Κυριακή, 25 Ιανουαρίου 2015

ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΗΣ ΣΙΩΠΗΣ


Θρύψαλα φωτός στο μεσονύχτι της καταιγίδας. Στάλες στο λιθόστρωτο της θύμησης. Ψιθύρισμα μιάς φλόγας κρυφής που ανάβει πάντα μετά την επίκληση του μύστη. Ζεσταίνοντας το παγωμένο βλέμμα των οριζόντων.

Και ύστερα το χάδι της ερήμου. Της χαραγμένης στο Νότο. Εκεί που τελειώνει η σπίθα του νου που περιπλανήθηκε πολύ. Πριν φτάσει στο εσώτερο ψιθύρισμα. Που γεννήθηκε στο γαλάζιο που συνεχίζεται στην οπτασία. Που θα υπάρχει μετά το τέλος του ονείρου.

Αρωμα από το ακοίμητο φως. Στη γαλήνη ξεχασμένων ναών. Μέσα στις οάσεις που θυμούνται τους μύθους.

Εξωτικός ανθός που ανοίγει τα πέταλά του στο πρώτο άγγιγμα. Και ύστερα το δάκρυ της αυγής. Καθώς η μέρα παίρνει την πρώτη ανάσα της. Ως νιόφερτη ψυχή στο κόκκινο κρασί του απέραντου. Ένα εκκωφαντικό ψιθύρισμα στις εσχατιές της σιωπής. Εκεί που υπάρχεις μόνο εσύ Αρχάγγελε της αιώνιας θύμησης. Εκεί που το σύμπαν κλείνει τον γόνα στην πρώτη έκρηξη. Στο σχηματισμό του αδιαφοροποίητου που επιτέλους παίρνει μορφή. Και ανασαίνει. Και χτυπά ρυθμικά η καρδιά του Αυγερινού. Ως γνώριμο κάλεσμα της άφιξης. Αυτού που περίμενε η στιγμή . Αυτού που περίμενε το θνητό. Αυτό που έστειλε το αθάνατο. Κρυφός κόσμος που δεν θα τον ανακαλύψουν ποτέ οι Ερινύες και οι Μέδουσες. Και που οι Εκατόνγχειρες δεν μπορούν να το αγγίξουν.

Μεγάλη που είναι η θύμηση κι ο πόνος πιο μεγάλος. Εκεί που η ύπαρξη είναι η στάχτη που θα πλύνει και θα λευκάνει το άμορφο σε μορφή. Την οπτασία σε πεπραγμένο. Το θνητό σε άπειρο. Ακου το ψιθύρισμα σου. Το παράταιρο τραγούδι για τους άλλους. Μα το τόσο ταιριαστό σε σένα. Όταν τίποτε άλλο δεν είναι δικό σου. Το τραγούδι της σιωπής. Στο τέλος του ατέρμονου.

ΤΟ ΝΕΡΟ ΤΗΣ ΣΙΩΠΗΣ


Ότι νιώθεις, φλεγόμενοι ίσκιοι. Μια άλικη νιφάδα μέσα στο μαύρο, η λόγχη των καιρών στην πληγή του Νότου.

Τα τύμπανα του Πάνα δαιμονίζουν τις νεράιδες. Τις κρυμμένες στο νερό της σιωπής. Που ρέει φλεγόμενο  στις παρυφές του γκρίζου. Και που σκοτώνεται μέσα στο μακρινό γαλαξία της σκέψης. Είναι ένα κρύο δειλινό του Αχέροντα. Εκεί που το βλέμμα παύει να φλυαρεί και κοιτά το ουσιώδες. Μια αυγή αναποφάσιστη για το που θα στείλει το νόημά της. Όταν φυσούν από παντού τα παιδιά του Αίολου. Στα γκρεμνά της Αλήθειας τ’ αγρίμια λευτερώνονται. Στα γκρεμνά της σιωπής οι ίσκιοι λευτερώνονται. Στα γκρεμνά του σκοταδιού τα όνειρα γίνονται ασκητές που αψηφούν τους θνητούς νόμους. Και μιλούν με το φως που κρυφογελά μέσα από τις βαθιές ρυτίδες στο σκληροτράχηλο είναι. Το σκαμμένο από τους τοξοβόλους της Αθάνατης. Που πλέει μέσα στο νιογέννητο άλικο. Και σκοτώνει τη θύμηση. Για να γεννηθεί η πεθυμιά μέσα από το κέρας το γεμάτο από το νέκταρ της απεραντοσύνης.

Και ‘ συ ουρανέ αφουγκράσου.

Το άλικο στο λευκό, πληγή στο γαλάζιο.

Θυμήσου το όνειρο όταν ο Αυγερινός χαθεί και οι Πλειάδες θυσιαστούν στη νέγρα αδερφή της κόρης του ‘Ηλιου. Που έρχεται μαζί με τους αστερισμούς Εραστές της. Να σου θυμίσει το άρωμα της μάχης. Καθώς θα ηχούν τα τύμπανα του Πάνα και θα δαιμονίζουν τις νεράιδες.

Καθώς θα ηχούν τα τύμπανα του Πάνα και θα δαιμονίζουν τη βολεμένη καθημερινότητα. Και που θα καλούν το λευκό να γίνει άλικο. Κραυγή σιωπηλή η σκέψη, πάνω στους γαλάζιους μονόκερους των στιγμών. Τεντώσου ως τόξο του Οδυσσέα που οι μνηστήρες – ψευδαισθήσεις του είναι- δεν καταφέρνουν να τεντώσουν. Πέταξε σα βέλος ορειχάλκινο ακριβώς στο κέντρο του ορίζοντα. Μη φοβάσαι δεν θα πληγώσεις το φως. Γιατί θα έχεις γίνει ένα μαζί του. Το νερό της σιωπής έπαψε να φλυαρεί.

Καιρός ν’ ακούσεις.