Πέμπτη, 22 Οκτωβρίου 2015

Ο ΗΧΟΣ ΤΗΣ ΝΙΦΑΔΑΣ

Ειναι σύντροφος,
η αλμύρα....
Που αφήνει, τις πηγές σου,
ν' ανοίγουν....
Κάθε που ακούγεται,
ο ήχος,
απο τις νιφάδες της σιωπής....

ΜΙΑ ΟΜΙΧΛΗ - ΛΟΓΧΗ

Καμμιά φορά το τιποτα,
είναι καλυτερο....
Είναι πιο διαυγές....
Απο μια ομίχλη - λόγχη....

ΣΚΟΤΩΜΕΝΟ ΑΛΙΚΟ

Φτερά ανοιγμένα...
Φέρνουν οι καιροί,
το σκοτωμένο άλικο....
Πάνω στο σκαρί της σιωπής σου....
Βλέπεις το συμπαν,
κοιτόντας επι τα εντός....

ΛΥΚΑΙΝΑ

Στο πέρασμα της Αιωνίας,
ρωγμές,
οι ρυτίδες της δύσης...
Στην ανάσα της λύκαινας....

Τετάρτη, 21 Οκτωβρίου 2015

ΞΩΤΙΚΟ

Σβύνω μιά γόπα - πόνο....
Κι ύστερα,
ανάβει η νύχτα...
Ξωτικό...
Αυτό,
που μπορεί να συμβεί...

ΧΑΔΙ

Μέσα απ' τις σκιές...
Ενα υφάδι - φως...
Γυρίζεις πάντα,
εκεί π' αγαπάς...

ΚΡΥΦΗ ΕΛΕΓΕΙΑ

Μιά σιωπή - Έρωντας...
Βλέμμα στο βαθύ...
Γεράκι, που' χασε το δρόμο του...
Σαλπάρω....
Ξεμακραίνει το κοντά...
Και το φως,
σιωπηλός τροβαδούρος,
του ''όλα''....

ΜΕΤΑ....

Ανάβω μιά γαλήνη...
Ακόμα κι η ομίχλη, έχει σκιά....
Μετά, θα δούμε...

Τρίτη, 20 Οκτωβρίου 2015

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ ΤΩΝ ΚΑΙΡΩΝ - ΜΑΝΤΙΝΑΔΕΣ

Μαύρε ανθέ του δειλινού, το χάδι σου ειναι δυόσμος, μαύρες σκιές π ' ακροβατούν, των λογισμών μου, κόσμος.

Ηρθες, φιλί του γιασεμιού, του ταξιδιού μου ακρη, χίλιες τσ' ερήμου μάγισσες και της αυγής μου δάκρυ.

Σκέψεις μου καβαλάρισσες, κουρσέψατε το νού μου, είστε τ' ανέμου άγγιγμα, στ' αδράχτι του καιρού μου.

Κι είναι τ' αόρατα, φωνές, ψυχές απου κοιμούνται, στο χάδι, στην ανάσα σου, άνεμοι που θυμούνται.

Ψάχνω κρυφά τσ' αστερισμούς, να τους αγγίξω τώρα, σα ταξιδιάρικο φαρί, στων λογισμών τη μπόρα.

Φορώ τ' αγγέλου το νερό, του νου μου, πανοπλία, φτερά στις πλάτες εβγαλα κι ειν' η αυγή, αιτία.

Πηγή του κόσμου, Έρωντα, κρυφή πληγή τ΄ανέμου, σκιά το δάκρυ τ' ουρανού, λόγια δικά σου, θέ μου.

Ήλιε μου και σε πλάνεψε του νου μου η αγκάλη και μονομιάς σκοτείνιασες, στης μοναξιάς τα κάλλη.

Ετσά κρυφά η σιωπή, το βλεμμα μου καρφώνει κι έγιν' η θυμηση γητειά, το νου μου μαρμαρώνει.

Άστρο που έγινες τροχός, αδράχτι που γυρίζει, του Έρωντα το γύρισμα, φεγγάρι που ζαλίζει.

Βλέπω τ' αστέρια να γυρνούν, θα φέρει καταιγίδα, το εδικό σου τ' αγγιγμα, δορυ 'ναι, μα κι ασπίδα.

Λόγια πορφυρογέννητα τα λόγια σου στο νού μου, βοτάνι που' μεινε κρυφό στ' αίμα του λογισμού μου.

Οι ασκιανοί απού γλακούν στης σκέψης μου το δώμα, γεννήσανε τσ' αστερισμούς, στης νύχτας μου το σώμα.

