Τετάρτη, 20 Μαΐου 2015

Ο ΧΟΡΟΣ ΤΟΥ ΛΥΚΟΦΩΤΟΣ


Ένας ρυθμός που επαναλαμβάνεται. Και ξαφνικά μια φλόγα που χορεύει στο απρόσμενο. Ιέρεια που ενώνει τα σύμπαντα, μέσα σε μια φούχτα βότανα από το ρυάκι. Νερό που γαργαλάει το λαιμό της αβύσσου. Κι αυτή γελάει και μπαίνει στο χορό. Χέρια υψωμένα σ’ έναν σκληρό ύμνο, ωε επίκληση στην ελευθερία. Μια ατέρμονη διαδοχή των ανέμων, πάνω σ’ ένα μπερδεμένο ανεμολόγιο, που δε μπορεί να πει ποια είναι η κατεύθυνσή τους. Ένας χορός της νύχτας, με τους μοναχικούς καπνούς και της αυγής, με τον αχνό της αθιβολής. Κι ένα τραγούδι σα κλάμα, σα γέλιο, σα γιορτή.

Μια λιτανεία από τις Θεσμοφοριάζουσες, που ξέφυγε από το σκονισμένο προκαθορισμένο και πορεύεται χαρούμενα προς το ακαθόριστο.

Ο Πάνας, γελά περιπαιχτικά στον καφέ του λυκόφωτος. Και του προσφέρει, το αίμα του γλεντιού, που μόλις ανάβλυσε, από τα γυμνά πόδια της μοναχικής σκέψης. Μα, ατό προτιμά να μην πέσει στην ψεύτικη έκσταση. Του φτάνει το τραγούδι της σιωπής, της ντυμένης με τους χιλιάδες ήχους του αιώνιου ‘’τώρα’’.

Χέρια υψωμένα, σαν σε επίκληση στο ‘’τώρα’’, προς όλες τις  κατευθύνσεις κινούμενα, σα τα πρωίμως ξερά φύλλα, που προαναγγέλλουν ένα καλοκαίρι που αργεί, μα , που λές πως μόλις πέρασε κι ας μην έχει έρθει ακόμη.

Όλες οι αισθήσεις ένας χορός. Όλα τα αόρατα ένας χορός. Όλες οι σταγόνες της θύμησης ένας χορός. Ένα λυκόφως που χάνεται χορεύοντας. Μέσα στην αγάπη είναι όλα παρόντα. Σα σφουγγάρι που έπιασε ο δύτης της ψυχής και έσβησε την απουσία, από τον μαυροπίνακα της αμφιθυμικής νύχτας. Στην αγάπη είναι όλα παρόντα. Σα πολυφωνικό τραγούδι, που το έκλεψαν βαρβαρικές φωνές, μα αυτό αντιστέκεται σαν την ηχώ στους ανέμους. Στην αγάπη είναι όλα παρόντα. Χορός ρυθμικά γρήγορος, όπως το ερωτικό χτυποκάρδι την ώρα της εκστασης.

 

ΤΟ ''ΕΙΝΑΙ'' ΤΩΝ ΕΥΧΩΝ


Κλαδιά- χέρια, υψωμένη κραυγή. Κι ένα φως διστακτικό στο πρώτο χάδι. Χέρια- ηλιαχτίδες, που κινούνται ρυθμικά, σα κύμα σταριού, στο θέρος. Χέρια- θυμιάματα, που μοσχοβολάνε παρουσία. Κι ο Έρωντας, ξαπλωμένος στον ορίζοντα, σαν θεός σε ανάκλιντρο, που περιμένει την αμβροσία της στιγμής.

Το αύριο έγινε τώρα. Ένα ‘’τώρα’’ ολόφωτο. Χορευτής σε έκσταση, που αμφισβητεί τους κανόνες τους γήινους και για μια στιγμή- όσο ένα φιλί, ανάσα στην άβυσσο, γίνεται θεός και δαίμονας.

Πευκοβελόνες οι ώρες, κινούνται στο ρυθμό του ανέμου της Άνοιξης. Βροχή από ανθούς που γεννήθηκαν μέσα στην έκρηξη της αυγής. Μέσα στην έκρηξη της κραυγής. Και μετά γαλήνη. Τα γυαλιά ακουμπισμένα στο άπειρο. Και το βλέμμα, γυμνό, βλέπει με την ψυχή, όχι με τα μάτια. Και βλέπει καθαρά μέσα στο αιώνιο Έαρ.

