Τετάρτη, 25 Νοεμβρίου 2015

ΤΟ ΑΙΩΝΙΟ ΕΦΗΜΕΡΟ

ΤΟ ΑΙΩΝΙΟ ΕΦΗΜΕΡΟ

Ένα ποιήμα κατω απο τις φυλλωσιές δενδρου εξωτικού. Μιά τόση δα ανάσα πίσω απο τον καπνό που αφήνει ένα εφήμερο χάδι. Ένα τόσο αιώνιο εφήμερο. Και η γηραιά πολυτελής σιωπή, να περνά. Με βήμα αργό- fame fatal των καιρών του μεσοπολέμου. Σ' ένα πολυφωνικό τρίο η παραλλαγή του πληγωμένου αγγίγματος. Έφηβες φωνές. Ζύθος στα χείλη ενός περαστικού φωτός. Κρυμμένου πίσω απο μοναχικές αιωνιότητες. Και 'συ ακουμπισμένος σε μια ακίνητη φωτιά. Που περιγελά τις αθιβολιές σου. Και τις κάνει πλάνο σε μιά συνεφιασμένη ταινία. Χαμένη πίσω απο ένα ταφτάνι που ανεμίζει. Βήματα περαστικά στο τόσο ξένο οικείο. Η αναβάθμηση του συνήθους, σε περιέργως μακροσκελές χα'ι'κού. Γραμμένο πριν απο τους αιώνες μιάς στιγμής. Που αρνήται τους καιρούς. Ως γέλιο χθόνιας θεάς. Αιωνίως νέο. Και 'συ στο πέρα 'πο το μετά των διαδρομών. Ψάχνοντας το γέμισμα μακρινών φεγγαριών. Μακρινών νεράιδων. Χαμένων πίσω απο την αυλαία. Μιάς παράστασης ερήμην του χορικού. Ερήμην του κορυφαίου του χορού. Ερήμην τωνσκιών. Του δικού σου κρυμένου φωτός. Μέσα σε βλέμματα αγνωστα. Ψάχνεις χωρίς να ξέρεις τι. Χαμένος σε πολύχρωμα δαιδαλώδη σοκάκια, μιάς ανεξερεύνητης σκέψης. Περιπατητής που χαζεύει το εφήμερο. Χωρίς να νοιάζεται που είναι χαμένος. Γιατί αισθάνεται οτι ο δρόμος παραμένει εκεί. Άγνωστος. Μα με οικείο συναίσθημα. Που το δίνουν οι μυρωδιές απο τζ βόταανα. Των δικών του κορυφών. Του δικού του πετάγματος στο πέρα. Στο μετά. Σ' αυτό που φέρνει το αυθόρμητο. Το επι τα εκτός των περιγεγραμμένων. Αγρίμι. Με μάτια ως ουρανός διάφανος. Σε σκοτεινούς καιρούς. Σε σκοτεινές παρουσίες. Ένας ουρανός αγρίμι. Ως σκέψη περιπλανόμενη. Σε βύθιους πόθους. Σε πάθη, μη πολιτικά ορθά. Γυμνός θεός. Γυμνός δαιμονας. Στο κατακάθι του καφέ, διαβάζεις ως αρχαίος μύστης, κρυμμένα μηνύματα. Μια αναποδογυρισμένη προφητεία. Αρκεί να σκεφτείς ασυνήθιστα για να ξεφύγεις απο τα ειοθώτα. Και να χαθείς στο αιωνια εφήμερο. Ως περιπλανόμενη σκέψη στις εξωτικές αγορές του σιωπηλού εντός σου. Ως χείλη ριγμένα στον άνεμο.

