορο. Που ανακουφίζει όλο το είναι. Που σου λέει οτι πέρασε η καταιγίδα. Κι ένας Αρχάγγελος με ανοιγμένα τα μαύρα φτερά του. Κρατώντας τη ρομφέα του, στο ένα χέρι. Και στο άλλο το άπειρο. Ένα διάφανο άπειρο. Που μέσα του βλέπεις τους κόσμους σου. Τα σύμπαντά σου. Ένα επικό ηχόχρωμα, γεμάτο απο το ασυνείδητό του. Που λέει οτι η παράσταση πρέπει να συνεχιστεί. Κι ας κρύβεσαι εσύ πίσω απ' τα δάκρυά σου. Σαν ένας καταράκτης, που τα νερά του απλώνονται, ως αυλαία, επί της σκηνής του ορίζοντα. Και το χάδι, ένας απο μηχανής θεός στο μινόρε σου. Επικίνδυνη γαλήνη. Που τη θέλεις και σ' ανακουφίζει. Αλλά αναρωτιέσαι. Ποιές φωτιές να κρύβει άραγε ; Κάποτε, ένας βράχος μέλανας, στάθηκε πάνω απο την ανάσα. Μα, αυτή ήταν πιο δυνατή, σαν το υδάτινο χάδι. Που ακούς το ψιθύρισμά του στο θάνατο του καλοκαιριού. Ύστερα η απλοχωριά του φωτός που ανασταίνεται. Στον αιώνιο κύκλο του. Στον αιώνιο κύκλο σου. Που στροβιλίζεται στο μύρο. Απο τα εξωτικά σου συναισθήματα. Απο τους δρόμους της Ανατολής. Εκεί που κρυβονται οι ποιητές. Χαμένοι στα φιλήδονα χείλη του εκλεκτού ομορφου εφηβου του Δία. Που τον κερδίζει πάντα ο Έρωντας όταν παίζουν ζάρια μαζί. Πάντα με δόλο. Ως είθισται να κάνουν οι Έρωντες. Και που εύχεσαι να σε κερδίζουν και σένα πάντα. Μέσα σε λιβάνια και σπάνια αρώματα απο βότανα που φυτρώνουν στα πιο απόκρημνα μέρη του είναι. Ίσως τελικά να ήρθε το ''μετά''. Και να πέρασε. Και τώρα, να είσαι εσύ στο ''πέρα''. Μια σιωπηλή ηδονή. Πέρα απο στιγμές στα σύμπαντα. Που τις μασάς σα τα φύλλα στα χείλη της Πυθίας. Που θα γίνουν μετά, λόγια προφητικά. Αλλά έτσι διατυπωμένα, που να πιάνουν όλες τις πιθανότητες. Έχεις ένα ασυνείδητο – Πυθία λοιπόν. Μαύρο άτι, που αναπηδά πάνω απο τα εμπόδια. Και γίνεται αστερισμός. Και στα φτερά του θα πιαστείς, κάθε που ξημερώνει. Και είσαι σ' ένα γλέντι με τους χα'ί'νιδες και τους κουρσάρους του νου σου. Και γλεντάς σε κλιμακα ελάσσονα. Είναι περίεργο πως ο πόνος, γίνεται τρικούβερτο γλέντι, πάνω στα γκρέμνα των λογισμών. Τριγυρίζεις στις αγορές, ακούγοντας τους πιο κρυφούς ήχους του ''μετά''. Ξέχασες τον ουρανό σου φεύγοντας. Κι αυτός έγινε πένα στα χέρια κάποιου κρυμένου ποιητή. Μέσα στη πάχνη της αυγής που αργεί. Χαμένη στα σταυροδρόμια της σκέψης. Εκεί που σε βρήκα. Πάλι. Στο ''μετά''. Στο ''πέρα''. Εκεί, στα νησιά, απέναντι απο την πόλη που είναι σε χέρια βαρβαρικά. Μα, εσυ, συνεχίζεις να γράφεις στη σκέψη μου, τις ελεγείες σου. Αγαπημένη του Αλκμάνα... Μιά ιαχή βγαλμένη πάνω απο τις νότες. Μιά ιαχή, βγαλμένη πάνω απο τις σημειώσεις των αστερισμών. Των γραμμένων με το βλέμμα των γερακιών. Που χάνονται στον ορίζοντα. Κάθε που ξημερώνει. Κυνηγόντας, στο φως που ανεβαίνει και που νιώθεις την ανάσα του.

Κυριακή, 18 Οκτωβρίου 2015

ΜΑΝΤΙΝΑΔΕΣ - ΟΝΤΕ ΘΑ ΦΥΓΩ ΔΕ ΓΥΡΝΩ....

Βαθύ ειναι το πέλαγο, μα πιο βαθιά η σιωπή του, δύτης εγώ κι ακροβατώ, στο τέλος στη αρχή του.

Ανάσα φλογισμένη μου σε ξεγραψ' απ' το νου μου, ως όριζε ο ορίζοντας το τέλος τ' ουρανού μου.

Πλύθηκε πάλι ο νοτιάς με φλογισμένο δάκρυ και της νυχτιάς μου του' δωσα, να σκουπιστεί την άκρη.

Κρυφέ τ' ανέμου λογισμέ, κάστρο μου κουρσεμένο, ανθέ, π' ανέμου τ' άγγιγμα, σ' αφησε μαγεμένο.

Στην ερημο για να νιφτείς, σταλιά νερό δεν έχει, κανε το δάκρυ σου πηγή και πλύσου όντε τρέχει.

Αρχάγγελέ μου, αν μ' ακούς να έρθεις καβαλάρης, αγρίμια οι πόνοι κι αλιχτούν, τραγούδα πριν τους πάρεις.

Σ' ένα φεγγάρι- σιωπή, σε μιάς αυγής το δάκρυ, σκαρφάλωσα για να τη δω της νύχτας μου την άκρη.

Οντε θα φύγω, δε γυρνώ, κάστρα μου κουρσεμένα, βαθιά τσιγάρου ρουφηξιά, είναι τα περασμένα.

ΑΕΙΘΑΛΗΣ ΜΑΧΗ

Κι όταν περάσει το κουρνιαχτό κι η αντάρα, τότε θα σταθείς. Βρεγμένο αγριοπούλι στην πιο ψηλή κορφή. Εκεί που φυσούν μανιασμένα οι αέρηδες. Και ' συ , με φτερά μαζεμένα, θα συλλογισθείς. Η θύελλα πέρασε, μα δε σε πήρε μαζί της. Το βλέμμα, ένας ορίζοντας που έχασε ότι όριζε. Το βλέμμα, ακόμα πιο μακριά. Στην απεραντοσύνη. Κι ακόμα πιο μακριά. Στο φως το νιογέννητο σε μακρινά σύμπαντα. Τόσο μακρινά, όσο το νιογέννητο εντός. Που μόλις το βλέπεις ν' αχνοφεγγίζει. Όταν η σκόνη απο τα ακόντια θα κατακαθίσει. Ιδρώτας μαύρος. Σαν απο τα φτιασίδια των ματιών, γυναικών της ερήμου, που δακρύζουν. Και η αιτία, ένα μυστήριο. Που κρύβεται πίσω απο της ψυχής τα πλάτη. Εκει που δεν υπάρχουν τα στολίδια που, επίκτητα, έβαλες, στο νου, στη καρδιά, στο σώμα. Το υλικό και το άυλο. Νύχια ψεύτικα. Που δεν είναι δικά σου. Ισως για να σου θυμίζουν την αληθινή σου φύση. Του αρπακτικού. Κι ας φαίνεσαι στα μάτια του Έρωντα, ως λυγερός κύκνος. Εκεί στην ανεμοδαρμένη άκρη του δικού σου σύμπαντος. Περιπλανήθηκες. Και πλανήθηκες. Απο μεταμφιεσμένους εγωισμούς. Με αντάλλαγμα βαρύ. Κρέμασες τη ψυχή σου στο όρος. Κι αυτό την περίθαλψε. Δίνοντάς της το βλέμμα. Ένα απύθμενο βλέμμα. Που πάει μακριά. Πιο μακρια απ' οτι εσύ ευχόσουν. Η αλήθεια. Πολυφωνικό τραγούδι, στην αρχαία, δική σου, λαλιά. Που δυσκολεύεσαι τώρα να το αναγνωρίσεις. Μα παρ' ολ' αυτά, ξέρεις τι λέει. Ξέρεις το νόημά του. Το μετά είναι εδώ. Εσυ είσαι το μετά .Το νέο. Το κεντημένο με όλες τις πληγές. Που αναγνώρισες οτι είναι δικές σου. Στο πόλεμο με τη δική σου αειθαλή μάχη. Που δεν πέφτουν τα φύλλα της ποτέ. Κι αν περνούν καταιγίδες. Κι αν περνούν Εφιάλτες. Κι αν τα παραπόρτια του κάστρου, ανοίγουν, απο χέρια δικά σου, για τους βαρβάρους. Είναι δύσκολος ο δρόμος για το μετά. Ωστόσο, η πρώτη ανάσα στο μετά ειναι. Σα να ξαναγιενιέσαι οπως η αιώνια πληγή του Προμηθέα. Μια αειθαλής πληγή. Που θα σε πάει σε μονοπάτια καινούργια. Που θα σε οδηγήσουν στο διαφορετικό εαυτό. Πιο κοντά στην αλήθεια σου. Γιατί η αλήθεια σου σε κανει διαφορετικό. Όταν δεχθείς τις πληγές σου. Η διαδρομή είναι μεγάλη και δύσβατη. Κρύβει αγρίμια και θεριά. Κρύβει ξωτικά, νεράιδες και γοργόνες. Κρύβει την αθάνατη βελανιδιά. Απ' όπου θα κάνουν τα ιερά ραβδιά τους, οι μύστες. Που θα διαφεντεύουν τους ανέμους σου. Όταν εσύ λείπεις. Στις ατέλειωτες διαδρομές του μετά. Χωρίς να ρωτάς πια. Χωρίς να απαντάς πια. Μα, σε μια ατέρμονη συνομιλία θα είσαι. Με το αγέννητο φως. Ο δρόμος θα σου κρατά συντροφια στις ατέλειωτες σιωπές των οριζόντων. Η απώλεια είναι μια Αχερούσια ευχή. Το μετά είναι μια Αχερούσια ευχή. Εκεί στην πιο ψηλή ανεμοδαρμένη κορφή. Απο όλους τους αέρηδες. Τους δικούς σου . Και τους άλλους. Τότε, όντας όλος ένα βλέμμα, θ' αφουγκραστείς. Τους αρχαίους μύθους. Και θα τους τιμήσεις. Υποκλινόμενος στις πληγές του άλλου. Που είναι και δικές σου πληγές. Κάποιες φορές, μαζί με την απώλεια, φεύγει και ο παλιός εαυτός. Και γεννιέται το καινούργιο. Δώρο, με το μετά, που έρχεται πάνω στο άρμα του. Στεφανωμένο με τους δρόμους.Τους φρεσκοπλυμένους απο τις πληγές. Και τις ευχές τους. Για να είναι καλοί οι οιωνοί του πέρα. Για να είναι καλοί οι οιωνοί της θυσίας. Της απώλεις. Τα βήματα είναι φτερωτά. Και σπαθίζουν ότι πέρασε. Περνόντας μέσα απο τις ομίχλες του. Δύσκολοι καιροί για όνειρα. Αλλα, πάλι, στους δύσκολους καιρούς τα όνειρα γεννιούνται.