Δευτέρα, 19 Οκτωβρίου 2015

ΤΗΣ ΑΥΓΗΣ Η ΑΝΑΣΑ

Σ' ένα βαλς στροβιλίζεται η νύχτα. Και είναι οι περιστροφές της, του ανέμου γητειά. Του Έρωντα γητειά. Είπες, είναι δύσκολες οι αποχρώσεις τ' ουρανού. Είπες, είναι δύσκολα τα ηχοχρώματα της θάλασσας. Ένα διάφανο, που γεμίζει το βυσσινί απο τα νύχια της ιέρειας. Που με μιά αδιόρατη διαύγεια πίσω απο τις ομίχλες της, ψιθυρίζει στη σιωπή. Και της λέει, λόγια άλικα. Γεμάτα απο φτερουγίσματα και ανάσες. Γεμάτα απο ρίζες βαθιές στα αόρατα. Αυτό το άγνωστο είναι η ομορφιά. Κρύβει μέσα του όλες τις προοπτικές και τις πιθανότητες. Ολα τα όνειρα. Στα πλήκτρα ενός πιάνου σε μιαν έφηβη σύνθεση. Είναι σα να ξυπνά πρίν το χάραμα. Και νιώθει. Και αφουγκράζεται. Το ''πέρα'', είναι αδράχτι. Και γνέθει. Με έναν ρυθμό γρήγορο. Που ανακουφίζει όλο το είναι. Που σου λέει οτι πέρασε η καταιγίδα. Κι ένας Αρχάγγελος με ανοιγμένα τα μαύρα φτερά του. Κρατώντας τη ρομφέα του, στο ένα χέρι. Και στο άλλο το άπειρο. Ένα διάφανο άπειρο. Που μέσα του βλέπεις τους κόσμους σου. Τα σύμπαντά σου. Ένα επικό ηχόχρωμα, γεμάτο απο το ασυνείδητό του. Που λέει οτι η παράσταση πρέπει να συνεχιστεί. Κι ας κρύβεσαι εσύ πίσω απ' τα δάκρυά σου. Σαν ένας καταράκτης, που τα νερά του απλώνονται, ως αυλαία, επί της σκηνής του ορίζοντα. Και το χάδι, ένας απο μηχανής θεός στο μινόρε σου. Επικίνδυνη γαλήνη. Που τη θέλεις και σ' ανακουφίζει. Αλλά αναρωτιέσαι. Ποιές φωτιές να κρύβει άραγε ; Κάποτε, ένας βράχος μέλανας, στάθηκε πάνω απο την ανάσα. Μα, αυτή ήταν πιο δυνατή, σαν το υδάτινο χάδι. Που ακούς το ψιθύρισμά του στο θάνατο του καλοκαιριού. Ύστερα η απλοχωριά του φωτός που ανασταίνεται. Στον αιώνιο κύκλο του. Στον αιώνιο κύκλο σου. Που στροβιλίζεται στο μύρο. Απο τα εξωτικά σου συναισθήματα. Απο τους δρόμους της Ανατολής. Εκεί που κρυβονται οι ποιητές. Χαμένοι στα φιλήδονα χείλη του εκλεκτού ομορφου εφηβου του Δία. Που τον κερδίζει πάντα ο Έρωντας όταν παίζουν ζάρια μαζί. Πάντα με δόλο. Ως είθισται να κάνουν οι Έρωντες. Και που εύχεσαι να σε κερδίζουν και σένα πάντα. Μέσα σε λιβάνια και σπάνια αρώματα απο βότανα που φυτρώνουν στα πιο απόκρημνα μέρη του είναι. Ίσως τελικά να ήρθε το ''μετά''. Και να πέρασε. Και τώρα, να είσαι εσύ στο ''πέρα''. Μια σιωπηλή ηδονή. Πέρα απο στιγμές στα σύμπαντα. Που τις μασάς σα τα φύλλα στα χείλη της Πυθίας. Που θα γίνουν μετά, λόγια προφητικά. Αλλά έτσι διατυπωμένα, που να πιάνουν όλες τις πιθανότητες. Έχεις ένα ασυνείδητο – Πυθία λοιπόν. Μαύρο άτι, που αναπηδά πάνω απο τα εμπόδια. Και γίνεται αστερισμός. Και στα φτερά του θα πιαστείς, κάθε που ξημερώνει. Και είσαι σ' ένα γλέντι με τους χα'ί'νιδες και τους κουρσάρους του νου σου. Και γλεντάς σε κλιμακα ελάσσονα. Είναι περίεργο πως ο πόνος, γίνεται τρικούβερτο γλέντι, πάνω στα γκρέμνα των λογισμών. Τριγυρίζεις στις αγορές, ακούγοντας τους πιο κρυφούς ήχους του ''μετά''. Ξέχασες τον ουρανό σου φεύγοντας. Κι αυτός έγινε πένα στα χέρια κάποιου κρυμένου ποιητή. Μέσα στη πάχνη της αυγής που αργεί. Χαμένη στα σταυροδρόμια της σκέψης. Εκεί που σε βρήκα. Πάλι. Στο ''μετά''. Στο ''πέρα''. Εκεί, στα νησιά, απέναντι απο την πόλη που είναι σε χέρια βαρβαρικά. Μα, εσυ, συνεχίζεις να γράφεις στη σκέψη μου, τις ελεγείες σου. Αγαπημένη του Αλκμάνα... Μιά ιαχή βγαλμένη πάνω απο τις νότες. Μιά ιαχή, βγαλμένη πάνω απο τις σημειώσεις των αστερισμών. Των γραμμένων με το βλέμμα των γερακιών. Που χάνονται στον ορίζοντα. Κάθε που ξημερώνει. Κυνηγόντας, στο φως που ανεβαίνει και που νιώθεις την ανάσα του.

Κυριακή, 18 Οκτωβρίου 2015

ΜΑΝΤΙΝΑΔΕΣ - ΟΝΤΕ ΘΑ ΦΥΓΩ ΔΕ ΓΥΡΝΩ....

Βαθύ ειναι το πέλαγο, μα πιο βαθιά η σιωπή του, δύτης εγώ κι ακροβατώ, στο τέλος στη αρχή του.

Ανάσα φλογισμένη μου σε ξεγραψ' απ' το νου μου, ως όριζε ο ορίζοντας το τέλος τ' ουρανού μου.

Πλύθηκε πάλι ο νοτιάς με φλογισμένο δάκρυ και της νυχτιάς μου του' δωσα, να σκουπιστεί την άκρη.

Κρυφέ τ' ανέμου λογισμέ, κάστρο μου κουρσεμένο, ανθέ, π' ανέμου τ' άγγιγμα, σ' αφησε μαγεμένο.

Στην ερημο για να νιφτείς, σταλιά νερό δεν έχει, κανε το δάκρυ σου πηγή και πλύσου όντε τρέχει.

Αρχάγγελέ μου, αν μ' ακούς να έρθεις καβαλάρης, αγρίμια οι πόνοι κι αλιχτούν, τραγούδα πριν τους πάρεις.

Σ' ένα φεγγάρι- σιωπή, σε μιάς αυγής το δάκρυ, σκαρφάλωσα για να τη δω της νύχτας μου την άκρη.

Οντε θα φύγω, δε γυρνώ, κάστρα μου κουρσεμένα, βαθιά τσιγάρου ρουφηξιά, είναι τα περασμένα.