Κυριακή, 22 Νοεμβρίου 2015

ΧΑΜΕΝΟΣ ΟΥΡΑΝΟΣ

Ηλιε, χαμένε ουρανέ, που τριγυρνάς απόψε ; Σε ποιούς κρυφούς λαβύρινθους, ψάχνεις μα δε με βρίσκεις ; Φως, σε κοιτώ κατάματα. Σκοτείνιασες το νου μου. Και τρέχω μ' άτια φτερωτά, πάνω σε κρυφές σκέψεις. Σε χαμένες αθιβολιές. Σιωπηλή μιλιά μιά αλμύρα συντροφος. Μιά απουσία σύντροφος. Ένα όνειρο σύντροφος. Οσο κι αν τρέξεις σιωπή, προηγήται η αλμύρα. Χαμένων θαλασσών. Και χαμένων φάρων. Μιά θύελλα- νόημα και ουσία. Πίσω απο τους αστερισμούς, που πίνουν το σώμα και το αίμα της σιωπής. Και κρυφακούν την ανάσα του λυκόφωτος. Που αναβάλλει τοδώρο του Μορφέα. Η νύχτα καπνίζει το τελευταίο τσιγάρο της.Σκαλισμένα τ' αστρη, πάνω στο μέταλλο της σιωπής. Που γίνεται ακονισμένη λάμα. Πάνω στην απουσία. Κι έχει γραμμένο πάνω της μιά δεκαπεντασύλλαβη πνοή. Μιάν γαλαζοπράσινη αύρα. Της σκέψης που χάνεται. Στο μετά μιάς παρουσίας φευγάτης. Στο πέρα απο το μετά. Στο τώρα. Γιατί το πέρα απο το μετά γίνεται τώρα αν το θέλεις πολυ. Σκοτεινό βλέμμα μέσα σε μια στάλα φως. Σκοτεινό πέρα. Και συ χαμένε ουρανέ που τριγυρνάς απόψε ;

Πέμπτη, 19 Νοεμβρίου 2015

Ο ΕΞΑΡΧΩΝ ΤΟΥ ΔΙΑΦΑΝΟΥ

Ο ΕΞΑΡΧΩΝ ΤΟΥ ΔΙΑΦΑΝΟΥ

Μιά αδόλως επιμένουσα στιγμή. Να γίνει συνειδητά αισθητή. Απο το βλέμμα που είναι χαμένο. Στο πέταγμα του ηδυπαθούς φωτός, μέσα στις σκιές της επιθυμίας. Εξαγνισμός. Απο το κρύο νερό που προσφέρθηκε. Απο την αθιβολή. Πέρα όμως απο το άπειρο, σπάνε τα ειωθότα. Ως φίλος που έλειπε, το φως, καταφθάνει. Στην κατα'ι'δρωμένη ενατένιση του ''εντός''. Ο εξάρχων του διάφανου, κάτω απο το αδιάκριτο βλέμμα μιάς ενοχλητικής παρουσίας, στο νου. Που υφαίνει τη δημιουργία μέσα στο κρυστάλινο συναίσθημα. Που διψάς για να το νιώσεις. Το πρώτο βιολί της ορχήστρας των βλεμμάτων, χαμένο στις νότες του. Στις σημειώσεις του ατέρμονου. Και η ορχήστρα συνεχίζει να παίζει, ερήμην του συνήθους. Πέρα απο το μετά, σπάνε οι κύκλοι. Και βυθίζεσαι. Σε ποταμό υπόγειο. Που απο ένα άνοιγμα μπαίνει το φωτεινό γαλανό, που θα σου δώσει τ' όνομά σου. Την ερμηνεία του ονόματός σου. Γιατί πρέπει να μάθεις τελικά τι σημαίνεις. Για το εντός σου. Που μεχρη τώρα, μηχανικά σχεδόν, άκουγες την επίκλησή του. Χωρίς να την αποκωδικοποιείς. Ερήμην του νοήματός σου. Ερήμην του νοήματος των τεκταινομένων. Των αφημένων στο άγγιγμα, πυ ερωτοτροπεί με την αναζήτηση του ουσιαστικού. Του χαμένου στους επιθετικούς προσδιορισμούς του. Ένα δελφίνι πίσω απο το αυτί μιας στιγμιαίας προσμονής. Που ψάχνει για τους ήχους του οικείου αγγίγματος. Χαμένου στο ανεξήγητό του. Μέλισσα, που χάθηκε ψάχνοντας τη γύρη, μέσα σε έναν μεταμφιεσμένο χειμώνα σε άνοιξη. Πέρα απο το μετά, είναι η συνειδητοποίηση του νοήματος. Και ο εξαγνισμός που έρχεται όταν μαθαίνεις. Αυτό που φέρνει το κύμμα. Κάθε που επανέρχεται. Εντελώς καινούργιο κάθε φορά. Αναιρόντας τη μαθητεία σου. Στη σιωπή. Ο εξάρχον παίζει μόνος του τώρα. Ερήμην του ρυθμού. Έναν σκοπό δικό του. Και προς μεγάλη του εκπληξη, η ορχήστρα ακολουθεί. Ερήμην των κατεγεγραμμένων. Οι μεταμορφώσεις του ποιητή, φτιάχνουν τελικά το ποιήμα. Ως άρωμα ενός ανθού αόρατου. Που σου αφήνει το μύρο του. Αόρατο στην ενατένιση. Αλλά τόσο έντονα ορατό στις υπόλοιπες αισθήσεις σου. Και 'συ, χάνεσαι για μιά στιγμή στο αιθέριο. Ως γαλάζιος καπνός απο το καμμένο ξύλο του ηλιόφωτου. Που χαρίζει μιά φρέσκεια αναπτέρωση στο νού. Κραυγή μιάς χαμένης οπτασίας. Και μετά το κρυστάλλινο επανέρχεται. Μιά συνεχώς παρούσα απουσία. Ως σελήνη που ανέτειλε το καταμεσήμερο. Πίσω απο τα μακριά μαλλιά των ηλιαχτίδων. Πέρα πο το μετά, η διαδρομή του αναπάντεχου. Του διάφανου. Ως αιθέρια πέπλα τα οποία γδύνεται η Μαινάδα. Σε έναν εκστατικό χορό. Ζητώντας ''την κεφαλήν επι πινάκι'' των ειωθότων. Απόλυτα βέβηλη γαλήνη. Ο εξάρχων αυτοσχεδιάζει, εκπλήσοντας τον μαέστρο. Που δεν ξέρει πια πως να διευθύνει. Είναι τότε, που γίνεται του ποιήματος η γέννα.