Παρασκευή, 16 Οκτωβρίου 2015

ΤΟ ΦΥΛΑΧΤΟ ΤΟΥ ΑΙΟΛΟΥ

Η ψυχή – το φυλαχτό του Αίολου. Που έχασε τους ανέμους της. Που σκόρπισαν – φύλλα πεσμένα στον ορίζοντα. Ένα λευκό νέφος μέσα στη μέλανα σκέψη. Θύμηση. Ξεθωριασμένο κυπαρίσσι. Ωστόσο ορθό. Πάνω απο σκόρπιες απουσίες. Που η αθιβολή δεν καταδέχεται να τις φέρει στα γαλάζια δώματά της. Μια πένα που τρέχει, ως Νηρηίδα, πάνω στο λευκό. Και αφήνει χνάρια
για να τα βρεί η χα'ί'νισσα ψυχή. Η Τιτανίδα, που ύμνησαν οι σαπφικές ελεγείες, απόψε σιωπά. Χαμένη στο μαύρο κύκνο τ' ουρανού. Κι η Κυθερεία, δεν εισακούει πια τις επικλήσεις των πειρατών. Φεύγοντας ο Ίμερος μαζί με τον Έρωντα, άφησαν τον βωμό της σβηστό. Και έχασαν τον δρόμο τους οι Μαινάδες. Και έγιναν, οι χαμένοι άνεμοι της ψυχής. Αφήνοντάς την σε μια γαλήνη, που δεν την θέλει. Αλλά ο πόθος, εάλω. Και αυτό που έμεινε, είναι τρικυμισμένες σιωπές. Να ίπτανται, πάνω στα συντρίμμια των ιερών της Κυπρίδας. Ο Αίολος έχασε πλέον το φυλαχτό του. Μα το βρήκαν οι στιγμές, που περίμεναν να μείνουν με τον εαυτό τους. Για να συνειδητοποιήσουν. Αυτό που ρέει, δεν πετρώνει ποτέ. Όσο κι αν η Μέδουσα, το κατακεραυνώνει με το βλέμμα της. Οι σκιές, έχουν το χάδι. Κι όταν δεχθείς το χάδι τους, είσαι αγρίμι που ξαποσταίνει. Κάτω απο τις βλεφαρίδες του Αιθυλίδη. Και σαν κι αυτόν, ανεβαίνεις απο τον Αδη μέρα παρά μέρα. Και στο ενδιάμεσο, λες ριζίτικα μαζί με τους παλιούς, που χαίρονται να σε βλέπουν που και που. Στο δικό σου νου. Εκεί που κοίτεται το μεταίχμιο. Περιμένοντας τα συναισθήματα να διαβούν την πύλη με τ' αντικρυστά λιοντάρια. Εκεί που πλένουν τα χέρια τους οι Μύστες, πριν τη θυσία. Κρατώντας στα χέρια τους τη ζώνη της Άρτεμης. Μετά την πρώτη γέννα. Τότε που ο πόνος έχει περάσει πια, πέρα απο τα τείχη. Τα δικά σου τείχη. Που τα σύντριψες τη νύχτα της μεγάλης σιωπής. Και έδωσες τον όρκο στις Ασκλειπιάδες ώρες. Που θεραπεύουν τους ήχους και τους μετατρέπουν σε Αρμονία. Καθώς μαζεύτηκαν παλι οι άνεμοι μέσα στο φυλαχτό του Αίολου. Και η ψυχή έγινε ιέρεια της Τερψιχόρης. Μαθαίνοντας απο την αρχή τα βήματα του χορού. Τα δικά της βήματα. Σιγοψιθυρίζοντας τα λόγια που νόμιζε πως είχε ξεχάσει. Που ήταν αληθινά. Ότι είναι αληθινό, δεν ξεχνιέται. Όσο κι αν πέσει πούσι πυκνό απο τα όρη και τα πέλαγα. Όσο κι αν οι θύελλες των ερήμων θα το ήθελαν. Έχει μια διαύγεια το αληθές. Γιατί κρύβει μέσα του πάντα, το φυλαχτό του Αίολου. Τους δικούς του ανέμους. Που φυσούν απο την αυγή και τη δύση. Που φυσούν απο τον βοριά και τον νότο. Είναι μια πυξίδα οι άνεμοι που δείχνουν τον δρόμο. Κι εσύ, απ ' οτι δείχνουν πρέπει να πας αντίθετα. Όρτσα στον άνεμο. Κόντρα στην ανάσα του. Αυτός είναι ο δικός σου δρόμος. Πρός τη ψυχή σου. Και την αλήθεια της. Το δικό σου φυλαχτό του Αίολου.

Τρίτη, 13 Οκτωβρίου 2015

ΡΙΖΙΤΙΚΟ ΓΙΑ ΤΟΝ ΜΙΚΡΟ ΠΕΙΡΑΤΗ

Οντε γεννήθηκε το φως, γελάσαν τα ουράνια
και τραγουδούσανε μαζί τ' αγρίμια κι ηλιαχτίδες.
Η πρώτη ανάσα κι αν πονά, λίγο κρατά ο πόνος,
χίλιες αυγές το χάδι της, το εδικό της βλεμμα,
Γεννήθηκε πολεμιστής στα όρη, στα χαράκια,
αναστενάζουν οι θεοί κι ο στεναγμός τους χάδι.
Ευχές του δίνουν χίλιες δυό κι ακόμα κι άλλες χίλιες
μεγάλος να' ναι πειρατής, καρδιές για να κουρσεύει.
Να τον φοβούνται οι θύελλες, τ' αγρίμια να' χει φίλους
και όλες τις νεράιδες, καλές του να τις κάνει.
Η πρώτη ανάσα κι αν πονά, λίγο κρατά ο πόνος,
τα καστρα περιμένουνε, ήλιε μου να κουρσέψεις...

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ ΤΩΝ ΚΑΙΡΩΝ - ΡΙΖΙΤΙΚΟ

Ο δρόμος τρέχει πιο μπροστά, στα ζάλα σου όντε είναι
κι αν ειν ' ο δρόμος σου κρυφός, τον ξέρει η ψυχή σου.
Μην αρωτάς τον ουρανό, μπόρα πότε θα φέρει,
για καταιγίδα εισαι ' συ, θύελα τ' όνομά σου.
Κι αν ειν' τα ζάλα σου σωστά, κατέχει το, η εξιά σου.
Μην αρωτάς τον ουρανό...

Δευτέρα, 12 Οκτωβρίου 2015

ΤΑΝΥΠΤΕΡΟΣ ΕΝΑΤΕΝΙΣΗ

Στους ύστερους χρόνους οι Έρωντες χτυπήθηκαν απο το ίδιο τους το βέλος. Και πορευτηκαν στη λήθη. Μονωδία ο θρήνος. Χορικό δεν έχει. Μόνο την ηχώ απο τα τραγούδια των χα'ι'νιδων. Μετά μια διαύγεια ως εκείνη που έπεται της βροχής στο τέλος των οριζόντων. Τότε η μούσα , η γνώση επανήλθε να ντύσει με τα πέπλα της το μετά. Που απέμεινε γυμνό απο πάθη και παθήματα. Το φως, συνοδοιπόρος της απεραντοσύνης σου. Ζητάς το χορό του μύστη. Γύρω σου. Ως τα αρχαία μυστήρια της Σαμοθράκης τα αφιερωμένα στους Καβείρους. Τους μεγάλους θεούς του εντός. Και η μύησή σου, μια τανύπτερος ενατένιση των επερχομένων. Που τα εχεις ξορκίσει ήδη. Με το θυμίαμα απο το τέλος. Και αυτά θα ερθουν πάνλευκα. Για να φανεί μετα καθαρά το αίμα της αυγής σου. Μια αυγή – πληγή. Για να θυμίζει οτι το εντός μόνο εμπρός μπορεί να πάει. Αλλιώς θα στερέψει η Αιωνία. Δεν εχει όνομα ο μύθος οταν γεννιέται. Δεν εχει ορισμό. Δεν εχει σημασία να ορισθεί το ζωντανό στη μνήμη και στη καθε μέρας, πράξη. Σε καιρούς κατοπινούς και βαρβαρικούς θα πουν οτι είναι ψέμα. Ομως ο μύστης είναι εκεί και χορεύει γύρω σου κυκλικά. Ως μια περιδύνηση στο ιερό, το αληθές, το έχον την διαύγεια του γιού του Κρόνου. Του κένταυρου – δασκάλου. Στα δάση των αστερισμών και των αοράτων. Εκεί που το τώρα είναι το μόνο που υπάρχει. Γιατι το τώρα είναι και το τότε και το μετά. Ισως να πρέπει να τραγουδηθεί ο πόνος για να ξορκιστεί. Κανείς δεν τραγουδά με το κεφάλι σκυμμένο. Ευθυτενής είναι ο αοιδός. Με βλέμμα καρφωμένο κάπου μακριά. Σε ένα σημείο αφηρημένο λες. Κάπου μακριά για τους άλλους. Μα τόσο κοντά στο δικό του εντός. Ένα βλέμμα με τα φτερά ανοιγμένα. Εναιώρηση στο άβατο του συναισθήματος. Εκει που ο μύστης θα κάνει πάντα κύκλους γύρω σου. Ωσπου να σκεφτείς. Καθώς θα χάνεσαι , λες, στη ραστόνη του ονείρου. Και θα νιώθεις τον Ηλιο στο άρμα του. Μπλεγμένος στα μακριά σγουρά μαλλιά του. Καθώς πορεύεσαι στην αγκαλιά του. Στο βλέμμα του λυκόφωτος.

Κυριακή, 11 Οκτωβρίου 2015

ΠΕΡΑ ΑΠΟ ΤΟ ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ

Οι στάχτες τ' ουρανού, ακροβατούν στο μεταίχμιο. Ακροβάτης το βλέμμα, που ταλαντεύεται στη χορδή των σκιών. Πάνω απο την άβυσσο. Πάνω απο το αποχρώσεις και ηχοχρώματα. Πάνω απο το γιατί και απο το διότι. Δεν έχει απαντήσεις πια. Μήτε ερωτήσεις έχει. Ένας σιωπηλος διάλογος μόνο. Με το δώρο. Αυτό που έδωσε το θνητό οταν πέρασε στη σιωπή του απέραντου. Είναι το ρόδι
της σιωπής. Που το εσπασες πάνω στα σκαλοπάτια του εντός. Θυσία στο αόρατο. Κι οι σκιές – μαυροντυμένοι χα'ι'νιδες χορευουν στα θρύψαλα του. Χτυπώντας δυνατά τα ζάλα τους. Ανοιγοντας ρωγμές στο βράχο. Ξυπνώντας τους Τιτάνες. Κι αυτοί σείουν συθέμελα το σύνηθες της σκέψης. Και αλλάζουν ροή τα ποτάμια του εντός. Πηγαίνοντας αντίθετα απο οτι ειθησται. Ευτυχώς αυτό δεν το πρόβλεψαν οι μάντεις της κουστωδίας του τσίρκου. Ξυπόλητο παιδί το είναι σου – αν και παλιός δράκος πια – επιμένει να ελευθερώνει τ' αγρίμια. Που τα επιασαν οι κυνηγοί του ψεύτικου για λίγα τάλαντα. Και κάτι ανθρωπόμορφες μάσκες τα περιεργάζονταν εναντι φτηνής αμοιβής. Κι αυτά τ' αγρίμια λοιπόν τινάζονται σα βέλη προς την ελευθερία. Περνοντας μαζί τους και το ξυπόλητο είναι σου. Που δεν αρνήθηκε τη παιδικότητά του. Βγάζοντας την παλοπλία του. Και με γυμνό στέρνο στεκεται πια πέρα απο το μεταίχμιο. Ακροβατώντας στις αβύσσους. Αρνήθηκε να δεθεί στο κατάρτι οταν ήρθε η θυελλα, η συνωνόματή του. Ορθό και με την αγκαλιά ανοιχτή την κοιτά κατάματα να ερχεται με ολη την αρχαία δύναμή της. Φλογισμένες χαρακιές στον ορίζοντα. Αρχαίοι ήχοι απο το ξύπνημα των Τιτάνων. Ριπές ανέμων και βροχής που ξεχύνονται ως οι νύμφες του Βάκχου. Και 'συ, βγάζεις την αρχαία κραυγή μέσα απο τα τρισβαθα σου. Ένα βήμα αρκεί για να είσαι πια πέρα απο το μετά. Σ' ένα '' άλλο'' πιο αληθές γιατί εχει τη σφραγγίδα απο το δικό σου δακτυλίδι. Κι ο σφραγγιδόλιθός σου εχει αναγλυφη τη δίκή σου θεά που της εδωσες εσυ την μορφή της. Καθώς η θύελα σου χάριζε το ρόδι της σιωπής. Ρεγάλο στο ατέρμονο. Διώχνοντας τους παράταιρους. Αφήνοντας μόνο το χάδι του Μύστη. Πάνω στα συντρίμια του Αόρατου.

