Τετάρτη, 30 Σεπτεμβρίου 2015

Η ΠΟΝΗΡΙΑ ΤΟΥ ΕΡΜΗ

Αν δεν χωράς κάπου δεν πειράζει. Θα πει πως πρέπει να αναζητήσεις την απλοχωριά του ορίζοντα. Που μόνο ένας αητός ξέρει. Μην εχεις δεύτερες σκέψεις. Ξεκίνα. Οι οιωνοί είναι για να σου θυμίζουν οτι καταρίπτονται. Το αμορφοποίητο σε καλεί. Να του δώσεις τη μορφή που  ταιριάζει στο αληθινό εντός σου. Πέρα απο Κασσάνδρες. Πέρα απο συμπληγάδες ψευδαισθήσεις. Η ψυχή μερικές φορές πρέπει να έχει την πονηριά του Ερμή για να νικήσει τις δολοπλοκίες του συνήθους.

Τρίτη, 29 Σεπτεμβρίου 2015

ΤΑ ΒΙΒΛΙΑ ΤΗΣ ΟΡΣΑΣ ΔΡΕΤΑΚΗ

ΤΟΤΕ ΠΟΥ ΤΟ ΣΚΟΤΑΔΙ ΚΑΙ ΤΟ ΦΩΣ ΑΓΑΠΗΘΗΚΑΝ ( 2015 ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΓΡΑΦΟΜΗΧΑΝΗ)
ΤΟ ΜΠΑΧΑΡΙ ΤΗΣ ΑΥΓΗΣ (2013 ΕΚΔΟΣΕΙΣ POEMA)
ΣΤΟ ΘΡΟΊ΄ΣΜΑ ΤΟΥ ΦΕΓΓΑΡΙΟΥ ( 2013 ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΓΑΒΡΙΗΛΙΔΗΣ)
ΧΑΊ΄ΔΕΨΕ Ο ΑΝΕΜΟΣ ΤΟ ΦΩΣ ( 2011)

Κυριακή, 27 Σεπτεμβρίου 2015

ΤΟ ΠΕΜΠΤΟ ΖΑΛΟ

Μη ξεχνας μωρέ το πέμπτο ζάλο. Αυτό που είναι τσι ψυχής σου. Τότε που επαναστατείς ενάντια σε οτι πάει να γίνει δεσμά. Θυμήσου τα γεράκια. Αυτά που σε κοιτούν κατάματα στο δρόμο για το κυνήγι. Και κάνε το πέμπτο ζάλο. Το πέταγμα.

Πέμπτη, 24 Σεπτεμβρίου 2015

ΤΟ ΑΠΟΚΡΗΜΝΟ ΧΑΔΙ


Ένα πλανεμένο βλέμμα. Φύλλο που υπέκυψε στο άγγιγμα του ανέμου και έφυγε με μια ταξιδιάρα σκέψη. Κρυφός κήπος γεμάτος δροσιά, γεμάτος πηγές, γεμάτος δημιουργία και συναισθήματα. Το χάδι. Εκείνο που δεν το βλέπουν οι άλλοι. Παρά μόνο οι εραστές. Και ίσως να το ψυχανεμίζονται και τ’ αγρίμια. Που είναι ξαπλωμένα και ξεκουράζονται μετά το κυνήγι στους κρυφούς λογισμούς των ποιητών. Ότι δεν αντέχει πολύ θα πεί ότι ποτέ δεν ήταν αλήθεια. Καμιά φορά αναζητάς τη σιωπή. Όταν το παράταιρο είναι υπερβολικά εκκωφαντικό. Και δεν σ’ αφήνει ν’ ακούσεις το φως που ανεβαίνει. Τότε η σκέψη γίνεται αναχωρητής. Σκαρφαλώνει στο απόκρημνο χάδι. Εκεί που δεν μπορεί να τη βρει κανείς εύκολα. Εκεί που μπορεί να γίνει της φωτιάς η γέννα.

Ο ΔΡΟΜΟΣ ΤΟΥ ΑΓΡΑΦΟΥ


Υστερα μια ενηλικίωση γυμνή από φωνές. Αμίλητη μέσα στα φύλλα που παίζουν με το φως. Το πήρε απόφαση η μιλιά και έφυγε έφιππη. Πάνω στο μαύρο άτι της ομίχλης Και άφησε πίσω της μια παρατεταμένη καλοκαιρινή εφηβεία. Πονάει λίγο η αναχώρηση. Μα για λίγο. Μετά ξέρεις ότι τις γραμμές τις ορίζεις ο ίδιος. Σύμφωνα με την δικιά σου Αιωνία. Σύμφωνα με τη δικιά σου σιωπή. Γύρω τριγύρω, αδιάφορες παρουσίες.

