Πέμπτη, 14 Ιανουαρίου 2016

ΤΟ ΚΡΥΦΟ ΜΕΙΔΙΑΜΑ ΤΟΥ ΑΛΙΚΟΥ

ΤΟ ΚΡΥΦΟ ΜΕΙΔΙΑΜΑ ΤΟΥ ΑΛΙΚΟΥ

Κι ύστερα, η θύμηση επανέρχεται. Μια ακατανίκητη επιθυμία για ξορκισμό της απουσίας. Με το χάδι. Το ξενητεμένο χάδι των οριζόντων. Που δεν τους ξέρεις ακόμη. Μα που περιμένουν, εκεί, την δικιά σου επίγνωση. Δεν ξέρεις τον δρόμο. Κι ίσως αυτή να' ναι η μαγεία. Ένα ταξίδι μυστικό. Που δεν αποκαλήπτεις σε κανέναν. Οτι εδώ και καιρό, βρίσκεται εν εξελίξη. Μελλοντικός πολεμιστής, μέσα στην απουσία. Αναζητάς τους τόπους σου. Τους δικούς σου που δεν τους ξέρεις ακόμη. Μα τους ψυχανεμίζεσαι. Άνεμος, που πέρνει τον καπνό, απο το μισοσβησμένο τσιγάρο της απωλεσθήσας συντροφικότητας. Που, με μιαν ανάσα στη σιωπή, ξανανάβει.Μια έφιππη μνήμη. Που σε προσπερνά. Μπροστά ανοίγεται ο δρόμος. Βρεγμένος, απο την αλμύρα σου. Ένα μοναχικό κύμμα, σπάει πάνω στον βράχο της πιο κρυφής σου επιθυμίας. Ένα ταξίδι που σε περιμένει. Σχεδόν πριν τελειώσεις το προηγούμενο. Διαρκής κίνηση. Με την σιωπή πάντα παρούσα. Μαζί σου. Σε χώρες μακρινές, που τώρα πια δεν θέλεις να πας, κρύβεται το όνειρο. Και 'συ, κρυμμένος μέσα στο άλικο. Στο ρόδινο πρόσωπο της φτιασιδομένης απώλειας. Που δεν ξέρεις αν είναι αυτή η απώλεια που έχει σημασία. Ή η δική σου ατέρμονη αναζήτηση του ανέφικτου. Παραπλήσιοι λόγοι της δική σου άγνοιάς του, που σε οδηγούν τα βήματά σου. Το μετέωρο βήμα της αναζήτησης σου. Που θα σε οδηγήσει να γνωρίσεις τι είναι αυτό που ζητάς τελικά. Στο δρόμο της συμφιλίωσής σου με την κοφτερή σιωπή. Στο δρόμο της συμφιλίωσης με το δαιδαλώδες εντός σου. Σα νεράιδα που δεν ξέρει πως να χαμογελά. Χαμένη μέσα στους καπνούς βοτάνων μυστικών. Σε σκέψεις που δεν μπορεί να τις μοιραστεί. Και ίσως να μην είναι το νόημα εκεί. Όμως που είναι το νόημα κρυμμένο; Ανθός σπάνιος και όμορφος μέσα στο άλικο της σιωπής. Ένας ανθός – σιωπή. Και 'συ, ένας περιπλανόμενος μύθος της απουσίας. Που όλα λές, είναι παρόντα μέσα της. Κανείς πολεμιστής δεν μπορεί να αποδεχτεί τις συμβάσεις. Το συμβατικό είναι αυτό που πολεμά. Ως μοναχικός Δροσουλίτης που χάθηκε μεσ' την αυγή του. Ψάχνοντας τα κάστρα του. Που είναι κρυμμένα στη πάχνη που αφήνει ένα δάκρυ μοναχό. Πάνω στον καφέ του απομεσήμερου. Και μια διπλανή φωνή που σου φωνάζει αποδέξου το. Αποδέξου τη ζωή. Αποδέξου τον εαυτό σου οπως είναι κάθε στιγμή. Με το που θα δεχθείς την απουσία, αυτή, μεταμορφώνεται αμέσως σε παρουσία. Με το που θα δεχθείς το ανέφικτο, αυτό γίνεται αμέσως εφικτό. Με το που θα δεχθείς τη νύχτα, αμέσως έρχεται το ξημέρωμα. Αποδέξου το. Και θα έρθει η πραγμάτωση. Η επίγνωση. Που είναι το κλειδί των οριζόντων σου. Που εξαγνίζει την απώλεια. Την απουσία. Κι αμέσως νιώθεις γεμάτος. Εκπληρωμένος. Και έτοιμος. Για το καινούργιο ταξίδι. Έχεις γνωρίσει τους Δαιδάλους. Και αυτός είναι ο θησαυρός σου. Μη φοβάσαι να τον ξοδέψεις. Αναπνέοντας τη φρεσκάδα της επανάστασης. Απέναντι στο δικό σου είθισται.