Τετάρτη, 7 Οκτωβρίου 2015

ΤΟ ΑΙΡΕΤΙΚΟ ΧΟΡΙΚΟ

Μπορεί τα φύλλα να πέφτουν. Μα τα πουλιά πλησιάζουν στο πρώτο νεύμα των γυμνών κλαδιών. Και φτιάχνουν φωλιές στη σκέψη. Και ύστερα οι θύμηση φεύγει. Καθώς το λιόγερμα εχει στα δόντια του το αίμα του λύκου. Και  το δάκρυ τ' ουρανού καταποντίζει τα κάστρα του Μίνωα. Αίρετικό βλέμμα που έχει την αλμύρα της αναχωρησης. Απο το οικείο που επαψε πια να 'ναι οικείο και έγινε άγνωστο και σιωπηλό. Δεν μένει πολύς χρόνος ακόμα στα ειοθότα. Πλευρησαν οι σκιές και ξαποσταίνουν στις αβύσσους. Και αυτές λαλούν το τραγούδι. Μα τα λόγια τους είναι στην αρχαία λαλια. Αυτή που δεν έχει διαβαστεί ακόμη απο το συναίσθημα. Που χτυπάει τη πόρτα μου μα δεν του ανοίγω. Η καρδιά του χρόνου μετράει τις σιωπές. Κι ο ηχος της μοιάζει παράφωνος. Πλίνθοι εριγμένοι ατάκτως οι Ωκεανίδες. Που τις πήρε μαζί του το αίμα των σταφυλιών. Που στραγγίστηκε απο τον χορό της απουσίας. Μιας απουσίας σαν φεγγάρι δαφνοστεφανομένο απο τα παρεπιπτόντως συμβαίνοντα. Που θα ήθελαν να είναι η μούσα των έκπτωτων παραφράσεων. Ως τα λόγια του συνθέτη στη παράβαση του χορικού. Λίγο πρίν την έξοδο. Κάθαρση δεν προβλέπεται στις αριστοφανικές κωμωδίες. Μόνο έξοδος σαρκαζόμενη.

Τρίτη, 6 Οκτωβρίου 2015

ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΗΣ ΠΕΡΣΕΦΟΝΗΣ

Οταν στρεψεις το βλέμμα στους ορίζοντες όλα έρχονται. Σπουργίτια οι ψυχές περίμένουν το δικό σου νεύμα. Αυτό της εξομολογουμένης απώλειας. Οταν μικρύνει το εγώ, χωράει ολο το νέκταρ των Ολυμπίων. Φτάνει να δεχθεί την χθόνια καταγωγή του. Για να γίνει φως.

Η ΩΡΑ ΤΟΥ ΑΓΡΙΜΙΟΥ

Τα γεράκια με κοιτουν κατάματα. Είναι η ωρα για κυνήγι.... Κάνουν κύκλους γύρω απο τη θύμηση. Κάνουν κύκλους γ'υρω απο το ''είναι'' . Κάνουν κύκλους γύρω απο το εντός. Απλώνουν τα μεγάλα, δυνατά φτερά τους. Και με καλούν. Στα πέρατα. Στους ορίζοντες. Πάνω απο τα όρη. Καλούν το νου. Καλούν την ψυχή. Καλούν ολόκληρη την ύπαρξη.Στην ελευθερία του εφικτού. Στην ελευθερία του ανέφικτου που θα γίνει εφικτό φτανει να εμπιστεφθείς το εντός. Τα δικά σου αγρίμια. Τόσο βίαια, τόσο αθώα. Όσο η καθαρότητα του κεραυνού που καίει. Που καίγεται και ο ιδιος καθώς κατακαίει το περιττό, το ψεύτικο. Το γεμάτο συμβάσεις και συμφραζόμενα. Μια στιγμή κρατά η αλήθεια. Γι' αυτό και ειναι ατέρμονη. Μια στιγμή κρατά το πέταγμα. Για' αυτό και είναι ατέρμονο. Μια στιγμή στην απεραντοσύνη των οριζόντων κρατά η υπαρξη. Καθώς πιάνεται απο τα φτερά των γερακιών και γίνεται ένα μαζί τους. Οταν το βλέμμα χάνεται στον ορισμό του αόριστου ως χρόνου, ως επιθυμία του ανέφικτου που όμως σου άφησε μια γεύση απο κυδώνι και κανέλλα. Κάτι απομεσήμερα που ίπτασσαι. Πάνω απο το εντός σου. Πάνω απο το είναι σου. Και κάνεις κύκλους πριν την τελική επίθεση στο ακατέργαστο. Αυτό που ζητουν οι ασκητές και τα αγρίμια. Το ιερό. Το όραμα. Που θα δείξει το δρόμο καθώς το άυλο θα πάρει μορφή. Και τότε θα πεις. Θα πάω. Εκεί που είναι το ''είναι '' μου. Κι ας είναι κακοτράχαλος ο δρόμος. Η ελευθερία είναι πάντα κακοτράχαλη.
Για' αυτό και ανήκει σε αυτούς που την αντέχουν. Που είναι αγρίμια. Που πέρνουν μαζί τους το βλέμμα στους ορίζοντες. Εκει που το φως τρέχει. Και υπάρχει. Για πάνατα. Σε ένα αραχνοδιάφανο γίγνεσθαι. Στη κρυφή εσάρπα της αυγης. Καθώς γδύνεται μπροστά στην αλήθεια του πετάγματος. Της επιλογής. Του αγριμιού στην ώρα που με εναν αναστεναγμό θα χαθεί μέσα στο φως. Που θα γινει ένα μαζί του.

Σάββατο, 3 Οκτωβρίου 2015

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ ΤΩΝ ΚΑΙΡΩΝ - ΡΙΖΙΤΙΚΟ

Στο τέλος το νιογέννητο, νεα αρχή χαρίζω, γεράκι που κυνηγησε και τώρα κύκλους κάνει.
Και λέγει μου πως τα φτερά, κάθε στιγμή γεννιούνται κι αν είναι νύχτα ξέχνα τη, θυμήσου την αυγή σου.
Και όντε είσαι μοναχός σε μιας γιορτής τη μέση, χορεύεις τον, καλύτερα τον πόνο της ψυχής σου.
Κι ακούω λόγια γερακιού, κάθε στιγμή , πως τα φτερά γεννιούνται...

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ ΤΩΝ ΚΑΙΡΩΝ - ΜΑΝΤΙΝΑΔΕΣ

Νύχτα ψυχή μου ρίξε τα, στου λογισμού την άκρη, τα φλογισμένα σου μαλλιά να σβύσουνε το δάκρυ.

Κρίνα μου πρωτοβγήκατε στου κρύου το σεντόνι και λέτε νανουρίσματα, στο νου μου που ματώνει.

Η ΤΑΡΑΝΤΕΛΑ ΤΗΣ ΜΑΙΝΑΔΑΣ

Και ξαφνικά ενας ρυθμός γρήγορος σαν τους χτυπους της καρδιάς ξωτικού, που τρέχει. Και χτυπούν τα τύμπανα γρήγορα. Όλο και πιό γρήγορα. Και μια νυχτιά- σκέψη στροβιλίζεται. Με λυμμένα τα μαύρα της μαλλιά. Που ξεχύνονται – ποταμοί του Αχέροντα – στο είναι. Κι ο τροβαδούρος με τη βραχνή φωνή, σε εκσταση είναι. Και η κραυγή του μια επέλαση του πάθους. Για ζωή. Για την ηδονη. Ενας στιγμιαίος βρυχηθμός της αβύσσου. Και οι Σειλινοί μπαίνουν στο χορό κυνηγόντας τις Νηριήδες – θλιψεις της απώλειας. Και ύστερα ένα κομματι απο το βράχο σπάζει σε χίλια κομμάτια το ''είναι''. Και μια Μαινάδα χτυπά με τα χέρια της τη θεά γη δυνατά. Κι ας ξέρει οτι εκείνη εχει τη δύναμη του Αδη. Και ξυπόλυτη καθώς είναι χορεύει σελινιασμένα. Χτυπώντας με τα γυμνά της πόδια όλα τα σύμπαντα, τα κακοτράχαλα σύμπαντα του Έρωντα. Και τα μαλλιά της λυτά, μακριά όσο εκεί που το φως δεν μπορεί να ταξιδέψει στροβιλίζονται στον Αίωλο. Θυμωμένα . Όμορφα. Άγρια. Και συνατά την νυχτιά -σκέψη και στροβιλίζονται μαζί. Και σηκώνουν όλου του κόσμου τις ευχές και τις κατάρες. Σε ενα τρομερα δυνατό γίγνεσθαι. Και συσπώνται τα κορμιά τους ως απο το αγγιγμα της Αφροδίτης στα αδυτα των ιερών της. Νικούν γιατί αψηφούν . Τα πάντα. Όσα σα δεσμά θέλουν να τιμωρήσουν την φλόγα του Προμηθέα. Μα αυτή όλο και θεριεύει. Και ακούγονται ιαχές χαράς και ηδονής μεσα σε ενα σύμπαν που κουλουριάστηκε και κοιτά απορημένο. Και επειτα ενας έφηβος ετοιμος για τα μακρινά ταξίδια του Οδυσσέα. Μόνο που αυτός δεν ψάχνει καμμιά Ιθάκη για να γυρίσει. Μόνο που αυτός φευγει απο την Ιθάκη που είναι πολύ στενή πια γι' αυτόν και η ψυχή του πλαντάζει. Και θελει να γυρίσει ολου του κόσμου τα σύμπαντα. Να βρεί τις Μαινάδες. Πάντα του άρεσαν οι Μαινάδες. Γιατί αψηφουν τον Αδη . Και συνεχίζουν τον ατέρμονο χορό τους μέσα στους αιώνες. Σκοτώνοντας πάνω στην ιερή εκσταση οτι αγαπούν πρώτα πρώτα. Σα να ξορκίσουν οτι τις κρατά στο θνητό. Να γινουν άπειρο στα άπειρα χέρια Ερώντων. Σκοτώνοντας τη λήθη. Σκοτώνοντας τη θυμηση. Χτυπούν με μανία τη γη σα πολεμιστές που ετοιμάζονται για τη τελική επιθεση πηγαίνοντας συντεταγμένα στο άλικο. Του Νότου. Αυτό που πουθενά αλλού δεν είναι το ίδιο. Γιατί δεν έχει τη δυναμή του. Και στροβιλιζεται όλο και πιο γρήγορα η νυχτιά – σκέψη με τη Μαινάδα. Και στο τέλος γίνονται ένα. Μια Μαινάδα σκέψη που τργουδά ένα νανούρισμα μοιρολόι . Για τη γεννηση ενός καινούργιου τέλους.


