Τετάρτη, 30 Μαρτίου 2016

ΟΙ ΠΑΛΙΕΣ ΑΓΟΡΕΣ ΣΤΟ ΚΥΝΙΚΟ ΛΙΟΓΕΡΜΑ

ΟΙ ΠΑΛΙΕΣ ΑΓΟΡΕΣ ΣΤΟ ΚΥΝΙΚΟ ΛΙΟΓΕΡΜΑ

Και μετά οι στεριές χάνονται στο λιόγερμα. Αναρωτιεσαι. Μέσα σε παλιές αγορές. Με μυρωδιές κι αρώματα απο μπαχάρια και απο ανθρώπους. Και αναρωτιέσαι ξανά. Πίνοντας τσίπουρο με γλυκάνισο. Εκεί που χτυπά η καρδιά της αγοράς. Στη παλιά πόλη. Στη νέα πόλη. Σε κάποια απόκρημνη πόλα. Και αναδύεσαι μέσα απο τον καπνό και την ομίχλη. Είναι μαγική αυτή η ομίχλη. Είναι μια Κίρκη- Μέδουσα. Που πρώτα σου υπόσχεται ότι ποθείς. Και μετά σε μαρμαρώνει με το βλέμμα της. Ώσπου κάποιος ν' ακούσει τη κραυγή σου., μέσα στο ετοιμοθάνατο λιόφωτο. Πρέπει να συνεχίσεις να περπατάς. Κι απέναντι σου παλιός ναός. Των αρχών του βυζαντίου. Και οι καμπύλες των σκεψεών σου είναι τα παραθύρια του. Κάπου μακριά ηχούν σήμαντρα. Μα εσύ, βέβηλα, χάνεσαι μέσα στο αρισμαρί και τη ματζουράνα , αυτού του άγνωστου που ποθείς να γνωρίσεις. Που το ξέρεις. Που το αρνήθηκες. Και που τώρα θέλεις εκ νεου να το γνωρίσεις. Όπως είσαι τώρα. Με παλιές ουλές απο εκπτωτα συναισθήματα. Απο εκπτωτα φτερά. Και στη θέση τους τώρα, έχεις το μαύρο κεφαλομάντηλο των χα'ί'νιδων. Που σε προσκαλούν κάθε βράδυ. Να χορέψετε τα πέντε ζάλα της λευτεριάς. Μάχη. Άνεμος κρύος στο νου. Σκαλισμένο λιόγερμα πάνω σε παλιούς δρύδες. Έρωντας. Το ταξίδι. Αυτά είναι τα πέντε ζάλα τα δικά σου. Και τα δικά τους. Σε προσκαλούν ν' ανέβεις στο ριζιμιό, στο μιτάτο της πιο απάτητης κορφής σου. Και να φωνάξεις. Σε μιαν επίκληση ευριπιάδα. Της ψυχής σου τους δράκοντες. Και να τους καλέσεις. Σε γεύμα μυστικό.
Πρίν την αναχώρηση. Για τις αγκαλιές πουπεριμένουν να τις γεμίσεις. Κοντά στις παλιές αγορές. Με τη μυρωδιά του γλυκάνισου έντονη. Πάνω στις σκέψεις σου. Και στα συντρίμια σου. Τα αρχαία σου συντρίμια. Που είναι συνοδοιπόροι στο ατέρμονο τραγούδι των γλεντοκόπων. Που τους καλείς να παρουσιαστούν χειροπιαστοί δροσουλίτες. Ντυμένοι το σήμερα που τόσο φοβάσαι. Και το αποφεύγεις. Ζώντας στην αθιβολή ή στο όνειρο. Μα το τώρα σε καλεί. Να χορέψεις τα πέντε ζάλα των καιρών και των ανέμων. Που φυσούν στα ξάρτια του δικού σου πειρατικού. Του γεμάτου απο το απροσδόκητο. Κι ένα λιόγερμα κυνικό. Να πέρνει το φως μαζί του. Και να φεύγει για άλλους τόπους. Αφήνοντάς σε, ν' αποφασίσεις. Νομίζω πως έχουν έρθει ήδη τα χελιδόνια. Για άλλη μια φορά. Θυμίζοντάς σου τη δική σου άνοιξη. Που πρέπει να ζήσεις.


