Κυριακή, 30 Αυγούστου 2015

ΟΙ ΑΓΓΕΛΟΙ ΤΟΥ ΠΑΡΑΣΤΡΑΤΗΜΕΝΟΥ ΟΝΕΙΡΟΥ


Ένα σύννεφο- μαχαίρι, που σταλάζει τα δάκρυα ενός παραστρατημένου ονείρου. Μια άβυσσος, θάλασσα ακίνητη, μέσα σε μια επικίνδυνη γαλήνη. Κοφτερές λάμες, φωνές ξένες, που πληγώνουν την τόσο οικεία σιωπή. Μια απουσία που μυρίζει φρεσκοπλυμένη αυγή. Ένα νόημα που έχασε τον δρόμο προς τους εσωτερικούς ορίζοντες. Κι απόμειναν αυτοί μοναχοί, με τα γεράκια- αθιβολιές, να κυνηγούν. Γεμίζοντας το βλέμμα. Γεμίζοντας το όνειρο. Δείχνοντας τον δρόμο. Έχει μια διαύγεια η σιωπή. Ένας ορίζοντας που χάνεται πίσω από τους καπνούς της φωτιάς που καίει στη χωματερή των σκοταδιών. Και τα όρη να περιμένουν την ανάβαση. Κάποιος να σκοτώσει την αναμονή. Ν’ ανοίξουν φτερά αετήσια πάνω από την απουσία. Μακάρι να ερχόνταν μια καταιγίδα. Να πλυθούν τα όρη. Να βρεί το όνειρο το μονοπάτι. Πάνω από τα γκρέμνα, μέσα από τις χαράδρες του φθινοπωρινού θανάτου των φύλλων, των φόβων της εχθρικής γαλήνης. Το χάδι κρύφτηκε μέσα σε μια υπεκφυγή. Που ανέβαλε το φως. Που, παρ’ ότι η μέρα έχει ανέβει, το φως δεν έχει έρθει ακόμη. Παραστρατημένος έφηβος, το όνειρο περιπλανιέται, ψάχνει. Ανυπόμονα. Ο νους τρέχει. Κι αυτό αντιτίθεται στη βαλτωμένη γαλήνη του συνήθους. Και ξαφνικά, μέσα στη σκοτεινή μέρα, πυγολαμπίδες στήνουν το γλέντι των χα’ί’νιδων, οι δημιουργίες. Οι πολύχρωμες κόρες της ερήμου. Η αλήθεια θέλει να ειπωθεί. Να σκίσει τη γαληνεμένη σιωπή και να γίνει θύελλα στα ώτα μη ακουόντων. Τα μοίρασμα θέλει το ταίρι του. Μα ίσως, κάποιες φορές, για να ξυπνήσει το φως, πρέπει ο νους να είναι ασκητής, ντυμένος με τη λεοντή από το σκοτωμένο αγρίμι του φόβου. Που μιλά για τον θάνατο κάθε εξουσιαστικού ψήγματος πάνω στο βλέμμα της Αιωνίας. Που μιλά άφοβα για τη φωτιά που καίει. Κάθε δειλινό, βαφτίζει μέσα σε κρυστάλλινα νερά, τους νεοφώτιστους μαχητές. Αυτούς που έχουν φτερά στις πλάτες. Τους Άγγελους του παραστρατημένου ονείρου.

ΜΥΗΣΗ


Τατουάζ ανεξίτηλο στον μυστικό ομφαλό της γης, ο χρησμός της μεθυσμένης ιέρειας. Από τους καπνούς σπάνιων, μυστικών βοτάνων. Από τα ξόρκια των θεών και των δαιμόνων. Και η κρυφή της έκσταση, ιερογλυφικά, στους δρόμους των προοπτικών, που ταξιδεύουν σε ξεχασμένους θυμούς. Σε ξεχασμένους πόνους. Σε ξεχασμένους εφιάλτες. Που τους γιάτρεψε το άγγιγμα των πεσμένων πλατανόφυλλων δίπλα στην αρχέγονη πηγή. Κοντά στους αρχέγονους όρκους. Εκεί που μια κατανυκτική σιωπή, έχει τον βωμό της. Τον αρωματισμένο με αρχαία μύρα. Σαν κι αυτά που άλειψαν πεθαμένους θεούς, καθώς από το θνητό, περνούσαν , αυτοί, στο αθάνατο. Και ο χρησμός, πάντα ο ίδιος. Ανεξίτηλος και ακατανόητος από τους σοφούς. Μα τόσο κατανοητός από τον Έρωντα. Ως βότανο που πίνει το πεπερασμένο, για να γίνει άπειρο. Ως αρχαία λαλιά, που την μιλούν όσοι έμειναν αγρίμια. Όσοι αγαπούν τα γκρέμνα και τα όρη και τις αγριεμένες θάλασσες. Όσοι ζουν στο πέρας των οριζόντων. Που βλέπουν, μακρινά, κρυμμένα σύμπαντα, πέρα από τον χορό των χορδών. Ως βέβηλη εφηβική ζωγραφιά, πάνω σε αρχαία κάστρα. Που κατακρίνουν οι βολεμένοι. Μα που τη βλέπουν οι Δροσουλίτες και χαίρονται. Γιατί ξέρουν πως η σιωπή, συνεχίζει να γεννά πολεμιστές. Που θα έρχονται πάντα καβαλάρηδες. Κάθε αυγή. Κάθε που χαράζει. Πιστοί ‘’ τοις κείνων ρήμασι ‘’… Και κρυφογελούν οι Δροσουλίτες βλέποντάς τους. Γιατί ξέρουν ότι υπάρχουν ακόμα αυτοί που αποκρυπτογραφούν. Τον ανεξίτηλο χρησμό.  Που η μεθυσμένη ιέρεια συνεχίζει ακούραστα να ψιθυρίζει στο αυτί των νέων μαχητών. Ως αρχέγονη μύηση. Ως αρχέγονος όρκος. Στους βωμούς, τους κρυμμένους στις εσχατιές των εσωτερικών οριζόντων.