Παρασκευή, 2 Οκτωβρίου 2015

ΟΙ ΘΑΛΑΣΣΕΣ ΤΟΥ ''ΕΙΝΑΙ''

Καταφεύγεις στη λογική όταν δεν μπορείς ν' αντέξεις το συναίσθημα. Καταφεύγεις στο μύθο όταν θέλεις η κραυγή, να γίνει πέταγμα. Όταν το αμορφοποίητο πρέπει να πάρει μορφή μέσα στη συλλογική μνήμη. Η αλληγορία είναι η αποτύπωση, εκεί που δεν υπάρχουν χνάρια. Ή που δεν θέλεις να φανούν τα χνάρια απο τα δικά σου βήματα. Τα οποία θα ήθελες να περάσουν απο το ασυνειδητο στο συνειδητό, χωρίς ομως να γίνουν αμέσως αντιληπτά απο τους αναζητητές. Που ψάχνουν τις αλήθεις μιας αλληγορικής ιστορίας. Κρυμμένες σε γραφές που δεν έχουν διαβαστεί ακόμη. Και που ίσως να κρύβουν την απάντηση στην επίκληση του Όλου. Στην επικληση του συνόλου. Στην επίκληση ενός σημείου αναφοράς μέσα στο σύνολο. Ενα άπειρο σύνολο που συνεχώς μετασχηματίζεται, ψάχνοντας να βρεί επικεφαλίδες σε άγνωστα κεφάλαια. Σε άγνωστα περιεχόμενα της ίδιας του της υπόστασης. Ένα άπειρο που αναζητά τις καταβολές του. Η αναζήτηση των πηγών. Η αναζήτηση της πηγής των πηγών. Σε μια προσπάθεια κατανόησης του αρχέγονου εαυτού. Η γνώση δίνει ασφάλεια στο ακατέργαστο. Κι η αναζήτηση μορφή στο αμορφοποίητο. Έχει ανάγκη η αρχέγονη ψυχή απο μορφές, που θα ταξινομήσουν το άπειρό της. Μέχρης οτου η ίδια να γίνει μορφή, ξεχωριστή, μοναδική. Όπως της πρέπει. Το δοξάρι του ταξιδευτή στην αναζήτηση είναι η ράβδος που ψάχνει ατέρμονα για τις προαιώνιες πηγές.. Ο ταξιδευτής στην αναζήτηση είναι ένας ραβδοσκόπος. Με το ξύλινο, διχαλωτό, φτωχό, μα τόσο πλούσιο ραβδί του, ψάχνει τους αρχέγονους στεναγμούς, που είναι κρυμμένοι καλά, σε λυκήθους της γης που γεννά. Αποτυπωμένες στα ιερογλυφικά των αστερισμών. Που αν τις διαβάσεις, όντας, στις θάλασσες του είναι, Οδυσσέας, θα σου δείξουν τον δρόμο. Κι ο δρόμος δεν είναι ο ιδιος για όλους. Είναι ξεχωριστός για τον καθένα. Ανάλογα με την ερμηνεία που θα δοθεί κάθε φορά. Μια ερμηνεία- χρησμός για τους άλλους. Μα τόσο κατανοητός γι' αυτον που διαβαίνει τους δρόμους τους δικούς του. Μέσα στο δικό του άπειρο. Γιατί το άπειρο δεν είναι ένα. Είναι πολλά. Όσα και οι αναζητήσεις. Μερικές φορές θαρρείς πως το Όλον είναι ακόμα αγέννητο. Γιατί γεννιέται συνέχεια. Κάθε στιγμή. Κάθε αναπνοή.

Πέμπτη, 1 Οκτωβρίου 2015

ΑΦΥΠΝΗΣΗ

Κάποτε υπήρξε ένα χάδι. Πάνω σε πληγές παλιές. Οσο ο κόσμος πριν γεννηθεί. Φάνηκε το ξημέρωμα. Η Μέδουσα φοβήθηκε γιατι δεν μπορούσε πια να μαρμαρώσει τις αλήθειες. Ο Άδης φοβήθηκε κι αυτός γιατί στέρεψαν τα νερά του Αχέροντα. Οι ψυχές χαίρονταν γιατί δεν υπήρχε πια το θνητό. Κι ο Έρωντας ζούσε στα τραγούδια που απάγγελναν το νοιάξιμο και το άγγιγμα. Τα Άτια του εντός ξαπόστεναν κατω απο το φως των αστερισμών του Είναι. Ολα εδειχναν όμορφα και οι Καιροί ανησυχούσαν. Οι θύελες ανησυχούσαν. Και τα γεράκια εμοιαζαν ανυπομονα. Αυτο κράτησε για μια τόση δα αιωνιότητα. Πέρα απο το μετά όμως είχαν ηδη αρχίσει να κτυπουν τα τύμπανα της χθόνιας θεάς. Η οποία δεν ηταν και τόσο ευχαριστημένη με την αρμονία. Έτσι το χάδι εφυγε. Καθώς πλησίαζε η εποχή του θανάτου των πλατανόφυλλων και των πευκοβελόνων. Στην αρχή υπήρξε σιωπή απο το ξαφνιασμα του αιφνίδιου. Μετά το αιφνίδιο εγινε τέλος. Μα εκει κοντά κρυφογελούσε το Πέρα πο το Μετά. Για μια στιγμή οι καιροί φανηκαν να σταματούν την αέναη περιστροφή τους γύρω απο το γιο του Ουρανού ο οποιος κάποτε του είχα πάρει την ανάσα του. Για να την κανει δικό του δάφνινο στεφάνι. Μια στιγμη όμως εφτανε για να γεννηθεί η έκρηξη του Εντός. Πέρα απο τα προβλεπόμενα και τα ειοθότα. Τότε ήταν που άνοιξαν τα σύμπαντα. Και φάνηκε η κρυμένη φωτιά. Η κρυμένη αλήθεια. Ηταν τότε που το τέλος και η αρχή εγιναν ένα. Η αρχή της αρχής. Μιας αρχής τόσο διαφορετικής οσο το φως που κρύφτηκε και μεταμορφώθηκε σε αρχέγονη αλήθεια. Σαν αυτή του αγέννητου που μόλις γεννήθηκε. Ο δρόμος ηταν σκοτεινός. Μα πίσω απο το δάκρυ φαινόνταν σα να ειναι χίλιοι δρόμοι μαζί. Μα πίσω απο το δάκρυ φαινόνταν σα να ειναι χίλια φεγγάρια μαζί πάνω στα στήθη μιας ψευτικής γοργόνας σαν απο παιδική ζωγραφιά. Που στη χαρίζει το μικρό κοπελουδάκι και ύστερα το ξεχνά το ''μεγάλο '' του δώρο. Γιατί καποιο άλλο φανταχτερό παιχνίδι πήρε το νου του. Και τη μιλιά του. Και έμεινε μόνο η σιωπή. Για λίγο όμως. Μετά απο το μετα ηρθαν τα όμορφα γεράκια των γκρέμνων. Και έκαναν κύκλους πάνω απο τα δικά σου σύμπαντα . Ως να ήταν αυτά, τα δακτυλίδια του γιου του Ουρανού. Μα πάνω απο όλα ήρθε μια ενήλικη ηλιαχτίδα. Σαν αυτές που δραπετεύουν απο τους καιρούς και απο τις θύελες. Και εμοιαζε τόσο πολύ με το εντός σου. Αυτό που προς στιγμήν το κύκλωνε το αλμυρο κύμα του Οδησσέα. Και που όλοι , θεοί, δαιμονες και ανθρωποι ειχαν βαλθεί να σε κάνουν να πιστέψεις πως είσαι αλλο. Αυτό το άλλο πέρα απο το μετά. Μα οι ρίζες ειναι δυνατές στα παλιά πλατάνια. Και σου ψιθυρίζουν τη αλήθεια σου. Αυτήν που η Κίρκη θέλησε να την κανει αλλο μα δε μπορεσε. Αυτήν που οι λωτοί θέλησαν να σε κανουν να χαθείς μέσα στο εφήμερο μιάς ηδονής. Μέσα στο εφημερο των συναισθηματων. Μεσα στο εφήμερο του συνήθους. Μα γελάστηκαν. Οι κρυφές πληγές ήταν εκεί. Και η ουλή τους αρχισε να ματώνει. Θυμίζοντάς σου. Αφυπνίζοντάς σου το Είναι.
Και άνοιξε ο Υακινθος ως εκρηξη στη πρώτη ανάσα του φωτός. Ως η μαγική λύρα του Απόλλωνα με τα μαλλιά του – στάχια στα χέρια της νιόνυμφης με τους καιρούς των  ακολούθων του Βάκχου. Πέρα απο το μετα... Πέρα απο το χάδι .... Πέρα απο το εφήμερο... Στις ομίχλες του τώρα.
Αυτού που ως Αρχάγγελος Ερμής θα δωσει μορφή. Στην εναιώρηση. Στου γερακιού το πέταγμα.

Τετάρτη, 30 Σεπτεμβρίου 2015

Η ΠΟΝΗΡΙΑ ΤΟΥ ΕΡΜΗ

Αν δεν χωράς κάπου δεν πειράζει. Θα πει πως πρέπει να αναζητήσεις την απλοχωριά του ορίζοντα. Που μόνο ένας αητός ξέρει. Μην εχεις δεύτερες σκέψεις. Ξεκίνα. Οι οιωνοί είναι για να σου θυμίζουν οτι καταρίπτονται. Το αμορφοποίητο σε καλεί. Να του δώσεις τη μορφή που  ταιριάζει στο αληθινό εντός σου. Πέρα απο Κασσάνδρες. Πέρα απο συμπληγάδες ψευδαισθήσεις. Η ψυχή μερικές φορές πρέπει να έχει την πονηριά του Ερμή για να νικήσει τις δολοπλοκίες του συνήθους.

Τρίτη, 29 Σεπτεμβρίου 2015

ΤΑ ΒΙΒΛΙΑ ΤΗΣ ΟΡΣΑΣ ΔΡΕΤΑΚΗ

ΤΟΤΕ ΠΟΥ ΤΟ ΣΚΟΤΑΔΙ ΚΑΙ ΤΟ ΦΩΣ ΑΓΑΠΗΘΗΚΑΝ ( 2015 ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΓΡΑΦΟΜΗΧΑΝΗ)
ΤΟ ΜΠΑΧΑΡΙ ΤΗΣ ΑΥΓΗΣ (2013 ΕΚΔΟΣΕΙΣ POEMA)
ΣΤΟ ΘΡΟΊ΄ΣΜΑ ΤΟΥ ΦΕΓΓΑΡΙΟΥ ( 2013 ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΓΑΒΡΙΗΛΙΔΗΣ)
ΧΑΊ΄ΔΕΨΕ Ο ΑΝΕΜΟΣ ΤΟ ΦΩΣ ( 2011)

Κυριακή, 27 Σεπτεμβρίου 2015

ΤΟ ΠΕΜΠΤΟ ΖΑΛΟ

Μη ξεχνας μωρέ το πέμπτο ζάλο. Αυτό που είναι τσι ψυχής σου. Τότε που επαναστατείς ενάντια σε οτι πάει να γίνει δεσμά. Θυμήσου τα γεράκια. Αυτά που σε κοιτούν κατάματα στο δρόμο για το κυνήγι. Και κάνε το πέμπτο ζάλο. Το πέταγμα.