Ο ΑΙΩΝΙΟΣ ΤΑΞΙΔΕΥΤΗΣ ΤΟΥ ΑΚΑΘΟΡΙΣΤΟΥ

Ο ΑΙΩΝΙΟΣ ΤΑΞΙΔΕΥΤΗΣ ΤΟΥ ΑΚΑΘΟΡΙΣΤΟΥ

Κι ομως, η αθιβολή του χαδιού, έρχεται ξανά και ξανά. Μέσα απο τα γενειοφόρα βάτα του σήμερα. Και είναι τ' αγκάθια τους, πέπλο, που μέσα κρύβεται ο άλικος χυμός. Αυτό που μπορεί να γίνει. Ως εφηβική πληγή. Που δεν εκλεισε ακόμα. Και έχουν περάσει αιώνες απο την αυγή σου. Και έχουν περάσει αιώνες απο το ξεκίνημα. Κι όμως, εσύ δεν έχεις φτάσει πουθενά ακόμα. Αιώνιος ταξιδευτής του ακαθόριστου. Κι ένας Έρωντας με πέπλο μαύρο. Ως τα μαύρα πανιά του ιστιοφόρου που μπήκαν κατα λάθος. Με βιασύνη. Και έστειλαν λάθος μήνυμα σ' αυτούς που περιμένουν. Έφερναν χαρά και νικητήριους παιάνες. Όμως έστειλαν μήνυμα θρήνου. Με αποέλεσμα , ο θάνατος ο άρχων, να δώσει όνομα σ' ένα πέλαγο γεμάτο ευχές. Γεμάτο ψυχές. Που παλεύουν να σπάσουν, απο τότε, τις αλυσίδες. Τις δικές τους. Και των συντρόφων τους. Περίεργα όμορφη είναι η σιωπή. Καθώς χάνεται. Μέσα στους μύθους των πρωταγωνιστών της. Και μια ευριπιάδα εικόνα. Ενός παιδιού ντυμένου στα μαύρα. Μιά πρόωρη επανάσταση λες. Ως άνθος τυλιγμένο σ' ένα κοφτερό χιόνι. Κι ένα επικύνδινα τρελλό βήμα. Που ξαφνιάζει τη σκέψη. Κανείς δεν ξέρει όσα ξέχασες. Κανείς δεν ξέρει την απουσία σου. Ως προγραμματισμένη χαρά που δεν την δέχεσαι. Γιατί ξέρεις ότι η πραγματική χαρά είναι πάντα απρογραμμάτιστη. Ένα σχεδόν πικρό ακαθόριστο μειδίαμα, έχει το μέσιασμα της μέρας. Θά'θελες ν' αργήσει το σκοτάδι να' ρθει. Στην αιώνια επαναληψημότητά του. Στην κατά ριπάς εναλλαγή των εικόνων του νου. Που έρχονται απρόσκλητες μέσα στη νλυχτα . Και τ' αλλάζουν όλα. Ως ένα ακαθόριστο χάδι. Ως μιαν ακαθόριστη σκέψη. Που ξέρεις την αύρα της. Χωρίς ποτέ να μάθεις όμως το πραγματικό νόημά της. Ως μυστήριο κρυφό της έλευσης, μιάς αέναης ευχής. Που, περιέργως πως, νιώθεις οτι πραγματόθηκε. Μα συνεχίζεις ν' απλώνεις μαύρα πανιά. Εκεί που πνέουν ούριοι άνεμοι. Εκεί που θα ' πρεπε να υψώνεις ο πολύχρωμο. Απο μια βιαστική χαρά. Απο ανυπομονισία. Ως μιαν αφιξη που παρέλειψες να δεις. Γιατί το άλικο τα' χε καλύψει όλα. Μια φλόγα που σε ζέσταινε, σε καίει σια- σιγά, για να διατηρήσει τη λάμψη και τη ζεστασία της. Και 'συ χαίρεσαι γι' αυτό. Χαίρεσαι που τώρα πια το άλικο είσαι εσύ. Εσυ και το ακαθόριστο. Και ο αιώνιος ταξιδευτής του, πάλι εσύ. Βιαστική χαρά. Με υψωμένα λάθος πανιά. Κι ένα πέλαγος που πήρε απο μιά λάθος απώλεια, τ' όνομά του. Ως λάθος που βάφτησε μιάν αλήθεια. Σ' ένα οξύμωρο σχήμα.