ΑΕΙΘΑΛΗΣ ΜΑΧΗ

Κι όταν περάσει το κουρνιαχτό κι η αντάρα, τότε θα σταθείς. Βρεγμένο αγριοπούλι στην πιο ψηλή κορφή. Εκεί που φυσούν μανιασμένα οι αέρηδες. Και ' συ , με φτερά μαζεμένα, θα συλλογισθείς. Η θύελλα πέρασε, μα δε σε πήρε μαζί της. Το βλέμμα, ένας ορίζοντας που έχασε ότι όριζε. Το βλέμμα, ακόμα πιο μακριά. Στην απεραντοσύνη. Κι ακόμα πιο μακριά. Στο φως το νιογέννητο σε μακρινά σύμπαντα. Τόσο μακρινά, όσο το νιογέννητο εντός. Που μόλις το βλέπεις ν' αχνοφεγγίζει. Όταν η σκόνη απο τα ακόντια θα κατακαθίσει. Ιδρώτας μαύρος. Σαν απο τα φτιασίδια των ματιών, γυναικών της ερήμου, που δακρύζουν. Και η αιτία, ένα μυστήριο. Που κρύβεται πίσω απο της ψυχής τα πλάτη. Εκει που δεν υπάρχουν τα στολίδια που, επίκτητα, έβαλες, στο νου, στη καρδιά, στο σώμα. Το υλικό και το άυλο. Νύχια ψεύτικα. Που δεν είναι δικά σου. Ισως για να σου θυμίζουν την αληθινή σου φύση. Του αρπακτικού. Κι ας φαίνεσαι στα μάτια του Έρωντα, ως λυγερός κύκνος. Εκεί στην ανεμοδαρμένη άκρη του δικού σου σύμπαντος. Περιπλανήθηκες. Και πλανήθηκες. Απο μεταμφιεσμένους εγωισμούς. Με αντάλλαγμα βαρύ. Κρέμασες τη ψυχή σου στο όρος. Κι αυτό την περίθαλψε. Δίνοντάς της το βλέμμα. Ένα απύθμενο βλέμμα. Που πάει μακριά. Πιο μακρια απ' οτι εσύ ευχόσουν. Η αλήθεια. Πολυφωνικό τραγούδι, στην αρχαία, δική σου, λαλιά. Που δυσκολεύεσαι τώρα να το αναγνωρίσεις. Μα παρ' ολ' αυτά, ξέρεις τι λέει. Ξέρεις το νόημά του. Το μετά είναι εδώ. Εσυ είσαι το μετά .Το νέο. Το κεντημένο με όλες τις πληγές. Που αναγνώρισες οτι είναι δικές σου. Στο πόλεμο με τη δική σου αειθαλή μάχη. Που δεν πέφτουν τα φύλλα της ποτέ. Κι αν περνούν καταιγίδες. Κι αν περνούν Εφιάλτες. Κι αν τα παραπόρτια του κάστρου, ανοίγουν, απο χέρια δικά σου, για τους βαρβάρους. Είναι δύσκολος ο δρόμος για το μετά. Ωστόσο, η πρώτη ανάσα στο μετά ειναι. Σα να ξαναγιενιέσαι οπως η αιώνια πληγή του Προμηθέα. Μια αειθαλής πληγή. Που θα σε πάει σε μονοπάτια καινούργια. Που θα σε οδηγήσουν στο διαφορετικό εαυτό. Πιο κοντά στην αλήθεια σου. Γιατί η αλήθεια σου σε κανει διαφορετικό. Όταν δεχθείς τις πληγές σου. Η διαδρομή είναι μεγάλη και δύσβατη. Κρύβει αγρίμια και θεριά. Κρύβει ξωτικά, νεράιδες και γοργόνες. Κρύβει την αθάνατη βελανιδιά. Απ' όπου θα κάνουν τα ιερά ραβδιά τους, οι μύστες. Που θα διαφεντεύουν τους ανέμους σου. Όταν εσύ λείπεις. Στις ατέλειωτες διαδρομές του μετά. Χωρίς να ρωτάς πια. Χωρίς να απαντάς πια. Μα, σε μια ατέρμονη συνομιλία θα είσαι. Με το αγέννητο φως. Ο δρόμος θα σου κρατά συντροφια στις ατέλειωτες σιωπές των οριζόντων. Η απώλεια είναι μια Αχερούσια ευχή. Το μετά είναι μια Αχερούσια ευχή. Εκεί στην πιο ψηλή ανεμοδαρμένη κορφή. Απο όλους τους αέρηδες. Τους δικούς σου . Και τους άλλους. Τότε, όντας όλος ένα βλέμμα, θ' αφουγκραστείς. Τους αρχαίους μύθους. Και θα τους τιμήσεις. Υποκλινόμενος στις πληγές του άλλου. Που είναι και δικές σου πληγές. Κάποιες φορές, μαζί με την απώλεια, φεύγει και ο παλιός εαυτός. Και γεννιέται το καινούργιο. Δώρο, με το μετά, που έρχεται πάνω στο άρμα του. Στεφανωμένο με τους δρόμους.Τους φρεσκοπλυμένους απο τις πληγές. Και τις ευχές τους. Για να είναι καλοί οι οιωνοί του πέρα. Για να είναι καλοί οι οιωνοί της θυσίας. Της απώλεις. Τα βήματα είναι φτερωτά. Και σπαθίζουν ότι πέρασε. Περνόντας μέσα απο τις ομίχλες του. Δύσκολοι καιροί για όνειρα. Αλλα, πάλι, στους δύσκολους καιρούς τα όνειρα γεννιούνται.