ΦΩΣ

ΦΩΣ

Μέσα στο φως φαινονται όλα τακτοποιημένα και καθαρά. Κι ας έχει συνεφιά η ψυχή. Το σπαθί των ηλιαχτίδων χρήζει τη σκέψη. Με τα φτερά του αητού. Και της δίνει το όνομά της. Αυτή που αναδύθηκε απο τη σκέψη. Ασαυτή που αναδύθηκε απο τους αφρούς της θύελλας. Αυτή που αναδύθηκε απο τα μηνύματα του ανέμου. Η άνοιξη ξύπνησε μέσα στο βλέμμα. Και το γέμισε ουρανό. Και πέλαγο απύθμενο. Και το δάκρυ στέγνωσε πάνω στη πέτρα τη καφτή. Το ηφαίστειο σιγοκαίι. Αρχαίο δράμα. Που αφηγήται τις γενιές αυτού του κόσμου και του άλλου, απο κτίσεώς του. Θαρρείς σιώπησε η σκέψη. Και ο νους ανέβηκε στα φτερά του αητού του πετρίτη. Και βλέπει τα ειωθότα και τα τεκτενόμενα απο ψηλά. Η ιστορία γράφεται με τον πόνο και το αίμα και το χαμόγελο των σηκωμών. Κάθε που ξημερώνει ξυπνά η επανάσταση και περιμένει. Πότε θα ρθει η στιγμή ω' αλλάξει τα τεκτενόμενα. Τον τρόπο σκέψης και τον τρόπο δράσης του νου και της ψυχής. Ξεφεύγει η σκέψη μέσα απο τα υπόγεια. Και κάθεται απέναντι στο φως. Ζητόντας του να την καθαρίσει. Απο τα βρύα της αγωνίας που φύτρωσαν στις ρωγμές της. Και η δράση περιμένει τη στιγμή της έκρηξης. Τη στιγμή της δημιουργίας. Οτι είναι ετοιμόροπο, γκρέμισέ το εσύ μιάν ώρα αρχήτερα. Η επανάσταση αρχίζει απο το εντός σου.

Τετάρτη, 23 Μαρτίου 2016

ΜΕΡΙΚΕΣ ΠΑΛΙΕΣ ΜΟΥ ΜΑΝΤΙΝΑΔΕΣ - ΟΡΣΑ ΔΡΕΤΑΚΗ

Θελω να πιώ με μια γουλιά τη φλογα τ' ουρανού σου, να ζαλιστώ και να χαθώ στα τρισβαθα του νου σου.

Ολος ο κόσμος θάλασσα κι αγάπη σου είναι φάρος και ' γω κα'ι'κι αμοναχό, απου του δίνει θάρρος.

Θανε σκοτώσω τ' άστρη σου απου θωρρείς το βράδυ, να μη σου λένε πως γλακώ με τσ' ασκιανούς σου ομάδι.

Πουλι που είναι δυνατό και νταγιαντά τον πόνο βγαίνει στα υψη και πετά με μιά φτερούγα μόνο.