Πέμπτη, 24 Σεπτεμβρίου 2015

ΤΟ ΑΠΟΚΡΗΜΝΟ ΧΑΔΙ


Ένα πλανεμένο βλέμμα. Φύλλο που υπέκυψε στο άγγιγμα του ανέμου και έφυγε με μια ταξιδιάρα σκέψη. Κρυφός κήπος γεμάτος δροσιά, γεμάτος πηγές, γεμάτος δημιουργία και συναισθήματα. Το χάδι. Εκείνο που δεν το βλέπουν οι άλλοι. Παρά μόνο οι εραστές. Και ίσως να το ψυχανεμίζονται και τ’ αγρίμια. Που είναι ξαπλωμένα και ξεκουράζονται μετά το κυνήγι στους κρυφούς λογισμούς των ποιητών. Ότι δεν αντέχει πολύ θα πεί ότι ποτέ δεν ήταν αλήθεια. Καμιά φορά αναζητάς τη σιωπή. Όταν το παράταιρο είναι υπερβολικά εκκωφαντικό. Και δεν σ’ αφήνει ν’ ακούσεις το φως που ανεβαίνει. Τότε η σκέψη γίνεται αναχωρητής. Σκαρφαλώνει στο απόκρημνο χάδι. Εκεί που δεν μπορεί να τη βρει κανείς εύκολα. Εκεί που μπορεί να γίνει της φωτιάς η γέννα.

Ο ΔΡΟΜΟΣ ΤΟΥ ΑΓΡΑΦΟΥ


Υστερα μια ενηλικίωση γυμνή από φωνές. Αμίλητη μέσα στα φύλλα που παίζουν με το φως. Το πήρε απόφαση η μιλιά και έφυγε έφιππη. Πάνω στο μαύρο άτι της ομίχλης Και άφησε πίσω της μια παρατεταμένη καλοκαιρινή εφηβεία. Πονάει λίγο η αναχώρηση. Μα για λίγο. Μετά ξέρεις ότι τις γραμμές τις ορίζεις ο ίδιος. Σύμφωνα με την δικιά σου Αιωνία. Σύμφωνα με τη δικιά σου σιωπή. Γύρω τριγύρω, αδιάφορες παρουσίες.

Ο ήχος μιας απουσίας που έσβησε επιτέλους. Και σταμάτησε το αδιέξοδο να ρέει. Φάνηκε η θύρα η μυστική. Στα τείχη που φτιάχτηκαν για να κρατήσουν τους πειρατές. Τι γελοίο … Οι πειρατές είναι πάντα επί τα εντός. Ευτυχώς. Το βλέμμα στρέφεται στο τεχνητό φρέαρ της αυταπάτης που έχει στερέψει. Και στη θέση του αναβλύζει το παρόν. Μια πηγή που ρέει μέσα από το στόμα σαράντα λεόντων. Μαρμάρινων. Δροσερών. Θυμίζοντας τα σαράντα κύματα της αρχής του θέρους. Που τα μέτρησες και τα έβαλες σε μια διάφανη φιάλη. Και τη πήρες μαζί σου φυλακτό στο δρόμο του Άγραφου. Εκει που οι πειρατές είναι επι τα εντός. Ευτυχώς.

Τετάρτη, 2 Σεπτεμβρίου 2015

Των Δρύδων το ψιθύρισμα στους Ερωντες της καταχνιάς

Και αν χαθούνε οι στιγμές στις σπίθες τ' ουρανού σου , θε να σε ψάξω στα βαθιά σκοτάδια του λυγμού σου. 'Κει απού εβρίσκονται συντρίμια- σκέψης πλώρες π ' ακροβατούνε στ ' άβυσσου τις βυθισμένες ώρες . Κι αν έσβυσαν οι ξαστεριές π ' αγρίμια τα μερεύουν, χαμένοι κόσμοι νοσταλγούν τους μύθους που κουρσεύουν. Κι είν  ' η σιωπη σα μακρινή , ηδονική αναπνιά σου, απλώχερα που έδωσες , φως μου , στη καταχνιά σου. Κι αυτή την ερωτεύτηκε της σιωπής τη μπόρα πήρε το αίμα τ ' ουρανού και βάφτηκε όλη τώρα.Και τα φτιασίδια του καημού λιώνουνε στο κορμί της και ξενυχτά και θολωσε ο νους κι η θυμησή της. Κι ο μαύρος της ο στεναγμός μοιάζει γυναίκας στήθος που μεθυσμένη ακροβατεί ' κει που αρχίζει ο μύθος.Κι οι Αμαζόνες τη ρωτούν πού κρύβει τα φτερά της κι οι ωκεανοί πλανεύονται στα μυθικά ιερά της . Υψώνει τώρα δυό κραυγές , μιά ηδονής , μιά νίκης , ποτέ δε θα ' θελες αυγή στο βλέμμα της ν ' ανήκεις.Για θα σου πάρει τ' άλικο το φλογερό σου γέλιο και θα το κάνει σκοτεινιά , του κεραυνού θεμέλιο. Κι εκειός θα γίνει μαχητής , άγγελος - στρατιώτης , που καβαλάρης θα ' ρχεται στο τέλος κάθε νιότης. Με το σπαθί και τ ' άτι του θε να τρυγά το νού σου , θε να σου δώσει σιωπή , αρχή του μισεμού σου. Και θα πλανεύει το θολό δάκρυ τ' ορίζοντά σου και θα το κάνει στεναγμό , πέλαγο στον οντά σου.Και θα κοιμάσαι τις αυγές θα ξαγρυπνάς τις νύχτες , θα λέγει σου η σιωπή , τις ξαστεριές σου πνίχτες. Και ' συ Δρύδων ψιθύρισμα θ ' ακούς στους στεναγμούς της κι οι έρωντες θε να γελούν στους ψεύτικους λυγμούς της.Κι οι ωκεανοί θα γινουνε παλιών βωμών το μύρο , θεές απου το έβαζαν στου όνειρου το γύρο. Και το κορμί τ ' ορίζοντα στης θαλασσας το σώμα , θε να χαθεί με μιά πνοή στης καταχνιάς το δώμα. Κι οι ασκιανοί θα ορέγονται τηςθύμησης τα κάλλη , ξαθέρια οι σκέψεις θα γινούν εις των ψυχών την πάλη. Και τότε ' συ με μια κραυγή θα πεις να σιωπάσουν , να μη μιλούν , του λογισμού τ ' αγρίμια να ησυχάσουν. Θανε φυσήξει δροσερός Βοριάς και θα χαθούνε της καταχνιάς οι έρωντες και θα λησμονηθούνε . Θα τρέξεις τότε απ ' των βυθών τ ' απάτητα χαράκια , στ ' όρη , στις ανεράιδες που ζούνε στα ρυάκια. Και θα χαθείς στ ' αγκάλες τους ηλιόφωτες  που είναι κι έχουν το χάδι τ ' αστεριών που θα σου λέει μείνε.Και ' συ θα μείνεις στης αυγής το μυρωμένο δώμα και θα ' ναι μόνο ανατολής της ζήσης σου το χρώμα. Κι ειναι το γέλιο της καρδιάς των χίλιων οριζόντων , το παίδεμα κι ο θάνατος των σκοτεινών αρχόντων.

Κυριακή, 30 Αυγούστου 2015

ΟΙ ΑΓΓΕΛΟΙ ΤΟΥ ΠΑΡΑΣΤΡΑΤΗΜΕΝΟΥ ΟΝΕΙΡΟΥ


Ένα σύννεφο- μαχαίρι, που σταλάζει τα δάκρυα ενός παραστρατημένου ονείρου. Μια άβυσσος, θάλασσα ακίνητη, μέσα σε μια επικίνδυνη γαλήνη. Κοφτερές λάμες, φωνές ξένες, που πληγώνουν την τόσο οικεία σιωπή. Μια απουσία που μυρίζει φρεσκοπλυμένη αυγή. Ένα νόημα που έχασε τον δρόμο προς τους εσωτερικούς ορίζοντες. Κι απόμειναν αυτοί μοναχοί, με τα γεράκια- αθιβολιές, να κυνηγούν. Γεμίζοντας το βλέμμα. Γεμίζοντας το όνειρο. Δείχνοντας τον δρόμο. Έχει μια διαύγεια η σιωπή. Ένας ορίζοντας που χάνεται πίσω από τους καπνούς της φωτιάς που καίει στη χωματερή των σκοταδιών. Και τα όρη να περιμένουν την ανάβαση. Κάποιος να σκοτώσει την αναμονή. Ν’ ανοίξουν φτερά αετήσια πάνω από την απουσία. Μακάρι να ερχόνταν μια καταιγίδα. Να πλυθούν τα όρη. Να βρεί το όνειρο το μονοπάτι. Πάνω από τα γκρέμνα, μέσα από τις χαράδρες του φθινοπωρινού θανάτου των φύλλων, των φόβων της εχθρικής γαλήνης. Το χάδι κρύφτηκε μέσα σε μια υπεκφυγή. Που ανέβαλε το φως. Που, παρ’ ότι η μέρα έχει ανέβει, το φως δεν έχει έρθει ακόμη. Παραστρατημένος έφηβος, το όνειρο περιπλανιέται, ψάχνει. Ανυπόμονα. Ο νους τρέχει. Κι αυτό αντιτίθεται στη βαλτωμένη γαλήνη του συνήθους. Και ξαφνικά, μέσα στη σκοτεινή μέρα, πυγολαμπίδες στήνουν το γλέντι των χα’ί’νιδων, οι δημιουργίες. Οι πολύχρωμες κόρες της ερήμου. Η αλήθεια θέλει να ειπωθεί. Να σκίσει τη γαληνεμένη σιωπή και να γίνει θύελλα στα ώτα μη ακουόντων. Τα μοίρασμα θέλει το ταίρι του. Μα ίσως, κάποιες φορές, για να ξυπνήσει το φως, πρέπει ο νους να είναι ασκητής, ντυμένος με τη λεοντή από το σκοτωμένο αγρίμι του φόβου. Που μιλά για τον θάνατο κάθε εξουσιαστικού ψήγματος πάνω στο βλέμμα της Αιωνίας. Που μιλά άφοβα για τη φωτιά που καίει. Κάθε δειλινό, βαφτίζει μέσα σε κρυστάλλινα νερά, τους νεοφώτιστους μαχητές. Αυτούς που έχουν φτερά στις πλάτες. Τους Άγγελους του παραστρατημένου ονείρου.

ΜΥΗΣΗ


Τατουάζ ανεξίτηλο στον μυστικό ομφαλό της γης, ο χρησμός της μεθυσμένης ιέρειας. Από τους καπνούς σπάνιων, μυστικών βοτάνων. Από τα ξόρκια των θεών και των δαιμόνων. Και η κρυφή της έκσταση, ιερογλυφικά, στους δρόμους των προοπτικών, που ταξιδεύουν σε ξεχασμένους θυμούς. Σε ξεχασμένους πόνους. Σε ξεχασμένους εφιάλτες. Που τους γιάτρεψε το άγγιγμα των πεσμένων πλατανόφυλλων δίπλα στην αρχέγονη πηγή. Κοντά στους αρχέγονους όρκους. Εκεί που μια κατανυκτική σιωπή, έχει τον βωμό της. Τον αρωματισμένο με αρχαία μύρα. Σαν κι αυτά που άλειψαν πεθαμένους θεούς, καθώς από το θνητό, περνούσαν , αυτοί, στο αθάνατο. Και ο χρησμός, πάντα ο ίδιος. Ανεξίτηλος και ακατανόητος από τους σοφούς. Μα τόσο κατανοητός από τον Έρωντα. Ως βότανο που πίνει το πεπερασμένο, για να γίνει άπειρο. Ως αρχαία λαλιά, που την μιλούν όσοι έμειναν αγρίμια. Όσοι αγαπούν τα γκρέμνα και τα όρη και τις αγριεμένες θάλασσες. Όσοι ζουν στο πέρας των οριζόντων. Που βλέπουν, μακρινά, κρυμμένα σύμπαντα, πέρα από τον χορό των χορδών. Ως βέβηλη εφηβική ζωγραφιά, πάνω σε αρχαία κάστρα. Που κατακρίνουν οι βολεμένοι. Μα που τη βλέπουν οι Δροσουλίτες και χαίρονται. Γιατί ξέρουν πως η σιωπή, συνεχίζει να γεννά πολεμιστές. Που θα έρχονται πάντα καβαλάρηδες. Κάθε αυγή. Κάθε που χαράζει. Πιστοί ‘’ τοις κείνων ρήμασι ‘’… Και κρυφογελούν οι Δροσουλίτες βλέποντάς τους. Γιατί ξέρουν ότι υπάρχουν ακόμα αυτοί που αποκρυπτογραφούν. Τον ανεξίτηλο χρησμό.  Που η μεθυσμένη ιέρεια συνεχίζει ακούραστα να ψιθυρίζει στο αυτί των νέων μαχητών. Ως αρχέγονη μύηση. Ως αρχέγονος όρκος. Στους βωμούς, τους κρυμμένους στις εσχατιές των εσωτερικών οριζόντων.

