Πέμπτη, 23 Ιουλίου 2015

Ο ΑΜΑΝΕΣ ΤΟΥ ΦΕΓΓΑΡΙΟΥ


Ηχος αργόσυρτος από ‘’κανονάκι’’. Κι ο άνεμος να παίρνει τον ρυθμό και να τον τσακίζει στις χαραμάδες της ετοιμόρροπης πόρτας της ψυχής. Κι ένας αμανές να ανατριχιάζει το σεληνόφως και να κάνει το κύμα να φουσκώνει ριγώντας. Ένας αμανές που μιλά για κάστρα που τα στοίχειωσαν ανεκπλήρωτοι πόθοι και αγάπες, που έγιναν πετροχελίδονα. Και ύστερα κάποιος θέλει να πιεί τη σιωπή μονορούφι, μεθώντας με το δάκρυ. Το βουβό ουρλιαχτό μιας νύχτας χαμένης στις εποχές που μπερδεύτηκαν. Και η κραυγή του τροβαδούρου να ρωτά ‘’ τι θέλεις να σου τραγουδήσω σκέψη ; ‘’. Κι ένα καλοκαίρι που μοιάζει φθινόπωρο. Σαν ένα γελαστό πρόσωπο, που έχει το γέλιο για να κρύβει το δάκρυ. Μια σιωπή που ανάβει τσιγάρο και ο καπνός πνίγει τον λυγμό σου. Κι έπειτα, χρώματα. Κάτι ξεχασμένα φαντάσματα στους λαβυρίνθους του νου , φεύγουν. Ηρθε επιτέλους η ώρα τους. Ξαφνικά, ως δομινικοθεοτοκοπουλική έκρηξη, η ανάβαση. Ίπτασαι πάνω από το πέπλο του καπνού της σιωπής. Μια εκρηκτικά βουβή κραυγή. Ένα ξέσπασμα του φεγγαριού, που μένει αναποφάσιστο, για το αν θα πρέπει να δύσει. Και να σ’ αφήσει, με τη σιωπή και τη γυμνή σου σκέψη. Ο αμανές του φεγγαριού.

Τετάρτη, 15 Ιουλίου 2015

Η ΥΦΑΝΤΡΑ ΤΩΝ ΗΛΙΑΧΤΙΔΩΝ


Ο ορίζοντας έβαψε τα χέρια του με το αίμα αθώων κερασιών. Και η απεραντοσύνη, περνά κρατώντας στη τσάντα της τον ανθό του ‘Ερωντα. Που θα δώσει το χάδι στη σιωπή. Μια υφάντρα σιωπή. Που υφαίνει τις ηλιαχτίδες. Και φτιάχνει το πολύχρωμο πέπλο του ‘’ είναι’’. Τα νέφη πίνουν νωχελικά τη σπιτική λεμονάδα της αθιβολής. Εικόνες. Μορφές. Σχήματα. Κλήματα που μπλέχτηκαν χορεύοντας και έφτιαξαν τον ασκιανό. Για να  ξαποστάσει το φως. Μια βαλίτσα γεμάτη δρόμους. Διαδρομές του αγνώστου. Και ύστερα το απύθμενο πορφυρό βλέμμα. Πάνω στην πεθυμιά, σκοτώνονται οι ηλιαχτίδες. Πάνω στους ασκιανούς σκοτώνονται οι ηλιαχτίδες. Οι Υάκινθοι ανθίζουν στη πρώτη νιότη. Και ένα φεγγάρι- φέτα λεμονιού στο φωτεινό  βαθύ της αβύσσου. Και η σιωπή, συνεχίζει να υφαίνει τις ηλιαχτίδες. Και το υφάδι της, σκοτείνιασε τη σκέψη. Και ξαφνικά, τα νερά της πηγής της ομορφιάς, ξεχύθηκαν, σαν από αρτεσιανό φρέαρ. Δροσιά. Μέσα σ’ ένα καλοκαίρι  που όλο μετανιώνει και δεν έρχεται. Κι εμείς , στήσαμε σκηνή κάτω από το μακρύ πέπλο της Αφροδίτης. Και η Μέδουσα, έκρυψε το πρόσωπό της. Να μη μαρμαρώσει τις στιγμές. Κι η σιωπή έσκισε το υφάδι της. Και  τα νήματά του , οι ηλιαχτίδες, ξεχύθηκαν μέσα στο χάδι. Κι απόμεινε η υφάντρα σιωπή μέσα στο γέλιο- απόσταγμα του νοιαξίματος. Απόσταγμα του αγγίγματος. Δυνατό απόσταγμα που θα μεθύσει τις σκέψεις. Κι η υφάντρα σιωπή, άρχισε άλλο υφάδι ξανά. Πολύχρωμο. Κάτω από τους ασκιανούς και τις Ερινύες.

 

Τ' ΑΚΡΟΝΥΧΑ ΤΗΣ ΘΥΕΛΛΑΣ


Το κοφτερό ρύγχος του στεναγμού στο σπασμένο ακόντιο των ανέμων. Που φυσούν από όλες τις κατευθύνσεις της σιωπής. Που φέρνει μηνύματα από το βορρά. Που φέρνει μηνύματα από το νότο. Μια ανατολή- χαμένο κύμα στην άβυσσο. Κι ο χρόνος ανεβοκατεβάζει τα πλήκτρα, αργά, εκκωφαντικά σιωπηλός. Ο χρόνος, ανθός που μπουμπούκιασε, που έγινε καρπός. Που κοιμήθηκε στο λευκό για ν’ αναστηθεί στο άλικο. Φωνές ψιθυριστές, οι στιγμές, στο απυρόβλητο της σιωπής. Κι όμως, ξέρω τι νιώθεις. Μακρινή ακτή των ανέμων, σταγόνα καυτή που στέγνωσε στο μάγουλο. Δεν έχει άλλες σταγόνες η βροχή. Το βλέμμα του αγριμιού, αντικαταστάτης ηθοποιός, ενός αναχωρητή πρωταγωνιστή. Σ’ ένα θέατρο που το πήρε η ηχώ, που πλανεύτηκε από τα κάλλη της. Κι από τότε, τριγυρίζει ξυπόλητος μαχητής. Αναστενάρης στ’ αναμμένα κάρβουνα του είναι. Σκισμένο χαρτί σε χιλιάδες κομμάτια η αθιβολή. Οι αναμνήσεις, όσο τις σκίζεις, τόσο πολλαπλασιάζονται. Κάθε κομμάτι, γεννά άλλα. Να περπατήσεις στη φωτιά. Πείθοντας το ‘’ είναι ‘’ των Ερώντων. Πείθοντας το ‘’ είναι’’ του πορφυρού. Πείθοντας το ‘’ είναι’’ του γαλάζιου, που σε κοιτάζει με το αδυσώπητο βλέμμα της γαλήνης. Γαλήνη; Ενώ οι καιροί είναι σε διάταξη μάχης; Ναι. Ο μέγας ταξιάρχης ανοίγει τα φτερά του. Και ‘συ πιάνεσαι από τ’ ακρόνυχα της θύελλας. Όχι για να τη δαμάσεις. Μα για το πέταγμα. Από τη μια σιωπή στην άλλη. Από τη μια άβυσσο στην άλλη.

Η απόσταση από την ελευθερία, είναι όσο μια κραυγή στ’ ακρόνυχα της θύελλας.