Παρασκευή, 16 Οκτωβρίου 2015

ΤΟ ΦΥΛΑΧΤΟ ΤΟΥ ΑΙΟΛΟΥ

Η ψυχή – το φυλαχτό του Αίολου. Που έχασε τους ανέμους της. Που σκόρπισαν – φύλλα πεσμένα στον ορίζοντα. Ένα λευκό νέφος μέσα στη μέλανα σκέψη. Θύμηση. Ξεθωριασμένο κυπαρίσσι. Ωστόσο ορθό. Πάνω απο σκόρπιες απουσίες. Που η αθιβολή δεν καταδέχεται να τις φέρει στα γαλάζια δώματά της. Μια πένα που τρέχει, ως Νηρηίδα, πάνω στο λευκό. Και αφήνει χνάρια
για να τα βρεί η χα'ί'νισσα ψυχή. Η Τιτανίδα, που ύμνησαν οι σαπφικές ελεγείες, απόψε σιωπά. Χαμένη στο μαύρο κύκνο τ' ουρανού. Κι η Κυθερεία, δεν εισακούει πια τις επικλήσεις των πειρατών. Φεύγοντας ο Ίμερος μαζί με τον Έρωντα, άφησαν τον βωμό της σβηστό. Και έχασαν τον δρόμο τους οι Μαινάδες. Και έγιναν, οι χαμένοι άνεμοι της ψυχής. Αφήνοντάς την σε μια γαλήνη, που δεν την θέλει. Αλλά ο πόθος, εάλω. Και αυτό που έμεινε, είναι τρικυμισμένες σιωπές. Να ίπτανται, πάνω στα συντρίμμια των ιερών της Κυπρίδας. Ο Αίολος έχασε πλέον το φυλαχτό του. Μα το βρήκαν οι στιγμές, που περίμεναν να μείνουν με τον εαυτό τους. Για να συνειδητοποιήσουν. Αυτό που ρέει, δεν πετρώνει ποτέ. Όσο κι αν η Μέδουσα, το κατακεραυνώνει με το βλέμμα της. Οι σκιές, έχουν το χάδι. Κι όταν δεχθείς το χάδι τους, είσαι αγρίμι που ξαποσταίνει. Κάτω απο τις βλεφαρίδες του Αιθυλίδη. Και σαν κι αυτόν, ανεβαίνεις απο τον Αδη μέρα παρά μέρα. Και στο ενδιάμεσο, λες ριζίτικα μαζί με τους παλιούς, που χαίρονται να σε βλέπουν που και που. Στο δικό σου νου. Εκεί που κοίτεται το μεταίχμιο. Περιμένοντας τα συναισθήματα να διαβούν την πύλη με τ' αντικρυστά λιοντάρια. Εκεί που πλένουν τα χέρια τους οι Μύστες, πριν τη θυσία. Κρατώντας στα χέρια τους τη ζώνη της Άρτεμης. Μετά την πρώτη γέννα. Τότε που ο πόνος έχει περάσει πια, πέρα απο τα τείχη. Τα δικά σου τείχη. Που τα σύντριψες τη νύχτα της μεγάλης σιωπής. Και έδωσες τον όρκο στις Ασκλειπιάδες ώρες. Που θεραπεύουν τους ήχους και τους μετατρέπουν σε Αρμονία. Καθώς μαζεύτηκαν παλι οι άνεμοι μέσα στο φυλαχτό του Αίολου. Και η ψυχή έγινε ιέρεια της Τερψιχόρης. Μαθαίνοντας απο την αρχή τα βήματα του χορού. Τα δικά της βήματα. Σιγοψιθυρίζοντας τα λόγια που νόμιζε πως είχε ξεχάσει. Που ήταν αληθινά. Ότι είναι αληθινό, δεν ξεχνιέται. Όσο κι αν πέσει πούσι πυκνό απο τα όρη και τα πέλαγα. Όσο κι αν οι θύελλες των ερήμων θα το ήθελαν. Έχει μια διαύγεια το αληθές. Γιατί κρύβει μέσα του πάντα, το φυλαχτό του Αίολου. Τους δικούς του ανέμους. Που φυσούν απο την αυγή και τη δύση. Που φυσούν απο τον βοριά και τον νότο. Είναι μια πυξίδα οι άνεμοι που δείχνουν τον δρόμο. Κι εσύ, απ ' οτι δείχνουν πρέπει να πας αντίθετα. Όρτσα στον άνεμο. Κόντρα στην ανάσα του. Αυτός είναι ο δικός σου δρόμος. Πρός τη ψυχή σου. Και την αλήθεια της. Το δικό σου φυλαχτό του Αίολου.

Τρίτη, 13 Οκτωβρίου 2015

ΡΙΖΙΤΙΚΟ ΓΙΑ ΤΟΝ ΜΙΚΡΟ ΠΕΙΡΑΤΗ

Οντε γεννήθηκε το φως, γελάσαν τα ουράνια
και τραγουδούσανε μαζί τ' αγρίμια κι ηλιαχτίδες.
Η πρώτη ανάσα κι αν πονά, λίγο κρατά ο πόνος,
χίλιες αυγές το χάδι της, το εδικό της βλεμμα,
Γεννήθηκε πολεμιστής στα όρη, στα χαράκια,
αναστενάζουν οι θεοί κι ο στεναγμός τους χάδι.
Ευχές του δίνουν χίλιες δυό κι ακόμα κι άλλες χίλιες
μεγάλος να' ναι πειρατής, καρδιές για να κουρσεύει.
Να τον φοβούνται οι θύελλες, τ' αγρίμια να' χει φίλους
και όλες τις νεράιδες, καλές του να τις κάνει.
Η πρώτη ανάσα κι αν πονά, λίγο κρατά ο πόνος,
τα καστρα περιμένουνε, ήλιε μου να κουρσέψεις...

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ ΤΩΝ ΚΑΙΡΩΝ - ΡΙΖΙΤΙΚΟ

Ο δρόμος τρέχει πιο μπροστά, στα ζάλα σου όντε είναι
κι αν ειν ' ο δρόμος σου κρυφός, τον ξέρει η ψυχή σου.
Μην αρωτάς τον ουρανό, μπόρα πότε θα φέρει,
για καταιγίδα εισαι ' συ, θύελα τ' όνομά σου.
Κι αν ειν' τα ζάλα σου σωστά, κατέχει το, η εξιά σου.
Μην αρωτάς τον ουρανό...

