Τετάρτη, 25 Μαΐου 2016

Ο ΠΟΙΗΤΗΣ ΤΗΣ ΣΙΩΠΗΣ

Ο ΠΟΙΗΤΗΣ ΤΗΣ ΣΙΩΠΗΣ

Ενα τοσο δα φως. Ο καπνός βοτάνου μυστικού τρεμοπαίζει. Μέσα στη κρυφή του λάμψη. Και γύρω, το απέραντο σκοτάδι. Η θαλπωρή της σιωπής. Μακρινό ρόδο. Ζεστασιά που χάνεται στη πάχνη. Κάποτε ηταν ενα αγγιγμα. Που τώρα ακροβατεί στην απουσία. Κάποτε ηταν ενα βλέμμα. Που τώρα περιπλανάται σε πελάγη ξένα. Και σε παράταιρες κραυγές. Ανεπιθήμητων σκέψεων. Κι η σιωπή, ενας Έρωντας ταξιδιάρης. Που ανακουφιζει το νου. Εικόνες οικείες. Το μακρινό μειδίαμα της απουσίας. Κόκκινο μέσα στο μέλανα καιρό. Ανατρεπτικό ηχόχρωμα. Απροσδόκητο χάδι. Απροσδιόριστο χάδι. Ως ιερογλυφικό νεύμα που δεν έχει διαβαστεί ακόμα. Απο το νου. Γιατί η ψυχή ξέρει. Πάντα ήξερε τις εσχατιές του μακρινού ρόδου. Που το όνομά του σημαίνει φωτεινός. Περικλύεται η σιωπή απο μια υποψία αλμύρας. Που δε τολμά να ξεμυτίσει στο κρυφό μειδίαμα του πόνου. Κάτι λείπει. Πάντα κάτι έλειπε. Στο τέλος των οριζόντων , τα ορατά και τα αόρατα. Μαζί. Συνοδοιπόροι σε ταξίδι. Συνυπάρχουσες ώρες με τον ανάγλυφο λόγο. Γυρίζεις το βλέμμα. Η ζεστασιά χάθηκε στο κυανό. Ως άστοχο ρητό. Που δεν ταιριάζει με το εντός σου. Τόσα πολλά χρώματα και εικόνα καμμιά. Μόνο σιωπή. Γαλάζιος καπνός πάνω σ' αυτό το τόσο δα φως. Αχνοφέγγει δρόμος μακρινός. Δρόμος αναπάντεχος. Η πύλη, χαμένη βασιλεύουσα σε καλλεί. Την ανοίγεις. Και βγαίνεις εξω απο το εντός σου. Είναι όμορφα εξω. Οι κερασιές εχουν ανθίσει μέσα στο ταξίδι. Και σε περιμένουν να ράνουν με τα άνθη τους παλιές πληγές. Ανακουφίζοντας τον αρχαίο τους πονο. Υστερα, ένα εκκωφαντικό λευκό. Το φως που μεγαλώνει. Και ξεφεύγει απο τις σχισμάδες των βράχων. Ζεστασιά. Όπως τότε. Που ρουφούσες τ' άστρη ξαπλωμένος πάνω, στην ακόμα ζεστη πέτρα, απο έναν αλήτη ήλιο. Απο εναν Έρωντα- ποιητή της σιωπής.