 

Πέμπτη, 23 Ιουλίου 2015

Ο ΑΜΑΝΕΣ ΤΟΥ ΦΕΓΓΑΡΙΟΥ


Ηχος αργόσυρτος από ‘’κανονάκι’’. Κι ο άνεμος να παίρνει τον ρυθμό και να τον τσακίζει στις χαραμάδες της ετοιμόρροπης πόρτας της ψυχής. Κι ένας αμανές να ανατριχιάζει το σεληνόφως και να κάνει το κύμα να φουσκώνει ριγώντας. Ένας αμανές που μιλά για κάστρα που τα στοίχειωσαν ανεκπλήρωτοι πόθοι και αγάπες, που έγιναν πετροχελίδονα. Και ύστερα κάποιος θέλει να πιεί τη σιωπή μονορούφι, μεθώντας με το δάκρυ. Το βουβό ουρλιαχτό μιας νύχτας χαμένης στις εποχές που μπερδεύτηκαν. Και η κραυγή του τροβαδούρου να ρωτά ‘’ τι θέλεις να σου τραγουδήσω σκέψη ; ‘’. Κι ένα καλοκαίρι που μοιάζει φθινόπωρο. Σαν ένα γελαστό πρόσωπο, που έχει το γέλιο για να κρύβει το δάκρυ. Μια σιωπή που ανάβει τσιγάρο και ο καπνός πνίγει τον λυγμό σου. Κι έπειτα, χρώματα. Κάτι ξεχασμένα φαντάσματα στους λαβυρίνθους του νου , φεύγουν. Ηρθε επιτέλους η ώρα τους. Ξαφνικά, ως δομινικοθεοτοκοπουλική έκρηξη, η ανάβαση. Ίπτασαι πάνω από το πέπλο του καπνού της σιωπής. Μια εκρηκτικά βουβή κραυγή. Ένα ξέσπασμα του φεγγαριού, που μένει αναποφάσιστο, για το αν θα πρέπει να δύσει. Και να σ’ αφήσει, με τη σιωπή και τη γυμνή σου σκέψη. Ο αμανές του φεγγαριού.

Τετάρτη, 15 Ιουλίου 2015

Η ΥΦΑΝΤΡΑ ΤΩΝ ΗΛΙΑΧΤΙΔΩΝ


Ο ορίζοντας έβαψε τα χέρια του με το αίμα αθώων κερασιών. Και η απεραντοσύνη, περνά κρατώντας στη τσάντα της τον ανθό του ‘Ερωντα. Που θα δώσει το χάδι στη σιωπή. Μια υφάντρα σιωπή. Που υφαίνει τις ηλιαχτίδες. Και φτιάχνει το πολύχρωμο πέπλο του ‘’ είναι’’. Τα νέφη πίνουν νωχελικά τη σπιτική λεμονάδα της αθιβολής. Εικόνες. Μορφές. Σχήματα. Κλήματα που μπλέχτηκαν χορεύοντας και έφτιαξαν τον ασκιανό. Για να  ξαποστάσει το φως. Μια βαλίτσα γεμάτη δρόμους. Διαδρομές του αγνώστου. Και ύστερα το απύθμενο πορφυρό βλέμμα. Πάνω στην πεθυμιά, σκοτώνονται οι ηλιαχτίδες. Πάνω στους ασκιανούς σκοτώνονται οι ηλιαχτίδες. Οι Υάκινθοι ανθίζουν στη πρώτη νιότη. Και ένα φεγγάρι- φέτα λεμονιού στο φωτεινό  βαθύ της αβύσσου. Και η σιωπή, συνεχίζει να υφαίνει τις ηλιαχτίδες. Και το υφάδι της, σκοτείνιασε τη σκέψη. Και ξαφνικά, τα νερά της πηγής της ομορφιάς, ξεχύθηκαν, σαν από αρτεσιανό φρέαρ. Δροσιά. Μέσα σ’ ένα καλοκαίρι  που όλο μετανιώνει και δεν έρχεται. Κι εμείς , στήσαμε σκηνή κάτω από το μακρύ πέπλο της Αφροδίτης. Και η Μέδουσα, έκρυψε το πρόσωπό της. Να μη μαρμαρώσει τις στιγμές. Κι η σιωπή έσκισε το υφάδι της. Και  τα νήματά του , οι ηλιαχτίδες, ξεχύθηκαν μέσα στο χάδι. Κι απόμεινε η υφάντρα σιωπή μέσα στο γέλιο- απόσταγμα του νοιαξίματος. Απόσταγμα του αγγίγματος. Δυνατό απόσταγμα που θα μεθύσει τις σκέψεις. Κι η υφάντρα σιωπή, άρχισε άλλο υφάδι ξανά. Πολύχρωμο. Κάτω από τους ασκιανούς και τις Ερινύες.

 

Τ' ΑΚΡΟΝΥΧΑ ΤΗΣ ΘΥΕΛΛΑΣ


Το κοφτερό ρύγχος του στεναγμού στο σπασμένο ακόντιο των ανέμων. Που φυσούν από όλες τις κατευθύνσεις της σιωπής. Που φέρνει μηνύματα από το βορρά. Που φέρνει μηνύματα από το νότο. Μια ανατολή- χαμένο κύμα στην άβυσσο. Κι ο χρόνος ανεβοκατεβάζει τα πλήκτρα, αργά, εκκωφαντικά σιωπηλός. Ο χρόνος, ανθός που μπουμπούκιασε, που έγινε καρπός. Που κοιμήθηκε στο λευκό για ν’ αναστηθεί στο άλικο. Φωνές ψιθυριστές, οι στιγμές, στο απυρόβλητο της σιωπής. Κι όμως, ξέρω τι νιώθεις. Μακρινή ακτή των ανέμων, σταγόνα καυτή που στέγνωσε στο μάγουλο. Δεν έχει άλλες σταγόνες η βροχή. Το βλέμμα του αγριμιού, αντικαταστάτης ηθοποιός, ενός αναχωρητή πρωταγωνιστή. Σ’ ένα θέατρο που το πήρε η ηχώ, που πλανεύτηκε από τα κάλλη της. Κι από τότε, τριγυρίζει ξυπόλητος μαχητής. Αναστενάρης στ’ αναμμένα κάρβουνα του είναι. Σκισμένο χαρτί σε χιλιάδες κομμάτια η αθιβολή. Οι αναμνήσεις, όσο τις σκίζεις, τόσο πολλαπλασιάζονται. Κάθε κομμάτι, γεννά άλλα. Να περπατήσεις στη φωτιά. Πείθοντας το ‘’ είναι ‘’ των Ερώντων. Πείθοντας το ‘’ είναι’’ του πορφυρού. Πείθοντας το ‘’ είναι’’ του γαλάζιου, που σε κοιτάζει με το αδυσώπητο βλέμμα της γαλήνης. Γαλήνη; Ενώ οι καιροί είναι σε διάταξη μάχης; Ναι. Ο μέγας ταξιάρχης ανοίγει τα φτερά του. Και ‘συ πιάνεσαι από τ’ ακρόνυχα της θύελλας. Όχι για να τη δαμάσεις. Μα για το πέταγμα. Από τη μια σιωπή στην άλλη. Από τη μια άβυσσο στην άλλη.

Η απόσταση από την ελευθερία, είναι όσο μια κραυγή στ’ ακρόνυχα της θύελλας.

Κυριακή, 7 Ιουνίου 2015

ΤΟ ΟΥΡΛΙΑΧΤΟ ΤΩΝ ΗΛΙΑΧΤΙΔΩΝ


Μοναχική λύρα, παίζει τη σιωπή στις χορδές της νύχτας. Ένας χορός της σκέψης με μεθυσμένα βήματα. Σαν σε επίκληση. Σαν σε κραυγή, βροντερά σιωπηλή. Που βγαίνει μέσα από την ομίχλη, καθώς κατεβαίνεις από τα όρη. Ένα κρύο φως στη γέννηση του ονείρου. Φρέσκο, σαν ανάσα από μέντα και θυμάρι, σ’ ένα τόσο δα σημάδι, μιας πληρότητας που  ξεχειλίζει από άγριες στεριές, από άγριες θάλασσες. Είναι τόσο ήρεμη η θύελλα. Κι όμως, ένας διαφυγόν πόνος, ως ηχώ στην άβυσσο, μια θύμηση που σκοτώνεται, καθώς η φωτεινή θεά της νύχτας, ανατέλλει. Κι ένα ψεύτικο πορφυρό, σαν από βυζαντινή δολοπλοκία, σου κεντά το βλέμμα. Ένας πόνος στο βλέμμα και το νερό της σιωπής τρέχει, πάνω στις ρυτίδες σκληροτράχηλου πολεμιστή. Που ντρέπεται για’ αυτό. Ύστερα, η φωνή ενός ανδρόγυνου Πάνα, να παίζει τον αυλό της φωτιάς. Και σπίθες πολλές, ως εκλάμψεις εικόνων, που θα’ ρθουν όταν θα φύγεις. Κι ένα ‘’σ’αγαπώ’’ που μπαίνει από τις γρίλιες της ύπαρξης. Και σκοτώνει την ανυπαρξία. Η σιωπή στο ουρλιαχτό των ηλιαχτίδων. Καθώς οι καιροί στροβιλίζονται στις ψυχές, στις ατελεύτητες διαδρομές. Εκστατικός πολεμικός χορός γεμάτος Έρωντα και αψηφισιά στον Αχέροντα. Η ομορφιά, του να ξεκινάς, χωρίς να ξέρεις για πού και τι θα συναντήσεις. Σεληνιασμένη ηχώ, η σιωπή σε μιαν ατέρμονη επανάληψη, τόσο διαφορετική. Κάθε φορά που ακούς το ουρλιαχτό των ηλιαχτίδων.