Δευτέρα, 12 Οκτωβρίου 2015

ΤΑΝΥΠΤΕΡΟΣ ΕΝΑΤΕΝΙΣΗ

Στους ύστερους χρόνους οι Έρωντες χτυπήθηκαν απο το ίδιο τους το βέλος. Και πορευτηκαν στη λήθη. Μονωδία ο θρήνος. Χορικό δεν έχει. Μόνο την ηχώ απο τα τραγούδια των χα'ι'νιδων. Μετά μια διαύγεια ως εκείνη που έπεται της βροχής στο τέλος των οριζόντων. Τότε η μούσα , η γνώση επανήλθε να ντύσει με τα πέπλα της το μετά. Που απέμεινε γυμνό απο πάθη και παθήματα. Το φως, συνοδοιπόρος της απεραντοσύνης σου. Ζητάς το χορό του μύστη. Γύρω σου. Ως τα αρχαία μυστήρια της Σαμοθράκης τα αφιερωμένα στους Καβείρους. Τους μεγάλους θεούς του εντός. Και η μύησή σου, μια τανύπτερος ενατένιση των επερχομένων. Που τα εχεις ξορκίσει ήδη. Με το θυμίαμα απο το τέλος. Και αυτά θα ερθουν πάνλευκα. Για να φανεί μετα καθαρά το αίμα της αυγής σου. Μια αυγή – πληγή. Για να θυμίζει οτι το εντός μόνο εμπρός μπορεί να πάει. Αλλιώς θα στερέψει η Αιωνία. Δεν εχει όνομα ο μύθος οταν γεννιέται. Δεν εχει ορισμό. Δεν εχει σημασία να ορισθεί το ζωντανό στη μνήμη και στη καθε μέρας, πράξη. Σε καιρούς κατοπινούς και βαρβαρικούς θα πουν οτι είναι ψέμα. Ομως ο μύστης είναι εκεί και χορεύει γύρω σου κυκλικά. Ως μια περιδύνηση στο ιερό, το αληθές, το έχον την διαύγεια του γιού του Κρόνου. Του κένταυρου – δασκάλου. Στα δάση των αστερισμών και των αοράτων. Εκεί που το τώρα είναι το μόνο που υπάρχει. Γιατι το τώρα είναι και το τότε και το μετά. Ισως να πρέπει να τραγουδηθεί ο πόνος για να ξορκιστεί. Κανείς δεν τραγουδά με το κεφάλι σκυμμένο. Ευθυτενής είναι ο αοιδός. Με βλέμμα καρφωμένο κάπου μακριά. Σε ένα σημείο αφηρημένο λες. Κάπου μακριά για τους άλλους. Μα τόσο κοντά στο δικό του εντός. Ένα βλέμμα με τα φτερά ανοιγμένα. Εναιώρηση στο άβατο του συναισθήματος. Εκει που ο μύστης θα κάνει πάντα κύκλους γύρω σου. Ωσπου να σκεφτείς. Καθώς θα χάνεσαι , λες, στη ραστόνη του ονείρου. Και θα νιώθεις τον Ηλιο στο άρμα του. Μπλεγμένος στα μακριά σγουρά μαλλιά του. Καθώς πορεύεσαι στην αγκαλιά του. Στο βλέμμα του λυκόφωτος.

Κυριακή, 11 Οκτωβρίου 2015

ΠΕΡΑ ΑΠΟ ΤΟ ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ

Οι στάχτες τ' ουρανού, ακροβατούν στο μεταίχμιο. Ακροβάτης το βλέμμα, που ταλαντεύεται στη χορδή των σκιών. Πάνω απο την άβυσσο. Πάνω απο το αποχρώσεις και ηχοχρώματα. Πάνω απο το γιατί και απο το διότι. Δεν έχει απαντήσεις πια. Μήτε ερωτήσεις έχει. Ένας σιωπηλος διάλογος μόνο. Με το δώρο. Αυτό που έδωσε το θνητό οταν πέρασε στη σιωπή του απέραντου. Είναι το ρόδι
της σιωπής. Που το εσπασες πάνω στα σκαλοπάτια του εντός. Θυσία στο αόρατο. Κι οι σκιές – μαυροντυμένοι χα'ι'νιδες χορευουν στα θρύψαλα του. Χτυπώντας δυνατά τα ζάλα τους. Ανοιγοντας ρωγμές στο βράχο. Ξυπνώντας τους Τιτάνες. Κι αυτοί σείουν συθέμελα το σύνηθες της σκέψης. Και αλλάζουν ροή τα ποτάμια του εντός. Πηγαίνοντας αντίθετα απο οτι ειθησται. Ευτυχώς αυτό δεν το πρόβλεψαν οι μάντεις της κουστωδίας του τσίρκου. Ξυπόλητο παιδί το είναι σου – αν και παλιός δράκος πια – επιμένει να ελευθερώνει τ' αγρίμια. Που τα επιασαν οι κυνηγοί του ψεύτικου για λίγα τάλαντα. Και κάτι ανθρωπόμορφες μάσκες τα περιεργάζονταν εναντι φτηνής αμοιβής. Κι αυτά τ' αγρίμια λοιπόν τινάζονται σα βέλη προς την ελευθερία. Περνοντας μαζί τους και το ξυπόλητο είναι σου. Που δεν αρνήθηκε τη παιδικότητά του. Βγάζοντας την παλοπλία του. Και με γυμνό στέρνο στεκεται πια πέρα απο το μεταίχμιο. Ακροβατώντας στις αβύσσους. Αρνήθηκε να δεθεί στο κατάρτι οταν ήρθε η θυελλα, η συνωνόματή του. Ορθό και με την αγκαλιά ανοιχτή την κοιτά κατάματα να ερχεται με ολη την αρχαία δύναμή της. Φλογισμένες χαρακιές στον ορίζοντα. Αρχαίοι ήχοι απο το ξύπνημα των Τιτάνων. Ριπές ανέμων και βροχής που ξεχύνονται ως οι νύμφες του Βάκχου. Και 'συ, βγάζεις την αρχαία κραυγή μέσα απο τα τρισβαθα σου. Ένα βήμα αρκεί για να είσαι πια πέρα απο το μετά. Σ' ένα '' άλλο'' πιο αληθές γιατί εχει τη σφραγγίδα απο το δικό σου δακτυλίδι. Κι ο σφραγγιδόλιθός σου εχει αναγλυφη τη δίκή σου θεά που της εδωσες εσυ την μορφή της. Καθώς η θύελα σου χάριζε το ρόδι της σιωπής. Ρεγάλο στο ατέρμονο. Διώχνοντας τους παράταιρους. Αφήνοντας μόνο το χάδι του Μύστη. Πάνω στα συντρίμια του Αόρατου.