Η ΚΡΥΦΗ ΑΛΜΥΡΑ

Η ΚΡΥΦΗ ΑΛΜΥΡΑ

Στην αιώρα της νύχτας κρέμεται η σκέψη. Πιασμένη απ' τον καπνό οπτασίας απούσας. Απο το τώρα, το χτές και το αύριο. Δίχως χρόνο πορεύεται τ' άστρο της σιωπής. Μπλεγμένο στα μαλλιά κάποιας νεράιδας. Που ξέφυγε απο τη πάχνη. Και στοιχειώνει τις στιγμές. Του σκοταδιού και των Ερινύων του Έρωντα. Που έχασε το ξίφος του. Μέσα σε πληγή παλιά. Τόσο παλιά, όσο η νύχτα πριν γεννήσει το φως. Όσο η εντροπία πριν γεννήσει τη νύχτα. Όσο το άπειρο πριν γεννήσει το πεπερασμένο. Όσο εσυ πριν χαθείς. Όσο εσυ πριν βρεθείς. Στα μονοπάτια που περιμένουν τα βήματά σου. Κύμματα που πανε αντίθετα. Όχι προς καποια ακτή. Μα βαθιά πίσω στο πέλαγο. Αποζητώντας την ελευθερία του απεριόριστου. Αυτού που δε καταλήγει. Μα που αενάως αρχίζει. Μέσα στη καταχνιά και στην καταιγίδα, δειλή ηλιαχτίδα. Στο λιόγερμα. Τότε που όλα σωπαίνουν. Εκτός απο ένα μονάχο αηδόνι. Που λέει το πιο όμορφο τραγούδι του. Σε σένα που ο Μορφέας σε άφησε γι' απόψε. Χαμένο στο αλάβαστρο του νου. Που έχει μια λάμψη παγωμένη. Όπως μιά ξεθωριασμένη ομορφιά. Σε χρόνους άλλους. Ανελέητη σκέψη. Ψάχνεις διαρκώς τον απόντα δρόμο. Αυτόν που άφησε τις ψυχές εκτεθιμένες στο βλέμμα της Μέδουσας. Τότε που ένα ανεπιθήμητο μήνυμα έκαψε τη τελευταία σου γόπα. Τότε που οι καιροί γύρισαν τα όνειρά σου. Σελίδα, σελίδα. Προς την αρχή. Σελιδα, σελίδα πριν απο την αρχή. Εκεί που οργανωνονταν το αυριο. Στις εσχατιές του πόνου. Ως νύχτα που ξεχάστηκε σε μιαν άκρη του Έρωντα. Και την χτυπούν απ όλες τις μεριές τα κύμματα των άστρων. Δίνοντας της το τελευταίο τσιγάρο τους. Πριν τη σκοτώσει το αδέκαστο φως της αυγής. Πέλεκυς παλιός πάνω στις ρίζες. Εκεί που ξεκουράζονται τ' αγρίμια μαζί με τους ασκιανούς τους. Εκει που ξεκουράζεται η αλμύρα. Που ξέφυγε απο το βλέμμα σου. Καθώς κοιτούσες τα γεράκια. Να αιωρούνται πάνω στη ψυχή σου. Εκει που δεν ξέρεις που τελειώνει ο ουρανός και αρχίζει το πέλαγος. Κρυφή αλμύρα η σιωπή σου. Μπροστά στα εκκωφαντικά άστρη. Γραφή, ως ανάγλυφο δάκρυ των οριζόντων. Των χαμένων στη πολύβουη συνάθροιση του νου και της ψυχής. Που γλεντανε, αντικρυστά χορεύοντας. Με τον ρυθμό του ευ. Ασκομαντούρα ο λόγος στο εσωτερικό σου ψιθύρισμα. Εκει που όλα είναι αλήθεια. Που όλα έχουν γίνει. Ακόμα και αυτά που θα γίνουν, εχουν γίνει μέσα σου. Τότε που γίναν αδερφοποιτοί οι Κένταυροι με τις ιέρειες της καταχνιάς σου. Και τι ειρωνία. Κάνει πολύ κρύο στις αρχές του καλοκαιριού. Όλες τις νύχτες. Για ν' ανάψει το σκοτάδι καιγεται η σιωπή.


Παρασκευή, 6 Μαΐου 2016

ΕΞΑΝΤΑΣ

ΕΞΑΝΤΑΣ

Τριγύρω παλιοί κόμποι ναυτικοί. Λένε, πως δε λύνονται ευκολα. Για ν' αντέχουν τις θύελλες σε μακρινά ταξίδια. Χάρτες παλιοί, απο σκονισμένες διαδρομές. Και σχοινιά απο ανακούφηση. Απ' αυτά που στηρίζουν τα πανιά οταν αυτά ανοίγουν στους ούριους άνεμους. Μιά πυξίδα μεταλλική, που έπαψε να δείχνει τον βορρά εδώ και καιρό. Και που, ανατρεπτικά, λες κι έχει κολλήσει σε κάποιο παραμύθι, δείχνει την ανατολή και κάποιες φορές το νότο. Κι ένας εξάντας κάπως μεγάλος και λίγο σκουριασμένος απο τις απανωτές αλμύρες της καταχνιάς σου. Και άκρη άκρη, μιά σκάλα απο ναυτική κουκέτα. Εκεί που ξεκουράζονταν κάποτε, απο το μέτρημα των κυμμάτων, ταξιδιάρικα πουλιά. Απ' αυτά που χάνονταν καμμιά φορά στα στεριανά σου όνειρα. Και μεσ' τη μέση ενα δέντρο με ανάγλυφες τις ρίζες σου, τις κρυμένες μέσα σε τόπους μακρινούς, που θα' θελες ν' αράξει κάποτε το ιστιοφόρο της σκέψης σου. Και πάνω στο μαύρο της νύχτας, γράφεις, υπολογίζοντας τη ρότα την άγνωστη. Που τη ψάχνεις ακόμα σε χάρτες παλιούς. Μα τα σύνορα των κρυφών λιμανιών εχουν αλλάξει τώρα. Μόνος δρόμος τ' αστεέρια, είπε ο γητευτής. Καθώς συνέχιζε να ψάχνει τις κρυμμένες πηγές του. Μέσα στο κουρνιαχτό απο ανέμους ξένους, που έφεραν τη σκόνη των ερήμων σου και έκαναν τη ματιά σου να καίει. Κοίταξες ψηλά. Άπειρα αστρη μέσα στο μελάνι της νυχτας σου. Κοίταξες βαθιά. Άπειρες θύελλες ζωσμένες στο μελάνι της νύχτας σου. Μετράς τις ώρες της φωτιάς με τον εξάντα τον παλιό. Που τον γυάλισες και αστράφτει τώρα. Σαν αστραπή, σαν κεραυνό, χαμένος μέσα στο θολό των καιρών και των χρόνων. Πολύχρωμα μικρά σημαιάκια , απο αυτά που αποτελούν το αλφάβητο της απουσίας , μέσα στη πάχνη. Κι ένας παράφωνος τροβαδούρος, το οτι νιώθεις. Που θα'θελε να πει σωστά τις νότες. Τις σημειώσεις των περιπλανήσεών σου, επι τα εκτός των τεκτενομένων εντός σου. Στον τοίχο τον ασπρισμένο απο τους αφρούς των κυμμάτων που ξεμακραίνουν, τα λόγια, ανεξίτηλα γραμμένα, ενός ποιητή που χάθηκε πριν βρείς εσυ τη μουσική σου. Ξαπλώνεις πάνω στο τίποτα των πεπραγμένων που κοίτονται στο ξύλινο πάτωμα. Ως αθιβολές, ατάκτως εριγμένες στο μυστικό σου σύμπαν. Εκεί που είσαι προστατευμένος απο το απροσδιόριστο και το αμορφοποίητο. Που το ' κλεψαν τα ξωτικά σου και το'βαλαν στα οράματα του μύστη. Του μεθυσμένου απο το φως και την αδίστακτη καθαρότητά του. Ψάχνεις με τον εξάντα τις γωνίες και τις αγωνίες των οριζόντων. Και μετά τον αφήνεις κατα μερος και ξαπλώνεις πάνω στη παιδική ματιά σου. Κουβέρτα ο ουρανός σε σκεπάζει. Ανοίγεις το βλέμμα σου. Γεμίζει με λαμπυρίσματα, με τραγούδια. Ο ραβδοσκόπος γελά. Η ματιά σου ξέρει καλύτερα τον δρόμο προς τις παλιές φλέες, απο τη δική του τέχνη. Και ξαφνικά βλέπεις. Και ξαφνικά νιώθεις. Και ξαφνικά ξεφεύγεις απο το ταγκό σου με τη σιωπή. Τ' αστρη ειναι εκεί. Όπως τ' άφησες.