Ο ήχος μιας απουσίας που έσβησε επιτέλους. Και σταμάτησε το αδιέξοδο να ρέει. Φάνηκε η θύρα η μυστική. Στα τείχη που φτιάχτηκαν για να κρατήσουν τους πειρατές. Τι γελοίο … Οι πειρατές είναι πάντα επί τα εντός. Ευτυχώς. Το βλέμμα στρέφεται στο τεχνητό φρέαρ της αυταπάτης που έχει στερέψει. Και στη θέση του αναβλύζει το παρόν. Μια πηγή που ρέει μέσα από το στόμα σαράντα λεόντων. Μαρμάρινων. Δροσερών. Θυμίζοντας τα σαράντα κύματα της αρχής του θέρους. Που τα μέτρησες και τα έβαλες σε μια διάφανη φιάλη. Και τη πήρες μαζί σου φυλακτό στο δρόμο του Άγραφου. Εκει που οι πειρατές είναι επι τα εντός. Ευτυχώς.

Τετάρτη, 2 Σεπτεμβρίου 2015

Των Δρύδων το ψιθύρισμα στους Ερωντες της καταχνιάς

Και αν χαθούνε οι στιγμές στις σπίθες τ' ουρανού σου , θε να σε ψάξω στα βαθιά σκοτάδια του λυγμού σου. 'Κει απού εβρίσκονται συντρίμια- σκέψης πλώρες π ' ακροβατούνε στ ' άβυσσου τις βυθισμένες ώρες . Κι αν έσβυσαν οι ξαστεριές π ' αγρίμια τα μερεύουν, χαμένοι κόσμοι νοσταλγούν τους μύθους που κουρσεύουν. Κι είν  ' η σιωπη σα μακρινή , ηδονική αναπνιά σου, απλώχερα που έδωσες , φως μου , στη καταχνιά σου. Κι αυτή την ερωτεύτηκε της σιωπής τη μπόρα πήρε το αίμα τ ' ουρανού και βάφτηκε όλη τώρα.Και τα φτιασίδια του καημού λιώνουνε στο κορμί της και ξενυχτά και θολωσε ο νους κι η θυμησή της. Κι ο μαύρος της ο στεναγμός μοιάζει γυναίκας στήθος που μεθυσμένη ακροβατεί ' κει που αρχίζει ο μύθος.Κι οι Αμαζόνες τη ρωτούν πού κρύβει τα φτερά της κι οι ωκεανοί πλανεύονται στα μυθικά ιερά της . Υψώνει τώρα δυό κραυγές , μιά ηδονής , μιά νίκης , ποτέ δε θα ' θελες αυγή στο βλέμμα της ν ' ανήκεις.Για θα σου πάρει τ' άλικο το φλογερό σου γέλιο και θα το κάνει σκοτεινιά , του κεραυνού θεμέλιο. Κι εκειός θα γίνει μαχητής , άγγελος - στρατιώτης , που καβαλάρης θα ' ρχεται στο τέλος κάθε νιότης. Με το σπαθί και τ ' άτι του θε να τρυγά το νού σου , θε να σου δώσει σιωπή , αρχή του μισεμού σου. Και θα πλανεύει το θολό δάκρυ τ' ορίζοντά σου και θα το κάνει στεναγμό , πέλαγο στον οντά σου.Και θα κοιμάσαι τις αυγές θα ξαγρυπνάς τις νύχτες , θα λέγει σου η σιωπή , τις ξαστεριές σου πνίχτες. Και ' συ Δρύδων ψιθύρισμα θ ' ακούς στους στεναγμούς της κι οι έρωντες θε να γελούν στους ψεύτικους λυγμούς της.Κι οι ωκεανοί θα γινουνε παλιών βωμών το μύρο , θεές απου το έβαζαν στου όνειρου το γύρο. Και το κορμί τ ' ορίζοντα στης θαλασσας το σώμα , θε να χαθεί με μιά πνοή στης καταχνιάς το δώμα. Κι οι ασκιανοί θα ορέγονται τηςθύμησης τα κάλλη , ξαθέρια οι σκέψεις θα γινούν εις των ψυχών την πάλη. Και τότε ' συ με μια κραυγή θα πεις να σιωπάσουν , να μη μιλούν , του λογισμού τ ' αγρίμια να ησυχάσουν. Θανε φυσήξει δροσερός Βοριάς και θα χαθούνε της καταχνιάς οι έρωντες και θα λησμονηθούνε . Θα τρέξεις τότε απ ' των βυθών τ ' απάτητα χαράκια , στ ' όρη , στις ανεράιδες που ζούνε στα ρυάκια. Και θα χαθείς στ ' αγκάλες τους ηλιόφωτες  που είναι κι έχουν το χάδι τ ' αστεριών που θα σου λέει μείνε.Και ' συ θα μείνεις στης αυγής το μυρωμένο δώμα και θα ' ναι μόνο ανατολής της ζήσης σου το χρώμα. Κι ειναι το γέλιο της καρδιάς των χίλιων οριζόντων , το παίδεμα κι ο θάνατος των σκοτεινών αρχόντων.