Τετάρτη, 20 Απριλίου 2016

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ ΤΩΝ ΚΑΙΡΩΝ- ΜΑΝΤΙΝΑΔΕΣ

Κι αν έχει; την αψηφησιά μιάς φλόγας αναμένης, ανε το κάψεις τ' όνειρο στάχτη θε να ' πομένης.

Παλιά ' ναι η βάρκα του γυαλού, μα'χει γερό το διάκι, ειν' του πλατάνου η δύναμη, της βιόλας του μεράκι.

Γκρίζο το χρώμα τ' ουρανού, ίδιο στο πέλαγό σου, ίδιο και με τα όρη σου, που'χεις στο λογισμό σου.

Παλιά φιλιά που άντεξε εις των καιρών τα μάκρη, ειν' αγκαλιά του πέλαγου απου δεν έχει άκρη.

Καλλιά μονάχος κι άγρυπνος σε μιά νυχτιάς τη πένα, παρα σε ψεύτικης φιλιάς, λόγια φτιασιδωμένα.

Και 'συ φως μου αμάραντο, άκουσα τη κραυγή σου, απου ποτέ δεν έδωσες, εσυ, νερό και γή σου.

Όρη μου χιλιόχρονα και ανεμοδαρμένα, πείτε που θα' βρω τσι καρδιας τ' όνειρα τα κρυμένα.

Καστέλι μαγεμένο μου, άστρο του μισεμού μου, εμπέρδεψές το, τ' όνειρο στην άκρη του λυγμού μου.

Κρίνο μου, ποιός σε γέλασε κι άνθισες στο σκοτάδι και μου κοιμάσαι τις αυγές και μου ξυπνάς το βράδυ.

Εσκιάχτηκαν οι ασκιανοί απου 'χω μεσ' το νου μου, σα σε θωρρούν ν' ακροπατείς, φλόγα του δειλινού μου.

Λεμονανθός κι αρισμαρί, φλισκούνι και θυμάρι και μυρωδιές τσι ροδαυγής έχει η δική σου χάρη.

Εγω τ' αστέρια δε μετρώ, άλλες ευχές δε κάνω, σαν έρχομαι ν' ονειρευτώ στο μπέτη σου απάνω.

Τρίτη, 5 Απριλίου 2016

ΜΑΝΤΙΝΑΔΕΣ - ΟΡΣΑ ΔΡΕΤΑΚΗ

Εγιάγυρε η αργαντινή στου νου μου το λημέρι κι ο ασκιανός σου, κυνηγός και μου'στησε καρτέρι.

Κρυφού σεβντά ο ασκιανός καλλεί ' με στο σκοτάδι κι είμαι αγρίμι ξομπλιαστό, στου νου σου το υφάδι.

Και λέγουσι οι αέρηδες, φυσούμε ' μεις και ξα σου, κατέουμε τσι θύελλες πως νταγιαντά η καρδιά σου.

Θανε φανεί γι αητός γι ατσέλεγος αν είσαι, τις στράτες που περπάτησες, με μιαν ανάσα σβύσε.

Στων αστεριών το γύρισμα και στων καιρών τη χάση, ξαθέρια ποιος αντάμωσε στου Έρωντα τα δάση.

Κάστρο παλιό η αγάπη σου, δράκοντας το φυλάει, μα δροσουλίτης η καρδιά, πάντα θα το ζητάει.

Τη ταχινή τ' αγρίμια μου, κάθε που ξημερώνει, ώστε να ζω, η ανάσα σου, σαφή θα τα μερώνει.

Τσ' αργαντινές , αθιβολες το νου μου τον κουρσεύουν και δροσουλίτες οι στιγμές, τα κάστρα τους γυρεύουν.

Τάζεις μου αγάπη πέλαγα, μα ' γω δε σ' αφουκρούμαι, ερμίζεις με, δε στο κρατώ, κεντείς με, μα σ' ευκούμαι.

Φαράγγι μου τσ' αθιβολής κρούσταλα οι χαρές σου, κρουσταλα και οι πόνοι σου, σ' όλες τσι ταχινές σου.

Οντε θε να' σαι αμοναχός, νταγιάντα , μη λυγίσεις, καλλιά να σπάσεις το γυαλι, παρά να το ραγίσεις.

ΑΗΤΟΣ

Ο αητός ειν' αητος, πετά οπως του πρέπει κι όρνιθας να του δινουνε, ταγή να τονε θρέφει. (ΟΡΣΑ ΔΡΕΤΑΚΗ)