Χέρια που υψώνονται στο θυσιαστήριο. Το χορταριασμένο από τους αιώνες του ‘’είναι’’ των ευχών. Θυσιάζεις κάτι δικό σου για να σου επιστρέψει με την εκπλήρωση της ευχής.

Το αίμα, -δειλινό και αυγή – ρέει στα χέρια του μύστη. Που είναι τόσο αρχαίος, όσο ο Έρωντας. Ο πρώτος δαίμονας, ο πρώτος θεός, το αιώνιο άγγιγμα της γαλήνης. Και το φως- δυό σπουργίτια στο βλέφαρο της ψυχής. Σε μια εναιώρηση της  σκέψης. Σε μια  εναιώρηση του άπιαστου. Που απέχει μια ανάσα από το άγγιγμα.  Όσο να τεντώσεις τις ευχές σου, στο τόξο του Οδυσσέα. Στο τόξο της περιπλάνησης στην ομορφιά.

Δύναμη μεγάλη θέλει η ομορφιά για να βρείς βλέμμα  να τη δείς. Ως μια έκρηξη στη παρουσία. Ως μια έκρηξη στη γαλήνη. Το κρυφό ‘’είναι’’ των ευχών.

 

Παρασκευή, 15 Μαΐου 2015

Ο ΡΥΘΜΙΚΟΣ ΧΤΥΠΟΣ ΤΟΥ '' ΕΥ ''




 

Τα μακριά μαλλιά του γιού του Ήλιου πεσμένο πλατανόφυλλο στο βλέμμα. Ήχοι-σύντροφοι στο ψιθύρισμα. Και μια απεραντοσύνη που κοιμάται νωχελικά μέσα στο Έαρ.

Ύστερα ο χρόνος μοιάζει μακρινός, όσο πιο κοντά είναι η παρουσία. Το εφικτό, μια σταλιά όνειρο, που πραγματώθηκε στο μειδίαμα του σήμερα. Και οι στιγμές, έχουν στήσει χορό πάνω στα φεγγάρια των ανυπόμονων καιρών. Πάνω στα στήθη της γήινης σκέψης.

Σκοπός που συντονίζει τον ρυθμό του με τον χτύπο του ‘’Ευ’’. Κι είναι αυτή η επανάληψη του αναπάντεχου μια ενδελεχής ευχή- χειροπιαστή οπτασία. Χαμόγελο στο καταμεσήμερο. Και ο Αίωλος να χα’ι’δεύει τους καταρράκτες των Αγγέλων. Που για μια στιγμή άνοιξαν τις θύρες για ν’ ανασάνει η θύελλα. Η κλεισμένη στη σκέψη. Και ευθύς, η στιγμή έγινε ανθός στο αυτί μιας τσιγγάνας πιθανότητας. Κατάλευκη Άνοιξη στα μαύρα μαλλιά του σήμερα. Νομίζεις πως έχουν γίνει όλα και ξαφνικά όλα είναι Άνεμος, που καπνίζει αρειμανίως πάνω στο τώρα. Και καθαρίζει το φως από τις ερήμους του ‘’άνευ λόγου και αιτίας’’.

Μέσα στο σήμερα, σπουργίτια οι στιγμές που θυμίζουν το άγγιγμα. Εκείνο το απρόσμενο, που έρχεται όταν τίποτα πια δεν περιμένεις να ‘ ρθει. Παιδί που ζητά απ’ το φως να του πετάξει ένα γιασεμί. Και σαν αντάλλαγμα, δίνει ένα χαμόγελο στο νου που περιπλανιέται στα παλάτια του Μινώταυρου.

Μέσα στο δισάκι της, η στιγμή, έχει πιο πολλά απ’ ότι νομίζεις.