Παρασκευή, 1 Ιανουαρίου 2016

ΤΟ ΑΤΕΡΜΟΝΟ ΤΑΞΙΔΙ ΤΟΥ ΒΛΕΜΜΑΤΟΣ ΤΟΥ ΓΕΡΑΚΙΟΥ

ΤΟ ΑΤΕΡΜΟΝΟ ΤΑΞΙΔΙ ΤΟΥ ΒΛΕΜΜΑΤΟΣ ΤΟΥ ΓΕΡΑΚΙΟΥ

Η αθιβολή, γεράκι που χαιρετά το λιόγερμα. Και χάνεται μαζί με το φως, στα σκοτάδια του νου. Είθισται, στους πολυσύχναστους δαιδάλους της σκέψης, να είναι άρχουσα η σιωπή. Που τώρα την ξέρεις. Και την αναζητάς. Όταν το οικείο έρχεται πολύ κοντά. Ένα οικείο, που το έχεις αφήσει πίσω. Καθώς περιπλανιέσαι. Σε πολύχρωμα σοκάκια. Σιωπηλά πολύβουα. Και δεν αναρωτιέσαι πιά. Γιατί έχεις δεχθεί την εικόνα σου. Που αναδύεται μέσα απο σκιές. Μέσα απο ήχους παράταιρους με το δικό σου ''τώρα''. Μα, μιά βελούδινη μουσική, βγαίνει μέσα απο τα κλήματα του χειμώνα. Ξεπερνά το ''τώρα''. Είναι ήδη στο ''μετά''. Στο πέρα απο το μετά. Εκεί που είναι ο αληθινός εαυτός σου. Και ακούς τη μιλιά του. Χωρίς τις συμβάσεις των πεπραγμένων. Που τριγυρίζουν πίσω σου. Με τριμένο πανωφόρι. Αλλά το ''ξανά'', βγήκε απο το μυστικό, το πολύπλοκο παλάτι του Μίνωα. Ακολουθόντας το μίτο. Και συνειδητοποιείς οτι εσυ είσαι η Αριάδνη που τον κρατά. Και τον χαρίζει στους Έρωντες. Για να βρούν τον δρόμο. Πέρα απο θεούς. Και πέρα πο δαίμονες. Πέρα απο ον εαυτό σου. Πέρα απο την άλικη σιωπή. Πέρα απο μορφές- σκιές στο λιόγερμα. Κάποτε ξόρκισες τη σιωπή. Και τώρα τη θέλεις πίσω. Με άλλη μορφή όμως. Όχι σα νεράιδα του χιονιού. Μα σαν ιέρεια. Θερμή απο το φως. Που είδες, κοιτόντας τα σκοτάδια σου. Ως κατακόκκινος Ιβίσκος, που άνθισε μεσ' τον χειμώνα. Δείχνοντάς σου τον δρόμο. Οι σκιές έφυγαν. Ως καθαρτήρια ευχή. Του μύστη. Του κρυμμένου εντός σου. Μόνα κυνηγούν τα γεράκια. Και μετά κάνουν κύκλους γύρω απο το είναι σου. Χαιρετόντας σε. Και 'συ γεράκι είσαι. Στις εσχατιές των ερήμων σου. Σε παλιά ακροκέραμα ταιριάζει το λυκόφως σου. Και έχεις , ως υπέρθυρο οικόσημο, μιαν ακατάληπτη επιγραφή. Που σου φωνάζει να την κατανοήσεις. Καθώς διαλύεται η πάχνη. Κάθε που το φως αναδύεται. Απο τις σκιές σου. Και σε βρίσκει με μετέωρο τον ένα πόδα. Καθώς κάνεις το πρώτο βήμα. Έξω απο το εντός σου. Αρχίζοντας ταξίδια μακρινά. Καθώς έχεις πετάξει πλέον τα περιττά. Και βλέπεις καλύτερα. Τον ορίζοντα. Με το βλέμμα του γερακιού.