Δευτέρα, 7 Μαρτίου 2016

ΜΙΑ ΓΟΥΛΙΑ ΟΥΡΑΝΙΟ ΤΟΞΟ

ΜΙΑ ΓΟΥΛΙΑ ΟΥΡΑΝΙΟ ΤΟΞΟ

Ο ήλιος γίνεται πιο δυνατός, τώρα που μεσημεριάζει. Ένα φως που καθαρίζει τη σκέψη. Που καθορίζει τη σκέψη. Και ένα ουράνιο τόξο φάνηκε μέσα στο ποτήρι σου. Το γεμάτο απο προσδοκίες. Το γεμάτο απο την ανυπομονησία του εν δυνάμει εφικτού. Είσαι μιάν ανάσα τώρα μακριά απο την πηγή. Εκει που βρίσκεται. Δίπλα στο χωματόδρομο της σκέψης σου, που είναι όλο φως. Και 'συ, με σκονισμένα τα βήματά σου προχωράς ακάθεκτος. Πίνεις μια γουλιά ουράνιο τόξο και γεμίζεις χρώματα. Το γκρίζο έφυγε τώρα. Πηδάς πάνω στο άλικο, σαν ινδιάνος που ιππεύει με περίσσεια χάρη, το πολεμικό του άλογο. Το λευκό άτι με δυο μαύρες βούλες στο σώμα του. Σαν η ματιά να του έκανε ενα νοητό τατουάζ. Η ματιά σου, η πρώην ασπρόμαυρη. Μα πολύχρωμη τώρα. Δυό σύννεφα μέσα στη σκέψη, χάθηκαν. Όπως χάνεται η πραγματικότητα, μέσα στο όνειρο. Καθώς ο πολεμιστής με τα μακριά μαλλιά σε χαιρετά. Λες και εχει βγεί , μόλις, απο τις τοιχογραφίες της Κνωσσού. Πάντα νέος μέσα στους αιώνες και τις χιλιετηρίδες. Ξέφυγε απο θύελλες, κατακτητές που είχαν την ύβρη στα μάτια, ταξιδιώτες που ξαπόστεναν στο χορτάρι, αγνοόντας την υπαρξή του, φωτιές που άναψαν σηκωμοί, απο το ίδιο το φως ξεφεύγοντας. Πάντα νέος. Παρές με τα δελφίνια που παίζουν αιώνια μέσα στο γαλάζιο. Σώζοντας τους ναυαγούς, απο τις δικές τους θύελλες. Κι ύστερα πάλι το φως. Αυτός ο χειμωνιάτικος ήλιος, ο γεμάτος υποσχέσεις, οτι η άνοιξη είναι κοντά. Ένα βήμα αρκεί για ν' ανθήσουν οι πρωτοπόροι του συναισθήματος. ,έσα στις ώρες που κοιτούν αδιάφορα, τις προοπτικές των οριζόντων στους οποίους χάνεσαι. Σα γεράκι στο λιόγερμα. Το απόγευμα αργεί ωστόσο. Και 'συ, συνεχίζεις να είσαι ο καβαλάρης του ουράνιου τόξου, που έχεις στο ποτήρι σου. Πίνεις λοιπόν μια γουλια ουράνιο τόξο και σε δροσίζει. Περίεργα γαλήνιες είναι οι θύελλες στο μάτι του κυκλώνα. Δίπλα σου, ομιλίες. Σε διάλεκτο της γλώσσας σου. Τραγουδιστά τα ηχοχρώματα. Στα βάθη της ανατολής, κοιμούνται οι μύθοι. Αδιάφοροι για το ξύπνημα του φωτός. Περιμένοντας τον μελλοντικό μεταφραστή της γραφής τους. Της γραμμικής γραφής τους που δεν έχει διαβαστεί ακόμα. Κι αυτά που κρύβουν, ίσως είναι ο αιώνιος έρωτας του ζευγαριού, που ήταν αγκαλιασμένο χιλιετίες τώρα. Και που μόλις στους χρόνους σου βρέθηκε. Καθώς οι αιώνες το σεβάστηκαν. Οι θύελλες το σεβάστηκαν. Ο έρωντας που νικά όλες τις μάχες. Κι ο ποιητής πάντα θα τον τργουδά. Καθώς θα πίνει το απομεσήμερο, μια γουλιά ουράνιο τόξο.