Τρίτη, 17 Νοεμβρίου 2015

ΕΠΙ ΤΑ ΕΚΤΟΣ ΤΩΝ ΕΓΓΕΓΡΑΜΜΕΝΩΝ

ΕΠΙ ΤΑ ΕΚΤΟΣ ΤΩΝ ΕΓΓΕΓΡΑΜΜΕΝΩΝ

Δρόμοι στα τρίσβαθα της αβύσσου. Δρόμοι στα τρίσβαθα του νου. Εναιώρησις του απύθμενου. Μέσα σπο το θνητό φως, αναδύεται η στιγμή. Κελάηδισμα που ρέει, απο αόρατο ερωδιό, η ανάσα. Καθώς αναδύονται οι σκιές απο τις ηλιαχτίδες. Αύρα. Μια αύρα- προσφυγας, στην αυγή. Στις εσχατιές της αυγής. Καθώς γύρισαν οι αστερισμοί, επι τα εκτός των εγγεγραμμένων. Στους παλιους, σκονισμένους παπύρους. Τους χαμένους μέσα στους Έρωντες του εκκωφαντικά φωτεινού. Μειδίαμα απλωμένο. Ως η λευκή γενειάδα, ενος ονείρου- ασκητή. Σε μιά μακρινή αυγή. Που ανασαίνει στο πρώτο άγγιγμα. Υπαίθριο παζάρι οι σκέψεις. Ξάρτια που θρο'ί'ζουν σε συγχορδία με το κελάτισμα ενός κύμματος μοναχού, στην απεραντοσύνη. Ορίζοντας χαμένος στην αγκαλιά της πάχνης. Που μόλις έφτασε απο τον μύθο της νεράιδας. Που πλέκει τα τραγούδια της πλεξίδες, στην αυλή του ήλιου. Ταξίδι που αργεί να ξεκινήσει. Απο την άκρη του σκοταδιού. Μετέωρη σκιά. Χορεύει μόνη. Στην πολύβουη συνάθρηση των σιωπών. Μετάφραση των ονείρων, τα βήματα του σπουργιτιού. Σκέψη που ακροβατεί, στο απλωμένο υφαντό του φωτός. Μοναχικό γαλανό. Χαμένο μέσα στην απεραντοσύνη του. Περιπλανόμενο άλικο ρόδι. Σπασμένο στο ασπρισμένο κατώφλι των εσώτερων εσχατιών. Αναμένει. Αγραφος λόγος, το νεύμα της κρινοδάκτυλης. Παλιές μυρωδιές σε μιά ανασύνταξη εικόνων. Του νου. Της καρδιάς. Του πόθου. Της τσιγγάνας ώρας. Η γραμμή του ορίζοντα διαγράφει. Και το βλέμμα ελευθερώνεται. Στην αναζήτηση ενός μετέωρου αγγίγματος. Ξένοι ήχοι. Συντροφιά στην εναιώρηση. Στους κρεμαστους κήπους του περιπλανόμενου μύθου. Του περιπλανόμενου ονείρου. Των περιπλανόμενων σκέψεων. Επι τα εκτός των εγγεγραμμένων...