ΕΝ ΑΜΦΙΒΟΛΩ

Εν αμφιβόλω

Αναβοσβύνει η γαλήνη. Χαρά. Ρυθμός γιορτής επερχόμενης. Μιά υποβόσκουσα γοητεία της δράσης. Της στιγμής που γεμισε το ουράνιο τόξο. Και ένα αραχνο'υ'φαντο δάκρυ, ο ορίζοντας. Πασπαλισμένο απο τον αχνό απο ανάσες μυστικές. Που κρύβουν τη θετικοτητα. Και την αποδοχή του οντως πεπραγμένου. Μιά στιγμιαία γοητεία έχει η εξέλιξη. Γαλήνη που φέρνει μια ταξιδιάρα αγκαλιά. Και στο ποτήρι του Βάκχου, χαρές μη αναμενόμενες. Που συνθέτουν μιά σιωπή καταριπτόμρνη. Απο τη δική σου αλλαγή. Που έφερε μια αναγεννησιακή δροσοσταλίδα στο σύμπαν σου. Που τώρα συνειδητοποιείς οτι δεν είναι μόνο δικό σου. Είναι και των άλλων. Η δράση η δική σου – πετραδάκι που ακροβατεί στα νερά του Ιορδάνη. Όπου βαφτίζεται το όνειρο. Ένα χατζή- όνειρο. Και μια χατζίνα ελπίδα. Στο καθημερινό. Που ανακαλύπτεις οτι έχει χίλια χρώματα. Βγαλμένα απο τις δικές σου αφηγήσεις στο λόγο της Σεχραζάτ. Πέρασες το μεγάλο ταξίδι απο την έρημο. Πάνω σε μυστικόκαρραβάνι. Ένα αηθαλές ταξίδι. Μέσα απο τις ερήμους. Τις δικές σου. Και των άλλων. Ασκούμενος μπυστης σε πυθαγόρεια σιωπή. Που γνωρίζει τώρα τους μυστικιστικούς δρόμους του μαζί. Του εντός. Του πέρα. Και του μετά. Και ένα βλέμμα που εν αμφιβόλω ίπταται. Που εν αμφιβόλω χάνεται. Μέσα σε αιωρούμενους βαβυλόνιους ήχους. Η δική σου κυνική σιγουριά χάθηκε. Απ' τη στιγμή που δέχθηκες να δείς. Ότι ότως είναι. Και οχι οτι πίστευες οτι είναι. Έθεσες επιτέλους τη πληγή πάνω στο ιαματικό άγγιγμα Της επικοινωνίας. Του οφελείμως ποιείν. Και αμέσως ήρθε η ανταπόκριση. Επι τα εντός και επι τα εκτός. Κράτησες το εκκρεμές είναι σου. Και αυτό σταμάτησε την αέναη ταλάντωσή του. Όταν σαματά ο χρόνος γεννιούνται τα σύμπαντα. Μέσα στο χάδι της μιλιάς. Το χάδι της αποδοχής. Αλλά ολ' αυτά προ'υ'ποθέτουν την κατάριψη των δικών σου ειωθότων. Την κατάριψη του δικού σου συνήθους. Οι αρχαίοι μύστες των μορφών και των σχημάτων δημιουργούν. Αλλά η δημιουργία, κατάλαβες εν τάχη οτι οφείλεται οταν θέσεις εν αμφιβόλω τις υπάρχουσες θεωρίες σου. Τότε γεννιέται το καινούργιο. Μέσα απο τους καπνούς της μυστικής ιέρειας που προλέγει οσα θα συμβούν. Που έδωσε τ' όνομά της στους μύστες των σχημάτων. Θέτοντας τα πεπραγμένα, ότι είθισται, εν αμφιβόλω.