Η ΑΡΜΑΤΩΣΙΑ ΤΩΝ ΟΡΙΖΟΝΤΩΝ

Η ΑΡΜΑΤΩΣΙΑ ΤΩΝ ΟΡΙΖΟΝΤΩΝ

Μιά ανυπόμονη προοπτική. Μέσα στο φως. Ένα διάφανο γαλάζιο. Ένα κομμάτι γαλάζιο, μέσα στη φωτιά. Επαναστατικός ουρανός, σαν αγκαλιά. Μέσα στα αποκα'ί'δια της σκέψης. Που χάνεται σε χώρες μακρινές και εξωτικές, του εντός. Κι όμως μυρίζει ακόμα θυμάρι η προοπτική. Πάνω στα όρη των σκοτωμένων αγριμιών. Των σκοτωμένων σκέψεων. Απο το βόλι μιας υποβόσκουσας ελπίδας. Που σιγοκαίει. Όπως σιγοκαίει το αύριο, στις μακρινές ακτές των ονείρων. Συνεχίζεις να περπατάς. Με ένα βήμα χαμένο στην αναζήτηση. Με ένα βήμα καμένο απο τη φωτιά των καιρών. Μιά θύελλα που φαίνεται ακίνητη μέσα στο βλέμμα. Ως νέφος μοναχό μέσα στο απέραντο. Μέσα στο απροσδιόριστο. Συντρίμμια εικόνων, λουσμένα στην αυγή. Που έρχεται πιο γρήγορα τώρα. Ως πρώιμη Ά νοιξη που βρήκε το δρόμο της. Πάνω στους γυμνούς βράχους του σήμερα. Στα κακοτράχαλα μονοπάτια της φωτιάς. Είναι δύσκολοι οι καιροί. Μα ο άνεμος, μυρίζει θυμάρι και καμμένα ειοθότα, πάνω απο τη δυσκολία. Και μιά ομίχλη που ανασταίνεται στον ορίζοντα. Εκεί που έδυσε το βήμα. Το όνειρο πέρνει μορφή πάνω στον καπνό της φωτιάς που καίει. Όχι βγαλμένο απο τη θεά της εστίας, αλλά απο το άρμα του πολεμιστή. Που νίκησε τη λήθη. Και επανέρχεται. Και ο Αιώνιος χαμογελά. Και το μειδίαμά του είναι το χάδι στο καταμεσήμερο ενός μεταμφιεσμένου οράματος σε πραγμάτωση. Χειροπιαστή. Καθώς αγγιξε τις πληγές σου. Και τις ξέρει τώρα. Πάντα τις ήξερε. Αλλά εσύ έπρεπε να δεις το άγγιγμα, μέσα στην ομίχλη σου. Οι καιροί θα φέρουν σηκωμούς. Τ' άκουσαν οι δρύδες και ψιθυρίζουν στον άνεμο ιστορίες για τις παλιές φωτιές. Που είναι γραμμένες στον φλοιό τους. Εκεί φαίνεται η διαδρομή των αιώνων που πέρασαν και αυτών που έρχονται. Ως αργοναύτες που ψάχνουν το χρυσόμαλλο δέρας. Του ταξιδιού. Της διαδρομής. Της αναζήτησης. Η γνώση είναι καλά κρυμένη στους καπνούς βοτάνων μυστικών. Που προλέγουν το απροσδιόριστο. Αυτό που κρύβεται στην ομίχλη. Αυτό που θα'ρθει, μα δεν το ξέρεις. Μοιάζει με πορεία σε δρόμους άγνωστους. Σε ουσιαστικά, μη υπάρχοντες δρόμους. Που περιμένουν να χαρακτούν απο τα δικά σου βήματα της φωτιάς. Υπάρχει σιωπή πριν τη θύελλα. Κι αυτή η σιωπή προαναγγέλει την έλευσή της. Δεν αρκεί το μετά. Η σκέψη ταξιδεύει μέσα στους τυφώνες. Για να πάει πέρα απο το μετά. Τότε που τα κάτοπτρα θα είναι θρυματισμένα. Μα κάθε κομμάτι τους θα ανάβει τη φωτιά, ρουφώντας το φως. Χιλιάδες εικόνες-θρύψαλα του εαυτού σου, θα ρουφάνε το φως. Κι οι φλόγες του θα κάψουν τα ειοθότα. Ως καθαρτήρια απόφαση. Θα πεις '' τώρα θα γίνει ''. Θα ντυθείς την αρματωσιά των οριζόντων. Και θα σπαθίσεις τη σκέψη. Μεχρης ώσπου να γίνει φως ξανά. Μέσα στο μειδίαμα των πληγών σου.