Σάββατο, 6 Ιουνίου 2015

ΤΟ ΜΥΣΤΙΚΟ ΕΑΡ


Το χνούδι του μεσημεριού πλέει στο φως ενός ανυπόμονου καλοκαιριού. Που αναζητά τους ορίζοντες. Ένα κομπολόι από  σκέψεις, μετράνε τις ευχές του είναι. Ώρες που ακροβατούν. Γαλήνη που ακροβατεί στο απύθμενο του νου. Και ύστερα οι αρχαίοι απορούν. Πως το καινούργιο επιμένει να ξανάρχεται σα παλιός γνώριμος. Σκαρφαλώνεις στους μύθους όταν δεν έχεις που αλλού να περπατήσεις. Σκαρφαλώνεις στο ‘’είναι’’ όταν έχουν χαθεί οι σέρτικοι καπνοί του ‘’ μη είναι’’. Πρόσφορο στη χαρά, το άγγιγμα. Το μοίρασμα έστω και ενός ψίχουλου καθημερινότητας είναι η γέννηση του ονείρου. Η γέννηση είναι από μόνη της εκπλήρωση. Ενός ‘’όλου’’  που μοιράστηκε στα επιμέρους τμήματά του και δόθηκε στη ψυχή. Το πέρας του απείρου. Το πέρας του δρόμου. Το δέλεαρ του Έρωντα στο καταμεσήμερο της σιωπής. Που φλυαρεί. Και ένα θρόισμα της ύπαρξης, να το χα’ι’δεύει. Τατουάζ ανεξίτηλο στον ώμο της νύχτας, το φως. Το μειδίαμα ενός πόνου που χάνεται στην ηδυπαθή αγκαλιά του γαλάζιου, στο χάδι του Άνεμου. Τα βήματα συντονίζονται με τους χτύπους της καρδιάς του φωτός. Που ακροβατεί στο μυστικό Έαρ. Που δεν θέλεις κανείς να μάθει ότι είναι δικό σου. Ότι αναδύθηκες από τις αβύσσους και περιπλανιέσαι. Στις ευχές σου. Που φοβόσουν να τις επικαλεστείς. Όταν ήσουν στο βαθύ άλικο. Που χάνονταν στο γαλάζιο. Που χάνονταν μέσα στην λαμπρότητα ενός νιογέννητου κβάζαρ. Τόσο φωτεινού, όσο το τέλος, πριν σβήσει. Κι απομείνει μόνο η σκοτεινή αδερφή του φωτός. Η νύχτα που περιπλανιέται κάτι νιογέννητα καλοκαίρια. Αναζητώντας τους θεούς. Αναζητώντας τους δαίμονες. Αναζητώντας την ευχή. Βλέμμα που σκοτώνεται στα πέρατα. Βλέμμα που σκοτώνεται, για να δεις καλύτερα. Κι η σιωπή ακροβατεί στο ηδύ και στο ατελεύτητο. Μια έφηβη σιωπή που ερωτεύεται τις θύελλες. Που βγαίνουν στο χαμόγελο των αβύσσων. Στους ναούς που βρίσκονται σε χέρια βαρβαρικά. Κάθε που νυχτώνει. Κάθε που χάνεσαι. Στο δικό σου μυστικό Έαρ.

 

 

Τετάρτη, 20 Μαΐου 2015

Ο ΧΟΡΟΣ ΤΟΥ ΛΥΚΟΦΩΤΟΣ


Ένας ρυθμός που επαναλαμβάνεται. Και ξαφνικά μια φλόγα που χορεύει στο απρόσμενο. Ιέρεια που ενώνει τα σύμπαντα, μέσα σε μια φούχτα βότανα από το ρυάκι. Νερό που γαργαλάει το λαιμό της αβύσσου. Κι αυτή γελάει και μπαίνει στο χορό. Χέρια υψωμένα σ’ έναν σκληρό ύμνο, ωε επίκληση στην ελευθερία. Μια ατέρμονη διαδοχή των ανέμων, πάνω σ’ ένα μπερδεμένο ανεμολόγιο, που δε μπορεί να πει ποια είναι η κατεύθυνσή τους. Ένας χορός της νύχτας, με τους μοναχικούς καπνούς και της αυγής, με τον αχνό της αθιβολής. Κι ένα τραγούδι σα κλάμα, σα γέλιο, σα γιορτή.

Μια λιτανεία από τις Θεσμοφοριάζουσες, που ξέφυγε από το σκονισμένο προκαθορισμένο και πορεύεται χαρούμενα προς το ακαθόριστο.

Ο Πάνας, γελά περιπαιχτικά στον καφέ του λυκόφωτος. Και του προσφέρει, το αίμα του γλεντιού, που μόλις ανάβλυσε, από τα γυμνά πόδια της μοναχικής σκέψης. Μα, ατό προτιμά να μην πέσει στην ψεύτικη έκσταση. Του φτάνει το τραγούδι της σιωπής, της ντυμένης με τους χιλιάδες ήχους του αιώνιου ‘’τώρα’’.

Χέρια υψωμένα, σαν σε επίκληση στο ‘’τώρα’’, προς όλες τις  κατευθύνσεις κινούμενα, σα τα πρωίμως ξερά φύλλα, που προαναγγέλλουν ένα καλοκαίρι που αργεί, μα , που λές πως μόλις πέρασε κι ας μην έχει έρθει ακόμη.

Όλες οι αισθήσεις ένας χορός. Όλα τα αόρατα ένας χορός. Όλες οι σταγόνες της θύμησης ένας χορός. Ένα λυκόφως που χάνεται χορεύοντας. Μέσα στην αγάπη είναι όλα παρόντα. Σα σφουγγάρι που έπιασε ο δύτης της ψυχής και έσβησε την απουσία, από τον μαυροπίνακα της αμφιθυμικής νύχτας. Στην αγάπη είναι όλα παρόντα. Σα πολυφωνικό τραγούδι, που το έκλεψαν βαρβαρικές φωνές, μα αυτό αντιστέκεται σαν την ηχώ στους ανέμους. Στην αγάπη είναι όλα παρόντα. Χορός ρυθμικά γρήγορος, όπως το ερωτικό χτυποκάρδι την ώρα της εκστασης.

 

ΤΟ ''ΕΙΝΑΙ'' ΤΩΝ ΕΥΧΩΝ


Κλαδιά- χέρια, υψωμένη κραυγή. Κι ένα φως διστακτικό στο πρώτο χάδι. Χέρια- ηλιαχτίδες, που κινούνται ρυθμικά, σα κύμα σταριού, στο θέρος. Χέρια- θυμιάματα, που μοσχοβολάνε παρουσία. Κι ο Έρωντας, ξαπλωμένος στον ορίζοντα, σαν θεός σε ανάκλιντρο, που περιμένει την αμβροσία της στιγμής.

Το αύριο έγινε τώρα. Ένα ‘’τώρα’’ ολόφωτο. Χορευτής σε έκσταση, που αμφισβητεί τους κανόνες τους γήινους και για μια στιγμή- όσο ένα φιλί, ανάσα στην άβυσσο, γίνεται θεός και δαίμονας.

Πευκοβελόνες οι ώρες, κινούνται στο ρυθμό του ανέμου της Άνοιξης. Βροχή από ανθούς που γεννήθηκαν μέσα στην έκρηξη της αυγής. Μέσα στην έκρηξη της κραυγής. Και μετά γαλήνη. Τα γυαλιά ακουμπισμένα στο άπειρο. Και το βλέμμα, γυμνό, βλέπει με την ψυχή, όχι με τα μάτια. Και βλέπει καθαρά μέσα στο αιώνιο Έαρ.

Χέρια που υψώνονται στο θυσιαστήριο. Το χορταριασμένο από τους αιώνες του ‘’είναι’’ των ευχών. Θυσιάζεις κάτι δικό σου για να σου επιστρέψει με την εκπλήρωση της ευχής.

Το αίμα, -δειλινό και αυγή – ρέει στα χέρια του μύστη. Που είναι τόσο αρχαίος, όσο ο Έρωντας. Ο πρώτος δαίμονας, ο πρώτος θεός, το αιώνιο άγγιγμα της γαλήνης. Και το φως- δυό σπουργίτια στο βλέφαρο της ψυχής. Σε μια εναιώρηση της  σκέψης. Σε μια  εναιώρηση του άπιαστου. Που απέχει μια ανάσα από το άγγιγμα.  Όσο να τεντώσεις τις ευχές σου, στο τόξο του Οδυσσέα. Στο τόξο της περιπλάνησης στην ομορφιά.

Δύναμη μεγάλη θέλει η ομορφιά για να βρείς βλέμμα  να τη δείς. Ως μια έκρηξη στη παρουσία. Ως μια έκρηξη στη γαλήνη. Το κρυφό ‘’είναι’’ των ευχών.

 

Παρασκευή, 15 Μαΐου 2015

Ο ΡΥΘΜΙΚΟΣ ΧΤΥΠΟΣ ΤΟΥ '' ΕΥ ''




 

Τα μακριά μαλλιά του γιού του Ήλιου πεσμένο πλατανόφυλλο στο βλέμμα. Ήχοι-σύντροφοι στο ψιθύρισμα. Και μια απεραντοσύνη που κοιμάται νωχελικά μέσα στο Έαρ.

Ύστερα ο χρόνος μοιάζει μακρινός, όσο πιο κοντά είναι η παρουσία. Το εφικτό, μια σταλιά όνειρο, που πραγματώθηκε στο μειδίαμα του σήμερα. Και οι στιγμές, έχουν στήσει χορό πάνω στα φεγγάρια των ανυπόμονων καιρών. Πάνω στα στήθη της γήινης σκέψης.

Σκοπός που συντονίζει τον ρυθμό του με τον χτύπο του ‘’Ευ’’. Κι είναι αυτή η επανάληψη του αναπάντεχου μια ενδελεχής ευχή- χειροπιαστή οπτασία. Χαμόγελο στο καταμεσήμερο. Και ο Αίωλος να χα’ι’δεύει τους καταρράκτες των Αγγέλων. Που για μια στιγμή άνοιξαν τις θύρες για ν’ ανασάνει η θύελλα. Η κλεισμένη στη σκέψη. Και ευθύς, η στιγμή έγινε ανθός στο αυτί μιας τσιγγάνας πιθανότητας. Κατάλευκη Άνοιξη στα μαύρα μαλλιά του σήμερα. Νομίζεις πως έχουν γίνει όλα και ξαφνικά όλα είναι Άνεμος, που καπνίζει αρειμανίως πάνω στο τώρα. Και καθαρίζει το φως από τις ερήμους του ‘’άνευ λόγου και αιτίας’’.

Μέσα στο σήμερα, σπουργίτια οι στιγμές που θυμίζουν το άγγιγμα. Εκείνο το απρόσμενο, που έρχεται όταν τίποτα πια δεν περιμένεις να ‘ ρθει. Παιδί που ζητά απ’ το φως να του πετάξει ένα γιασεμί. Και σαν αντάλλαγμα, δίνει ένα χαμόγελο στο νου που περιπλανιέται στα παλάτια του Μινώταυρου.

Μέσα στο δισάκι της, η στιγμή, έχει πιο πολλά απ’ ότι νομίζεις.

 

 

 

 

Πέμπτη, 14 Μαΐου 2015

Η ΕΝΑΤΗ ΩΡΑ




Επτά ήλιοι. Επτά τρομπέτες. Επτά ευχές. Το μυθικό, ως αντανάκλαση μέσα στην εικόνα. Ποιο ξόρκι θα ψιθυρίσουν σήμερα οι άνεμοι. Το δάκρυ της άνοιξης στο πρώτο αντάμωμα. Οι μυρωδιές της αυγής στο πρώτο αντάμωμα. Οι ήχοι της σκέψης στο πρώτο αντάμωμα. Οι θεοί σιωπούν στο πρώτο αντάμωμα. Και ύστερα, η καταπόντησις της Ατλαντίδας. Η καταπόντησις του ασφαλούς μέσα στη γαλήνη. Όταν η ατέλειωτη διαδρομή, καλεί το άγνωστο ‘’είναι’’. Όταν το κάλεσμα του Υάκινθου διακόπτει τη σιωπή, με μια υποβόσκουσα σιωπή, που θα οδηγήσει στην επανάσταση των βημάτων που θα μορφοποιήσουν τον  ρυθμό.

Και ο ήχος θα γίνει γραπτός λόγος πάνω στον πάπυρο.

…Η μέρα περνά γρήγορα μέσα στην απουσία που δηλώνει παρούσα. Μια επίκληση στο φως να επανέλθει. Αρχαίος θεός που δίνει λύση στο δάκρυ, ως εύρημα του Ευριπίδη, που θα το σαρκάσει ένα Αριστοφανικό γέλιο.

Πάνω από τα νέφη, στις απάτητες κορφές της επιθυμίας, είναι ο βωμός ο αφιέρωμένος στο άγνωστο. Αυτό που θα ‘ θελες να ξέρεις, μα που ταυτρόχρονα εύχεσαι ν’ αργήσεις να γνωρίσεις. Για να κρατήσει πολύ καιρό το ταξίδι.