Η ΠΡΟΟΠΤΙΚΗ ΦΛΟΓΑΣ ΑΝΑΔΥΟΜΕΝΗΣ

Η ΠΡΟΟΠΤΙΚΗ ΦΛΟΓΑΣ ΑΝΑΔΥΟΜΕΝΗΣ

Μιά λευκή ανάσα. Και απο μέσα της αναδύονται μαυρα αγριοπούλια, οι σκέψεις. Και μέσα στη πάχνη, μιά νεράιδα με μακριά μαλλιά στο χρώμα της φωτιάς. Γύρω της , σπίθες, οι πόθοι. Και οι Έρωντες του ακατέργαστου τώρα. Και μιά σάλπιγγα μέσα σ' εναν συνεφοσκεπασμένο πόνο. Που περνά και αφήνει τη γλυκιά αίσθηση της ίασης. Απο την απουσία. Και την πληγή της. Ως σημάδι απο τα νύχια του αρχαίου δράκου της σιωπής. Που χάθηκε αυτές τις μέρες στη σπηλιά του. Και ανάβλυσαν απο το κρύο ξεκίνημα, παρουσίες. Που αχνοφεγγουν σαν αστρη, μέσα στη παγωμένη σκοτεινιά μιάς Δεκεμβριανής αναγέννησης. Ως νύμφη που επέζησε μεσαιωνικών προλήψεων. Και στέκεται αγέρωχη και αιθέρια, μέσα στο μετά. Χωρίς να φοβάται τον άλικο ορίζοντα. Μέσα στον οποίο ίπταται το άγνωστο. Και τα μαύρα αγριοπούλια, πάντα εκεί. Πάνω στις τεντωμένες χορδές. Των αισθήσεων. Των σκέψεων που επαναστάτησαν. Και εφυγαν, απο ανούσιες αθιβολιές. Και ενας γενειοφόρος μύστης του αύριο, μεταφέρει το μήνυμα. Η ευτυχία είναι ένα παρατεταμένο χάδι. Καθόλου φευγαλέο αν το επιθυμείς. Και είναι πάντα παρόν. Με μιαν αυρα δυνατή. Ως το πέταγμα. Παρέα με στιγμές Αμαζόνες. Ζωσμένες την εκπλήρωση. Είσαι ελεύθερος όταν συνειδητοποιήσεις την ελευθερία σου. Η συνειδητοποίηση είναι η αρχή της ελευθερίας. Ως βαθιά ανάσα στον φρέσκο αέρα του περάσματος. Απο αυτό που είθισται, στην προοπτική του εφικτού. Στην πραγμάτωση ονείρου παλιού. Μα αενάως επανερχόμενου. Που σε κινητοποιεί. Να σπάσεδις τη στασιμότητα και να μπείς στην αέναη κίνηση. Μιας αρχχέγονης υπέροχης δράσης. Που σου ταιριάζει. Όαν διώξεις τα περιτά. Και πορευτείς στην λευκή ανάσα και στα αναδυόμενα απ' αυτήν μαύρα αγριοπούλια υου εντός σου. Μια φωά που την έβαλε η κρύα αλμύρα. Απο τις μυστικές σου κόγχες. Απο το μυστικό σου βλέμμα. Που σε οδηγεί στο αγνωστο. Που η ομορφιά του συνίσταται στο ξύπνημα. Στην επιθυμία να ζήσεις τη περιπέτεια της φθαρτής αιωνιότητάς σου. Στη προοπτική φλόγας αναδυομένης.