ΤΟ ΥΦΑΔΙ ΤΗΣ ΓΑΛΗΝΗΣ

ΤΟ ΥΦΑΔΙ ΤΗΣ ΓΑΛΗΝΗΣ

Δεν κάνουν τα επιτεύγματα την ευτυχία. Η γαλήνη δεν έρχεται απο τα πράγματα που αποκτιώνται. Η γαλήνη δεν έρχεται απο το εφήμερο της γνώσης. Το φως ήρθε νωρίς σήμερα. Καβαλάρης στο άγριο άτι του βλέμματος. Τροπαιοφόρος ο ήλιος με όλες του τις ακτίνες ζωσμένος. Κι ο ουρανός χορεύει με τα στιβάνια της συνειδητοποίησης. Το άφημα στο χάδι. Στο λίγο που ειπώθηκε και ήταν γεμάτο γνοιάξιμο. Η σκέψη χαμογελά. Και ξαπλώνει νωχελικά στα λιβάδια της αιωνίας. Άρωμα απο κρίνα. Άρωμα απο θυμάρι έχει η στιγμή. Όταν σταθείς. Και πάψεις πια να κυνηγάς, το εφικτό ή το ανέφικτο. Δεν έχει σημασία. Σημασία έχει να σταθείς. Εκεί στην άκρη της σκέψης και να νοιώσεις το χάδι. Τότε είσαι γεμάτος. Εκπληρωμένος. Καθώς ακους τους ήχους της πανάρχαιης μητέρας. Λαθώς ο άνεμος θα σε αγγίζει. Και 'συ θα καταλαβαίνεις και θα νοιώθεις το άγγιγμα. Όλα είναι σημαντικά. Κυρίως τα πιο μικρά. Αυτά που τα προσπερνάς στο ατέρμονο τρέξιμό σου. Για που ; 'Ολα θα γίνουν. Μη φοβάσαι. Ένας Δρυίδης κόβει βότανα με το χρυσό δρεπάνι του. Και σου φτιάχνει το ρόφημα της αυγής. Να το πιείς και να ξυπνήσει η ψυχή σου. Και να δουν τα μάτια σου. Και να καταλάβεις. Δεν κάνει η επίτευξη την ευτυχλια. Την κάνει η ανάσα του φωτός στο νου, στη ψυχή, στο βλέμμα. Η θεά υφαίνει τις ηλιαχτίδες. Και φτιάχνει το υφάδι της γαλήνης. Για να στο χαρίσει. Όταν θα βρείς ματιά για να το δεις . Όταν σταθείς και το αγγίξεις. Και το χα'ι'δέψεις. Κι εκείνο θα σου ανταποδώσει το χάδι. Η γαλήνη κρύβεται στο αμοιβαίο άγγιγμα των ψυχών. Που ανταλλάσουν το φως τους. Τα τραγούδια είναι μόνα όταν δεν τραγουδιούνται. Το χάδι είναι μόνο όταν μένει μετέωρο. Η γαλήνη είναι μόνη , όταν η ψυχή έχει κλείσει τα βλέφαρά της. Το φως είναι μόνο χωρίς το βλέμμα που θα το αγκαλιάσει. Στάσου μια στιγμή. Και αφουγκράσου.