ΤΟ ΜΕΘΥΣΜΕΝΟ ΦΩΣ

ΤΟ ΜΕΘΥΣΜΕΝΟ ΦΩΣ

Ακροβάτης του μεσημεριού μέσα στο θνητό, ο χαμένος καπνός. Μιά ρουφηξιά κρυμμένος μύθος πάνω στο κατακόκκινο τώρα. Που έρχεται γρήγορα. Και φεύγει ακόμα γρηγορότερα. Ως μαραθωνοδρόμος σς λυρική ελεγεία. Ένα τασάκι γεμάτο αποτσίγαρα οι σκέψεις. Αφησαν το νου να τις καπνίσει μεχρη να τελειώσουν. Και να γίνουν γόπες, αφού ο χρόνος τους πήρε όλη τη γοητεία τους. Ένα μεθυσμένο φως ακροβατεί στη τεντωμένη χορδή παλιού τροβαδούρου. Που αφηγήται το ταξίδι που του τέλειωσε το πέλαγός του. Κι ο γητευτής αφουγκράζεται, ραβδοσκόπος του άγνωστου, τις κρυμμένες ταλαντώσεις του υπεδάφους της ψυχής. Εκεί που κρύβονται βυθισμένοι ναοί. Γεμάτοι απο πυθάρια πήλινα με δυνατό παλιό κρασί. Απ' αυτό που έκαναν σπονδές πάνω στους ρυθμούς και στα ηχοχρώματα , αυτού που έφυγε. Αφήνοντας την αίσθηση της μασημένης δάφνης. Άρωμα πικρό. Και δυνατό. Που ξυπνά τ' άγνωστα και τα αόρατα. Θα' θελες να ξέρεις το άγνωστο. Σύρματα γεμάτα χελιδόνια η κάθε άφιξη. Αυτό που περιμένεις έκανε μακρύ ταξίδι. Πάνω απο τις ερήμους σου. Μέσα απο τα δάση σου και τις απάτητες κορφές σου. Εκεί που είναι χτισμένα με πέτρα του ήλιου, τα κρυφά σου μιτάτα. Εκεί που έχεις κρύψει τα δοξάρια της πεθυμιάς. Εκεί που παίζεις τη βροντερή σιωπή του ανομολόγητου. Του δρόμου που πλάνεψε τα βήματά σου. Που έπιναν αντάμα με το φως τις παλιές γοητείες. Και το μέθυσαν. Κι αυτό ζαλισμένο μπήκε μέσα στα σκοτάδια σου. Και τα φώτισε. Απο λάθος. Όχι ηθελημένα. Και τα μέθυσε κι αυτά. Κι ο ραβδοσκόπος ανατρίχιασε ακούγοντας το βρυχιθμό τους. Και είπε, απο λάθος κι αυτός, οτι βρήκε τηνπηγή που έψαχνες. Χαμένο αγρίμι, που έγινε σκάλισμα πάνω στις περικνημίδες του άγνωστου. Εκεί που βρέθηκε μεσα στη ζάλη του, το μεθυσμένο φως σου.