Τετάρτη, 7 Οκτωβρίου 2015

ΤΟ ΑΙΡΕΤΙΚΟ ΧΟΡΙΚΟ

Μπορεί τα φύλλα να πέφτουν. Μα τα πουλιά πλησιάζουν στο πρώτο νεύμα των γυμνών κλαδιών. Και φτιάχνουν φωλιές στη σκέψη. Και ύστερα οι θύμηση φεύγει. Καθώς το λιόγερμα εχει στα δόντια του το αίμα του λύκου. Και  το δάκρυ τ' ουρανού καταποντίζει τα κάστρα του Μίνωα. Αίρετικό βλέμμα που έχει την αλμύρα της αναχωρησης. Απο το οικείο που επαψε πια να 'ναι οικείο και έγινε άγνωστο και σιωπηλό. Δεν μένει πολύς χρόνος ακόμα στα ειοθότα. Πλευρησαν οι σκιές και ξαποσταίνουν στις αβύσσους. Και αυτές λαλούν το τραγούδι. Μα τα λόγια τους είναι στην αρχαία λαλια. Αυτή που δεν έχει διαβαστεί ακόμη απο το συναίσθημα. Που χτυπάει τη πόρτα μου μα δεν του ανοίγω. Η καρδιά του χρόνου μετράει τις σιωπές. Κι ο ηχος της μοιάζει παράφωνος. Πλίνθοι εριγμένοι ατάκτως οι Ωκεανίδες. Που τις πήρε μαζί του το αίμα των σταφυλιών. Που στραγγίστηκε απο τον χορό της απουσίας. Μιας απουσίας σαν φεγγάρι δαφνοστεφανομένο απο τα παρεπιπτόντως συμβαίνοντα. Που θα ήθελαν να είναι η μούσα των έκπτωτων παραφράσεων. Ως τα λόγια του συνθέτη στη παράβαση του χορικού. Λίγο πρίν την έξοδο. Κάθαρση δεν προβλέπεται στις αριστοφανικές κωμωδίες. Μόνο έξοδος σαρκαζόμενη.

Τρίτη, 6 Οκτωβρίου 2015

ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΗΣ ΠΕΡΣΕΦΟΝΗΣ

Οταν στρεψεις το βλέμμα στους ορίζοντες όλα έρχονται. Σπουργίτια οι ψυχές περίμένουν το δικό σου νεύμα. Αυτό της εξομολογουμένης απώλειας. Οταν μικρύνει το εγώ, χωράει ολο το νέκταρ των Ολυμπίων. Φτάνει να δεχθεί την χθόνια καταγωγή του. Για να γίνει φως.

Η ΩΡΑ ΤΟΥ ΑΓΡΙΜΙΟΥ

Τα γεράκια με κοιτουν κατάματα. Είναι η ωρα για κυνήγι.... Κάνουν κύκλους γύρω απο τη θύμηση. Κάνουν κύκλους γ'υρω απο το ''είναι'' . Κάνουν κύκλους γύρω απο το εντός. Απλώνουν τα μεγάλα, δυνατά φτερά τους. Και με καλούν. Στα πέρατα. Στους ορίζοντες. Πάνω απο τα όρη. Καλούν το νου. Καλούν την ψυχή. Καλούν ολόκληρη την ύπαρξη.Στην ελευθερία του εφικτού. Στην ελευθερία του ανέφικτου που θα γίνει εφικτό φτανει να εμπιστεφθείς το εντός. Τα δικά σου αγρίμια. Τόσο βίαια, τόσο αθώα. Όσο η καθαρότητα του κεραυνού που καίει. Που καίγεται και ο ιδιος καθώς κατακαίει το περιττό, το ψεύτικο. Το γεμάτο συμβάσεις και συμφραζόμενα. Μια στιγμή κρατά η αλήθεια. Γι' αυτό και ειναι ατέρμονη. Μια στιγμή κρατά το πέταγμα. Για' αυτό και είναι ατέρμονο. Μια στιγμή στην απεραντοσύνη των οριζόντων κρατά η υπαρξη. Καθώς πιάνεται απο τα φτερά των γερακιών και γίνεται ένα μαζί τους. Οταν το βλέμμα χάνεται στον ορισμό του αόριστου ως χρόνου, ως επιθυμία του ανέφικτου που όμως σου άφησε μια γεύση απο κυδώνι και κανέλλα. Κάτι απομεσήμερα που ίπτασσαι. Πάνω απο το εντός σου. Πάνω απο το είναι σου. Και κάνεις κύκλους πριν την τελική επίθεση στο ακατέργαστο. Αυτό που ζητουν οι ασκητές και τα αγρίμια. Το ιερό. Το όραμα. Που θα δείξει το δρόμο καθώς το άυλο θα πάρει μορφή. Και τότε θα πεις. Θα πάω. Εκεί που είναι το ''είναι '' μου. Κι ας είναι κακοτράχαλος ο δρόμος. Η ελευθερία είναι πάντα κακοτράχαλη.
Για' αυτό και ανήκει σε αυτούς που την αντέχουν. Που είναι αγρίμια. Που πέρνουν μαζί τους το βλέμμα στους ορίζοντες. Εκει που το φως τρέχει. Και υπάρχει. Για πάνατα. Σε ένα αραχνοδιάφανο γίγνεσθαι. Στη κρυφή εσάρπα της αυγης. Καθώς γδύνεται μπροστά στην αλήθεια του πετάγματος. Της επιλογής. Του αγριμιού στην ώρα που με εναν αναστεναγμό θα χαθεί μέσα στο φως. Που θα γινει ένα μαζί του.

Σάββατο, 3 Οκτωβρίου 2015

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ ΤΩΝ ΚΑΙΡΩΝ - ΡΙΖΙΤΙΚΟ

Στο τέλος το νιογέννητο, νεα αρχή χαρίζω, γεράκι που κυνηγησε και τώρα κύκλους κάνει.
Και λέγει μου πως τα φτερά, κάθε στιγμή γεννιούνται κι αν είναι νύχτα ξέχνα τη, θυμήσου την αυγή σου.
Και όντε είσαι μοναχός σε μιας γιορτής τη μέση, χορεύεις τον, καλύτερα τον πόνο της ψυχής σου.
Κι ακούω λόγια γερακιού, κάθε στιγμή , πως τα φτερά γεννιούνται...

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ ΤΩΝ ΚΑΙΡΩΝ - ΜΑΝΤΙΝΑΔΕΣ

Νύχτα ψυχή μου ρίξε τα, στου λογισμού την άκρη, τα φλογισμένα σου μαλλιά να σβύσουνε το δάκρυ.

Κρίνα μου πρωτοβγήκατε στου κρύου το σεντόνι και λέτε νανουρίσματα, στο νου μου που ματώνει.