Τετάρτη, 11 Νοεμβρίου 2015

ΤΟ ΚΡΥΦΟ ΓΑΛΑΖΙΟ

Ένα φως πάνω απο τις λέξεις. Μιά σκιά που αργοπεθαίνει απο πόθο, στο άγγιγμα των ηλιαχτίδων. Ακολουθεί ο δρόμος, το κρυφό γαλάζιο. Που ταξιδεύει στους ωκεανούς, καθώς λύνει τα μαύρα της μαλλιά η στιγμή. Και σκεπάζει όλα τα ''θέλω''. Προστατεύοντάς τα, απο το ανέφικτο. Ένα φως μέσα στο βλέμμα τ' ουρανού. Που αποκαλείπτει την κρυφή ελεγεία. Περαστικό βλέμμα. Στο αναπάντεχο. Βήματα απο φτερωτούς πόθους. Νηρηίδα, που φόρεσε τη νύχτα για πέδιλα. Κι αυτή, αναστέναξε και χάθηκε στον πρώτο λόγο της αυγής. Μιάς αυγής ευχής. Ολόφωτης. Παλεύουν οι ηλιαχτίδες με τον καπνό μιάς σκιάς, που πεθαίνει στην πρώτη ρουφηξιά. Το φως ταξιδεύει. Και ταξιδεύεις και 'συ μαζί του. Σε κήπους κρυφούς, που ανθίζει το χάδι. Σε κήπους κρυφούς, που γνέθεται το κρυφό υφάδι. Αδυσώπητο λευκό. Εκτυφλωτικά καθαρό. Σαν σεντόνι φρεσκοπλυμένο. Απλωμένο στο περβάζι του ''είναι''. Κάτω απο φυλλωσιές απο φωτια. Που σιγοτραγουδά- καυτή, νιογέννητη ρακή- η επιθυμία. Χρώμα απο βύσσινο γλυκό, πάνω στο στήθος του γαλάζιου. Γοργόνα που τραγουδά το έπος για τις χαμένες στεριές της. Έρωντας. Που μοσχοβολά άνοιξη. Στο καταχείμωνο. Που μπέρδεψε τις διαδρομές του. Και ξαφνικά, έγινε καλοκαίρι. Ατίθασο άτι, χάνεται σε μιά ολόφωτη πάχνη. Από ευχές. Καφές που αφίχθηκε ως δώρο. Στην αφύπνιση. Μια ομορφιά που ζητά να μοιραστεί τον λόγο. Και η επιθυμία, ζητά απο το φως να παρατείνει το υφάδι του. Για να χορτάσει η στιγμή τις ευχές. Για να γεμίσει το είναι με τις ευχές. Για να γεμίσει το χάδι απο τις ευχές. Απο το φωτεινό υφάδι. Βότανο μυρωδάτο, πάνω στη λαβωμένη σκέψη. Πάνω στη λαβωμένη στιγμή. Πλανώδιο ποιήμα. Γραμμένο πάνω στις ρυτίδες του ατελεύτητου. Γραμμένο πάνω στις ρυτίδες του φωτός. Γραμμένο πάνω στο τώρα. Που λες και τα καλυψε όλα. Σαν υφαντό που μόλις γεννήθηκε, απο τον αργαλειό μιας θεάς. Που δραπετευσε απο τον μύθο. Για να χαθεί στο χάδι του αυγερινού. Σπουργίτι μοναχό πάνω σ' ένα τραγούδι. Που κρυφογελά πίσω απο τον χαρούμενο ρυθμό. Μυρωδιά απο τον καπνό του μελισσοκόμου, καθώς καπνίζει τις μέλισσές του. Μυρωδιά απο θυμάρι. Στα μαλλιά του χειμώνα. Που δε θα'ρθει τελικά. Ευτυχώς. Πλανώδιο άλικο. Πλανώδιο χαμόγελο. Ήχος απο γράμμα που μόλις έφτασε. Η προσδοκία, γίνεται πραγματικότητα αν την ευχηθείς απο καρδιάς. Τσιγγάνικο άλικο. Που φέρνει χίλια-δυο καλούδια, η στιγμή. Απροσδόκητο άλικο. Ως τα κόκκινα χείλη θνητής θεάς που καπνίζει τους καιρούς. Με ένα πονηρό μειδίαμα. Ο χρόνος σταματά μέσα στην αιωνιότητα. Σαν ένα διαρκές χαμόγελο σε μιά παλιά φωτογραφία. Που παραμένει αενάως καινούργιο. Μια αενάως έφηβη αιωνιότητα. Που την αγκαλιάζει το αδιάκριτο βλέμμα όλων των καιρών. Που ανυπομονούν να γίνουν τραγούδι. Με στίχους, ως πέταλα ανθέων ατάκτως εριγμένα, στο μπερδεμένο ηλιόφωτο. Ένας Μάης μέσα στο Νοέμβρη. Το χάδι στην ουλή της πληγής. Όταν η σιωπή παύει να μιλά, γίνεται διαδρομή.