 

 

 

 

Πέμπτη, 14 Μαΐου 2015

Η ΕΝΑΤΗ ΩΡΑ




Επτά ήλιοι. Επτά τρομπέτες. Επτά ευχές. Το μυθικό, ως αντανάκλαση μέσα στην εικόνα. Ποιο ξόρκι θα ψιθυρίσουν σήμερα οι άνεμοι. Το δάκρυ της άνοιξης στο πρώτο αντάμωμα. Οι μυρωδιές της αυγής στο πρώτο αντάμωμα. Οι ήχοι της σκέψης στο πρώτο αντάμωμα. Οι θεοί σιωπούν στο πρώτο αντάμωμα. Και ύστερα, η καταπόντησις της Ατλαντίδας. Η καταπόντησις του ασφαλούς μέσα στη γαλήνη. Όταν η ατέλειωτη διαδρομή, καλεί το άγνωστο ‘’είναι’’. Όταν το κάλεσμα του Υάκινθου διακόπτει τη σιωπή, με μια υποβόσκουσα σιωπή, που θα οδηγήσει στην επανάσταση των βημάτων που θα μορφοποιήσουν τον  ρυθμό.

Και ο ήχος θα γίνει γραπτός λόγος πάνω στον πάπυρο.

…Η μέρα περνά γρήγορα μέσα στην απουσία που δηλώνει παρούσα. Μια επίκληση στο φως να επανέλθει. Αρχαίος θεός που δίνει λύση στο δάκρυ, ως εύρημα του Ευριπίδη, που θα το σαρκάσει ένα Αριστοφανικό γέλιο.

Πάνω από τα νέφη, στις απάτητες κορφές της επιθυμίας, είναι ο βωμός ο αφιέρωμένος στο άγνωστο. Αυτό που θα ‘ θελες να ξέρεις, μα που ταυτρόχρονα εύχεσαι ν’ αργήσεις να γνωρίσεις. Για να κρατήσει πολύ καιρό το ταξίδι.

Επισκέπτης σε ξένη γη, που ανακαλύπτεις ότι δεν είναι και τόσο ξένη. Μπορείς να πας μακριά ακολουθώντας τις ρίζες σου.

Επτά ήλιοι. Επτά τρομπέτες. Επτά ευχές.

Λίγο πριν την Ενάτη ‘Ωρα.

Τότε που οι θεοί θα σιωπήσουν. Τότε που οι ‘Αγγελοι θα κλείσουν τα φτερά τους. Τότε που θ’ αφουγκραστείς το όνειρο. Τότε που το αιώνιο θα γίνει θνητή θυσία, για να μορφοποιηθεί σε ατέρμονο Έαρ. Το ηδύ που θα νικήσει.

Στο τέλος γίνεται πάντα ότι εύχεσαι.

Τετάρτη, 13 Μαΐου 2015

ΤΟ ΤΣΑΛΑΚΩΜΕΝΟ ΛΥΚΟΦΩΣ


Τσαλακωμένο χαρτί η στιγμή, πεταμένο σε μιάν άκρη του λυκόφωτος. Από τις ρωγμές της σκέψης αναδύονται Μαινάδες και Σειληνοί, ακόλουθοι ενός βακχικού φωτός που σιγοκαίει στο απέραντο. Και ο ερχομός του Ωρίωνα προμηνύει το κυνήγι του πόθου. Υστερα μια ομιχλώδης σιωπή. Και ένα αδέκαστο φως που γδύνει το εντός.

Κατάλευκο άτι με φτερούγες αρχάγγελου. Και στο μέτωπό του ανάγλυφη, γυμνή θεά, η Αυγή, στο πρώτο της σκίρτημα. Πέρα μακριά στην αρχή του ορίζοντα, η κραυγή. Αρχαίος πολεμιστής, με σώμα από σταφύλι, στεφανωμένος με τα φύλλα της υποχθόνιας θεάς, που ήρθε η ώρα να συναντήσει τη Γαία- Μητέρα. Στο πρώτο άγγιγμά της ο Έρωντας που ρίχνει τα τείχη. Τα δώδεκα τείχη της σιωπής, σε ένα ατελεύτητο Έαρ. Ατίθασο λευκό κύμα τα μαλλιά της πηγής που φυλά καλά τα μυστικά της ατέρμονης εναιώρησης του ‘’ευ’’. Το σπάσιμο του κύκλου σε χιλιάδες αστερισμούς-ήρωες των μύθων της πεθυμιάς.

‘Αργησαν να ‘ρθουν  φέτος τα χελιδόνια. Ο εσωτερικός χρόνος τρέχει γρηγορότερα από την εναλλαγή στο άρμα του ‘Ηλιου. Φαέθοντας που δεν στάθηκε άξιος της εμπιστοσύνης του άπιαστου. Το χαμόγελο της Κυπρίδας στο φωτεινό ‘Εαρ. Μερικές φορές η ευχή είναι ένα τσαλακωμένο λυκόφως.