Η ΤΑΡΑΝΤΕΛΑ ΤΗΣ ΜΑΙΝΑΔΑΣ

Και ξαφνικά ενας ρυθμός γρήγορος σαν τους χτυπους της καρδιάς ξωτικού, που τρέχει. Και χτυπούν τα τύμπανα γρήγορα. Όλο και πιό γρήγορα. Και μια νυχτιά- σκέψη στροβιλίζεται. Με λυμμένα τα μαύρα της μαλλιά. Που ξεχύνονται – ποταμοί του Αχέροντα – στο είναι. Κι ο τροβαδούρος με τη βραχνή φωνή, σε εκσταση είναι. Και η κραυγή του μια επέλαση του πάθους. Για ζωή. Για την ηδονη. Ενας στιγμιαίος βρυχηθμός της αβύσσου. Και οι Σειλινοί μπαίνουν στο χορό κυνηγόντας τις Νηριήδες – θλιψεις της απώλειας. Και ύστερα ένα κομματι απο το βράχο σπάζει σε χίλια κομμάτια το ''είναι''. Και μια Μαινάδα χτυπά με τα χέρια της τη θεά γη δυνατά. Κι ας ξέρει οτι εκείνη εχει τη δύναμη του Αδη. Και ξυπόλυτη καθώς είναι χορεύει σελινιασμένα. Χτυπώντας με τα γυμνά της πόδια όλα τα σύμπαντα, τα κακοτράχαλα σύμπαντα του Έρωντα. Και τα μαλλιά της λυτά, μακριά όσο εκεί που το φως δεν μπορεί να ταξιδέψει στροβιλίζονται στον Αίωλο. Θυμωμένα . Όμορφα. Άγρια. Και συνατά την νυχτιά -σκέψη και στροβιλίζονται μαζί. Και σηκώνουν όλου του κόσμου τις ευχές και τις κατάρες. Σε ενα τρομερα δυνατό γίγνεσθαι. Και συσπώνται τα κορμιά τους ως απο το αγγιγμα της Αφροδίτης στα αδυτα των ιερών της. Νικούν γιατί αψηφούν . Τα πάντα. Όσα σα δεσμά θέλουν να τιμωρήσουν την φλόγα του Προμηθέα. Μα αυτή όλο και θεριεύει. Και ακούγονται ιαχές χαράς και ηδονής μεσα σε ενα σύμπαν που κουλουριάστηκε και κοιτά απορημένο. Και επειτα ενας έφηβος ετοιμος για τα μακρινά ταξίδια του Οδυσσέα. Μόνο που αυτός δεν ψάχνει καμμιά Ιθάκη για να γυρίσει. Μόνο που αυτός φευγει απο την Ιθάκη που είναι πολύ στενή πια γι' αυτόν και η ψυχή του πλαντάζει. Και θελει να γυρίσει ολου του κόσμου τα σύμπαντα. Να βρεί τις Μαινάδες. Πάντα του άρεσαν οι Μαινάδες. Γιατί αψηφουν τον Αδη . Και συνεχίζουν τον ατέρμονο χορό τους μέσα στους αιώνες. Σκοτώνοντας πάνω στην ιερή εκσταση οτι αγαπούν πρώτα πρώτα. Σα να ξορκίσουν οτι τις κρατά στο θνητό. Να γινουν άπειρο στα άπειρα χέρια Ερώντων. Σκοτώνοντας τη λήθη. Σκοτώνοντας τη θυμηση. Χτυπούν με μανία τη γη σα πολεμιστές που ετοιμάζονται για τη τελική επιθεση πηγαίνοντας συντεταγμένα στο άλικο. Του Νότου. Αυτό που πουθενά αλλού δεν είναι το ίδιο. Γιατί δεν έχει τη δυναμή του. Και στροβιλιζεται όλο και πιο γρήγορα η νυχτιά – σκέψη με τη Μαινάδα. Και στο τέλος γίνονται ένα. Μια Μαινάδα σκέψη που τργουδά ένα νανούρισμα μοιρολόι . Για τη γεννηση ενός καινούργιου τέλους.


Παρασκευή, 2 Οκτωβρίου 2015

ΟΙ ΘΑΛΑΣΣΕΣ ΤΟΥ ''ΕΙΝΑΙ''

Καταφεύγεις στη λογική όταν δεν μπορείς ν' αντέξεις το συναίσθημα. Καταφεύγεις στο μύθο όταν θέλεις η κραυγή, να γίνει πέταγμα. Όταν το αμορφοποίητο πρέπει να πάρει μορφή μέσα στη συλλογική μνήμη. Η αλληγορία είναι η αποτύπωση, εκεί που δεν υπάρχουν χνάρια. Ή που δεν θέλεις να φανούν τα χνάρια απο τα δικά σου βήματα. Τα οποία θα ήθελες να περάσουν απο το ασυνειδητο στο συνειδητό, χωρίς ομως να γίνουν αμέσως αντιληπτά απο τους αναζητητές. Που ψάχνουν τις αλήθεις μιας αλληγορικής ιστορίας. Κρυμμένες σε γραφές που δεν έχουν διαβαστεί ακόμη. Και που ίσως να κρύβουν την απάντηση στην επίκληση του Όλου. Στην επικληση του συνόλου. Στην επίκληση ενός σημείου αναφοράς μέσα στο σύνολο. Ενα άπειρο σύνολο που συνεχώς μετασχηματίζεται, ψάχνοντας να βρεί επικεφαλίδες σε άγνωστα κεφάλαια. Σε άγνωστα περιεχόμενα της ίδιας του της υπόστασης. Ένα άπειρο που αναζητά τις καταβολές του. Η αναζήτηση των πηγών. Η αναζήτηση της πηγής των πηγών. Σε μια προσπάθεια κατανόησης του αρχέγονου εαυτού. Η γνώση δίνει ασφάλεια στο ακατέργαστο. Κι η αναζήτηση μορφή στο αμορφοποίητο. Έχει ανάγκη η αρχέγονη ψυχή απο μορφές, που θα ταξινομήσουν το άπειρό της. Μέχρης οτου η ίδια να γίνει μορφή, ξεχωριστή, μοναδική. Όπως της πρέπει. Το δοξάρι του ταξιδευτή στην αναζήτηση είναι η ράβδος που ψάχνει ατέρμονα για τις προαιώνιες πηγές.. Ο ταξιδευτής στην αναζήτηση είναι ένας ραβδοσκόπος. Με το ξύλινο, διχαλωτό, φτωχό, μα τόσο πλούσιο ραβδί του, ψάχνει τους αρχέγονους στεναγμούς, που είναι κρυμμένοι καλά, σε λυκήθους της γης που γεννά. Αποτυπωμένες στα ιερογλυφικά των αστερισμών. Που αν τις διαβάσεις, όντας, στις θάλασσες του είναι, Οδυσσέας, θα σου δείξουν τον δρόμο. Κι ο δρόμος δεν είναι ο ιδιος για όλους. Είναι ξεχωριστός για τον καθένα. Ανάλογα με την ερμηνεία που θα δοθεί κάθε φορά. Μια ερμηνεία- χρησμός για τους άλλους. Μα τόσο κατανοητός γι' αυτον που διαβαίνει τους δρόμους τους δικούς του. Μέσα στο δικό του άπειρο. Γιατί το άπειρο δεν είναι ένα. Είναι πολλά. Όσα και οι αναζητήσεις. Μερικές φορές θαρρείς πως το Όλον είναι ακόμα αγέννητο. Γιατί γεννιέται συνέχεια. Κάθε στιγμή. Κάθε αναπνοή.