Επισκέπτης σε ξένη γη, που ανακαλύπτεις ότι δεν είναι και τόσο ξένη. Μπορείς να πας μακριά ακολουθώντας τις ρίζες σου.

Επτά ήλιοι. Επτά τρομπέτες. Επτά ευχές.

Λίγο πριν την Ενάτη ‘Ωρα.

Τότε που οι θεοί θα σιωπήσουν. Τότε που οι ‘Αγγελοι θα κλείσουν τα φτερά τους. Τότε που θ’ αφουγκραστείς το όνειρο. Τότε που το αιώνιο θα γίνει θνητή θυσία, για να μορφοποιηθεί σε ατέρμονο Έαρ. Το ηδύ που θα νικήσει.

Στο τέλος γίνεται πάντα ότι εύχεσαι.

Τετάρτη, 13 Μαΐου 2015

ΤΟ ΤΣΑΛΑΚΩΜΕΝΟ ΛΥΚΟΦΩΣ


Τσαλακωμένο χαρτί η στιγμή, πεταμένο σε μιάν άκρη του λυκόφωτος. Από τις ρωγμές της σκέψης αναδύονται Μαινάδες και Σειληνοί, ακόλουθοι ενός βακχικού φωτός που σιγοκαίει στο απέραντο. Και ο ερχομός του Ωρίωνα προμηνύει το κυνήγι του πόθου. Υστερα μια ομιχλώδης σιωπή. Και ένα αδέκαστο φως που γδύνει το εντός.

Κατάλευκο άτι με φτερούγες αρχάγγελου. Και στο μέτωπό του ανάγλυφη, γυμνή θεά, η Αυγή, στο πρώτο της σκίρτημα. Πέρα μακριά στην αρχή του ορίζοντα, η κραυγή. Αρχαίος πολεμιστής, με σώμα από σταφύλι, στεφανωμένος με τα φύλλα της υποχθόνιας θεάς, που ήρθε η ώρα να συναντήσει τη Γαία- Μητέρα. Στο πρώτο άγγιγμά της ο Έρωντας που ρίχνει τα τείχη. Τα δώδεκα τείχη της σιωπής, σε ένα ατελεύτητο Έαρ. Ατίθασο λευκό κύμα τα μαλλιά της πηγής που φυλά καλά τα μυστικά της ατέρμονης εναιώρησης του ‘’ευ’’. Το σπάσιμο του κύκλου σε χιλιάδες αστερισμούς-ήρωες των μύθων της πεθυμιάς.

‘Αργησαν να ‘ρθουν  φέτος τα χελιδόνια. Ο εσωτερικός χρόνος τρέχει γρηγορότερα από την εναλλαγή στο άρμα του ‘Ηλιου. Φαέθοντας που δεν στάθηκε άξιος της εμπιστοσύνης του άπιαστου. Το χαμόγελο της Κυπρίδας στο φωτεινό ‘Εαρ. Μερικές φορές η ευχή είναι ένα τσαλακωμένο λυκόφως.

 

Παρασκευή, 6 Φεβρουαρίου 2015

ΧΑΙΡΕ ΤΗΣ ΕΝΤΡΟΠΙΑΣ ΤΟ ΦΩΣ...


Χαίρε οι ριπές του ανέμου. Χαίρε της καταιγίδας το κάλεσμα. Χαίρε ακατέργαστου ερωτικού χυμού το ασίγαστο μένος. Χαίρε εφήβου η επανάσταση.

Χαίρε του αγριμιού το κυνήγι. Χαίρε του λυκόφωτος το συνωμοτικό νεύμα. Χαίρε της αυγής η έκρηξη. Χαίρε η ασίγαστη τρυφερότητα του τώρα. Χαίρε του ηφαιστείου ο πανάρχαιος βρυχηθμός.

Χαίρε η αγρυπνιά του χα’ί’νη. Χαίρε απάτητη κορφή των ονείρων. Χαίρε η αιώνια φωτιά που κατακαίει το είναι.

Χαίρε των χαμένων θεών ο χρησμός. Χαίρε της ζωής το παιχνίδισμα. Χαίρε κραυγή πολεμική που αλώνεις τα τείχη.

Χαίρε η κραταιά Ανοιξη.

Χαίρε η ανοιχτή πληγή που σκοτώνει τη λήθη. Χαίρε της λύκαινας το ματωμένο βλέμμα.

Χαίρε του πρώτου ανθού το μειδίαμα. Χαίρε η καταπόντιση του ερέβους. Χαίρε το αντάμωμα των ψυχών. Χαίρε η κατακρήμνιση των ελών. Χαίρε η αγριεμένη θάλασσα των ευχών. Χαίρε το ξεβόλεμα του νου. Χαίρε τα συντρίμμια που έγιναν αρματωσιά. Χαίρε του χα’ι’νη η αψηφισιά.

Χαίρε αδάμαστο όνειρο.

Χαιρε του σκοταδιού το ψιθύρισμα. Χαίρε η βοή από τα δυνατά ζάλα που σκοτώνουν τη σκόνη. Χαίρε το αίμα που αναβλύζει στους βωμούς.

Χαίρε θύελλα αδερφή μου.

Χαίρε του καταρράκτη το ουράνιο τόξο. Χαίρε το πρώτο χνούδι της ματωμένης αυγής. Χαίρε πηγή αστείρευτη του λαού. Χαίρε δράκε πάνω σε αγιοργίτικο άτι. Χαίρε αρχάγγελε με τα μαύρα φτερά της λευτεριάς. Χαίρε της θύμησης η επανάσταση.

Χαίρε η έκρηξη.

Χαίρε το φως της εντροπίας. Χαίρε του χάους η δύναμη. Χαίρε οι αχαρτογράφητοι δρόμοι. Χαίρε το αιώνιο έαρ. Χαίρε της ψυχής το αρτεσιανό φρέαρ.

Χαίρε η έκρηξη του άλικου. Χαίρε αδάμαστη αυγή με τα ματωμένα πέταλα.

Χαίρε απόρθητε βράχε του είναι. Χαίρε νεράιδα του Πάνα. Χαίρε ‘Ερωτα- χερουβίμ του πόθου.

Χαίρε της εντροπίας το φως…  

 

Κυριακή, 25 Ιανουαρίου 2015

ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΗΣ ΣΙΩΠΗΣ


Θρύψαλα φωτός στο μεσονύχτι της καταιγίδας. Στάλες στο λιθόστρωτο της θύμησης. Ψιθύρισμα μιάς φλόγας κρυφής που ανάβει πάντα μετά την επίκληση του μύστη. Ζεσταίνοντας το παγωμένο βλέμμα των οριζόντων.

Και ύστερα το χάδι της ερήμου. Της χαραγμένης στο Νότο. Εκεί που τελειώνει η σπίθα του νου που περιπλανήθηκε πολύ. Πριν φτάσει στο εσώτερο ψιθύρισμα. Που γεννήθηκε στο γαλάζιο που συνεχίζεται στην οπτασία. Που θα υπάρχει μετά το τέλος του ονείρου.

Αρωμα από το ακοίμητο φως. Στη γαλήνη ξεχασμένων ναών. Μέσα στις οάσεις που θυμούνται τους μύθους.

Εξωτικός ανθός που ανοίγει τα πέταλά του στο πρώτο άγγιγμα. Και ύστερα το δάκρυ της αυγής. Καθώς η μέρα παίρνει την πρώτη ανάσα της. Ως νιόφερτη ψυχή στο κόκκινο κρασί του απέραντου. Ένα εκκωφαντικό ψιθύρισμα στις εσχατιές της σιωπής. Εκεί που υπάρχεις μόνο εσύ Αρχάγγελε της αιώνιας θύμησης. Εκεί που το σύμπαν κλείνει τον γόνα στην πρώτη έκρηξη. Στο σχηματισμό του αδιαφοροποίητου που επιτέλους παίρνει μορφή. Και ανασαίνει. Και χτυπά ρυθμικά η καρδιά του Αυγερινού. Ως γνώριμο κάλεσμα της άφιξης. Αυτού που περίμενε η στιγμή . Αυτού που περίμενε το θνητό. Αυτό που έστειλε το αθάνατο. Κρυφός κόσμος που δεν θα τον ανακαλύψουν ποτέ οι Ερινύες και οι Μέδουσες. Και που οι Εκατόνγχειρες δεν μπορούν να το αγγίξουν.

Μεγάλη που είναι η θύμηση κι ο πόνος πιο μεγάλος. Εκεί που η ύπαρξη είναι η στάχτη που θα πλύνει και θα λευκάνει το άμορφο σε μορφή. Την οπτασία σε πεπραγμένο. Το θνητό σε άπειρο. Ακου το ψιθύρισμα σου. Το παράταιρο τραγούδι για τους άλλους. Μα το τόσο ταιριαστό σε σένα. Όταν τίποτε άλλο δεν είναι δικό σου. Το τραγούδι της σιωπής. Στο τέλος του ατέρμονου.

ΤΟ ΝΕΡΟ ΤΗΣ ΣΙΩΠΗΣ


Ότι νιώθεις, φλεγόμενοι ίσκιοι. Μια άλικη νιφάδα μέσα στο μαύρο, η λόγχη των καιρών στην πληγή του Νότου.

Τα τύμπανα του Πάνα δαιμονίζουν τις νεράιδες. Τις κρυμμένες στο νερό της σιωπής. Που ρέει φλεγόμενο  στις παρυφές του γκρίζου. Και που σκοτώνεται μέσα στο μακρινό γαλαξία της σκέψης. Είναι ένα κρύο δειλινό του Αχέροντα. Εκεί που το βλέμμα παύει να φλυαρεί και κοιτά το ουσιώδες. Μια αυγή αναποφάσιστη για το που θα στείλει το νόημά της. Όταν φυσούν από παντού τα παιδιά του Αίολου. Στα γκρεμνά της Αλήθειας τ’ αγρίμια λευτερώνονται. Στα γκρεμνά της σιωπής οι ίσκιοι λευτερώνονται. Στα γκρεμνά του σκοταδιού τα όνειρα γίνονται ασκητές που αψηφούν τους θνητούς νόμους. Και μιλούν με το φως που κρυφογελά μέσα από τις βαθιές ρυτίδες στο σκληροτράχηλο είναι. Το σκαμμένο από τους τοξοβόλους της Αθάνατης. Που πλέει μέσα στο νιογέννητο άλικο. Και σκοτώνει τη θύμηση. Για να γεννηθεί η πεθυμιά μέσα από το κέρας το γεμάτο από το νέκταρ της απεραντοσύνης.

Και ‘ συ ουρανέ αφουγκράσου.

Το άλικο στο λευκό, πληγή στο γαλάζιο.

Θυμήσου το όνειρο όταν ο Αυγερινός χαθεί και οι Πλειάδες θυσιαστούν στη νέγρα αδερφή της κόρης του ‘Ηλιου. Που έρχεται μαζί με τους αστερισμούς Εραστές της. Να σου θυμίσει το άρωμα της μάχης. Καθώς θα ηχούν τα τύμπανα του Πάνα και θα δαιμονίζουν τις νεράιδες.

Καθώς θα ηχούν τα τύμπανα του Πάνα και θα δαιμονίζουν τη βολεμένη καθημερινότητα. Και που θα καλούν το λευκό να γίνει άλικο. Κραυγή σιωπηλή η σκέψη, πάνω στους γαλάζιους μονόκερους των στιγμών. Τεντώσου ως τόξο του Οδυσσέα που οι μνηστήρες – ψευδαισθήσεις του είναι- δεν καταφέρνουν να τεντώσουν. Πέταξε σα βέλος ορειχάλκινο ακριβώς στο κέντρο του ορίζοντα. Μη φοβάσαι δεν θα πληγώσεις το φως. Γιατί θα έχεις γίνει ένα μαζί του. Το νερό της σιωπής έπαψε να φλυαρεί.

Καιρός ν’ ακούσεις.