Κυριακή, 8 Νοεμβρίου 2015

Ο ΘΥΜΟΣ ΤΗΣ ΠΛΗΓΗΣ

Μιά θυμωμένη πηγή. Το αχαρτογράφητο αναρωτιέται. Αν θα πρέπει να ενδώσει στη σκέψη. Που, ηδυπαθώς, αναλίσκεται. Εχει φύγει απο τον δρόμο. Και περιπλανιέται. Και πλανιέται επίσης. Απο ένα θνησιγενές φθινόπωρο, σ' έναν νιογέννητο χειμώνα. Ένα σιωπηλό φως πίσω απο τα νέφη.
Αραχνο'υ'φαντο άγνωστο. Και μέσα στο υφάδι του, μπλεγμένη η προσδοκία του ανέφικτου. Κάτω απο το γαλάζιο, κοιμάται εναγωνίως το όνειρο. Στίς ρωγμές του ''πέρα''. Που αναδύονται οι σκιές. Με φτερά ορθάνοιχτα. Στις ρωγμές των ρυτίδων του σήμερα. Που, γερνά, σχεδόν ανυπόμονα. Κθώς μίκρυνε ο χρόνος. Διαβάτης απρόσεχτος, που δεν φαινεται να τον ενδιαφέρει η αφιξη. Χάνεται μέσα στη πάχνη της διαδρομής. Μιάς ξένης διαδρομής. Γαντζώνονται στα κλειδιά ενός άδειου πεντάγραμμου, άγνωστες μουσικές. Που τις ψυχανεμίζεται η ψυχή. Μα που δεν τις εχει γράψει ακόμη. Ένας ουρανός στα πόδια του ξωτικού. Που δραπετευσε απο τους μύθους σου. Και τρέχει. Ξεφεύγοντας απο τα περιγεγραμμένα λιθάρια του νου. Το ''μετά'' είναι εδώ. Πρόσφυγας του ''εντός''. Σ' ένα συναίσθημα ξένο. Ένα απρογραμμάτιστο λυκαυγές της ψυχής, το αυριο. Γραφή γραμμική που δεν μπορείς να την διαβάσεις. Κι όμως αυτή, επιμένει να σου μιλά. Με το πρώτο πέταγμα του φωτός. Μέσα στο ανείπωτο. Που θέλει να ειπωθεί, είναι ο Μαντατοφόρος Ερμής. Μέσα στα χρυσά μαλλιά του Απόλλωνα. Ένας Ορφικός Υμνος. Που τον τραγουδούν μόνο οι μυημένοι. Μα εσύ ξέχασες το μύρο. Και χάθηκες. Ως σκιά στο πρώτο άλμα του Φαέθοντα. Πεπειραμένο είναι το άπειρο. Στην αναζ'ητηση. Σημάδια σε μια σχισμή του σήμερα, η προσδοκία. Ένας ποιητής που ξέχασε τα αρχαία έπη. Και φτιάχνει δικά του τώρα. Όταν θυμώνει η πηγή, βγάζει πιο πολύ νερό. Όταν θυμώνει η πληγή, γίνεται τραγούδι.