Πέμπτη, 1 Οκτωβρίου 2015

ΑΦΥΠΝΗΣΗ

Κάποτε υπήρξε ένα χάδι. Πάνω σε πληγές παλιές. Οσο ο κόσμος πριν γεννηθεί. Φάνηκε το ξημέρωμα. Η Μέδουσα φοβήθηκε γιατι δεν μπορούσε πια να μαρμαρώσει τις αλήθειες. Ο Άδης φοβήθηκε κι αυτός γιατί στέρεψαν τα νερά του Αχέροντα. Οι ψυχές χαίρονταν γιατί δεν υπήρχε πια το θνητό. Κι ο Έρωντας ζούσε στα τραγούδια που απάγγελναν το νοιάξιμο και το άγγιγμα. Τα Άτια του εντός ξαπόστεναν κατω απο το φως των αστερισμών του Είναι. Ολα εδειχναν όμορφα και οι Καιροί ανησυχούσαν. Οι θύελες ανησυχούσαν. Και τα γεράκια εμοιαζαν ανυπομονα. Αυτο κράτησε για μια τόση δα αιωνιότητα. Πέρα απο το μετά όμως είχαν ηδη αρχίσει να κτυπουν τα τύμπανα της χθόνιας θεάς. Η οποία δεν ηταν και τόσο ευχαριστημένη με την αρμονία. Έτσι το χάδι εφυγε. Καθώς πλησίαζε η εποχή του θανάτου των πλατανόφυλλων και των πευκοβελόνων. Στην αρχή υπήρξε σιωπή απο το ξαφνιασμα του αιφνίδιου. Μετά το αιφνίδιο εγινε τέλος. Μα εκει κοντά κρυφογελούσε το Πέρα πο το Μετά. Για μια στιγμή οι καιροί φανηκαν να σταματούν την αέναη περιστροφή τους γύρω απο το γιο του Ουρανού ο οποιος κάποτε του είχα πάρει την ανάσα του. Για να την κανει δικό του δάφνινο στεφάνι. Μια στιγμη όμως εφτανε για να γεννηθεί η έκρηξη του Εντός. Πέρα απο τα προβλεπόμενα και τα ειοθότα. Τότε ήταν που άνοιξαν τα σύμπαντα. Και φάνηκε η κρυμένη φωτιά. Η κρυμένη αλήθεια. Ηταν τότε που το τέλος και η αρχή εγιναν ένα. Η αρχή της αρχής. Μιας αρχής τόσο διαφορετικής οσο το φως που κρύφτηκε και μεταμορφώθηκε σε αρχέγονη αλήθεια. Σαν αυτή του αγέννητου που μόλις γεννήθηκε. Ο δρόμος ηταν σκοτεινός. Μα πίσω απο το δάκρυ φαινόνταν σα να ειναι χίλιοι δρόμοι μαζί. Μα πίσω απο το δάκρυ φαινόνταν σα να ειναι χίλια φεγγάρια μαζί πάνω στα στήθη μιας ψευτικής γοργόνας σαν απο παιδική ζωγραφιά. Που στη χαρίζει το μικρό κοπελουδάκι και ύστερα το ξεχνά το ''μεγάλο '' του δώρο. Γιατί καποιο άλλο φανταχτερό παιχνίδι πήρε το νου του. Και τη μιλιά του. Και έμεινε μόνο η σιωπή. Για λίγο όμως. Μετά απο το μετα ηρθαν τα όμορφα γεράκια των γκρέμνων. Και έκαναν κύκλους πάνω απο τα δικά σου σύμπαντα . Ως να ήταν αυτά, τα δακτυλίδια του γιου του Ουρανού. Μα πάνω απο όλα ήρθε μια ενήλικη ηλιαχτίδα. Σαν αυτές που δραπετεύουν απο τους καιρούς και απο τις θύελες. Και εμοιαζε τόσο πολύ με το εντός σου. Αυτό που προς στιγμήν το κύκλωνε το αλμυρο κύμα του Οδησσέα. Και που όλοι , θεοί, δαιμονες και ανθρωποι ειχαν βαλθεί να σε κάνουν να πιστέψεις πως είσαι αλλο. Αυτό το άλλο πέρα απο το μετά. Μα οι ρίζες ειναι δυνατές στα παλιά πλατάνια. Και σου ψιθυρίζουν τη αλήθεια σου. Αυτήν που η Κίρκη θέλησε να την κανει αλλο μα δε μπορεσε. Αυτήν που οι λωτοί θέλησαν να σε κανουν να χαθείς μέσα στο εφήμερο μιάς ηδονής. Μέσα στο εφημερο των συναισθηματων. Μεσα στο εφήμερο του συνήθους. Μα γελάστηκαν. Οι κρυφές πληγές ήταν εκεί. Και η ουλή τους αρχισε να ματώνει. Θυμίζοντάς σου. Αφυπνίζοντάς σου το Είναι.
Και άνοιξε ο Υακινθος ως εκρηξη στη πρώτη ανάσα του φωτός. Ως η μαγική λύρα του Απόλλωνα με τα μαλλιά του – στάχια στα χέρια της νιόνυμφης με τους καιρούς των  ακολούθων του Βάκχου. Πέρα απο το μετα... Πέρα απο το χάδι .... Πέρα απο το εφήμερο... Στις ομίχλες του τώρα.
Αυτού που ως Αρχάγγελος Ερμής θα δωσει μορφή. Στην εναιώρηση. Στου γερακιού το πέταγμα.