Παρασκευή, 6 Μαΐου 2016

ΤΟ ΜΕΘΥΣΜΕΝΟ ΦΩΣ

ΤΟ ΜΕΘΥΣΜΕΝΟ ΦΩΣ

Ακροβάτης του μεσημεριού μέσα στο θνητό, ο χαμένος καπνός. Μιά ρουφηξιά κρυμμένος μύθος πάνω στο κατακόκκινο τώρα. Που έρχεται γρήγορα. Και φεύγει ακόμα γρηγορότερα. Ως μαραθωνοδρόμος σς λυρική ελεγεία. Ένα τασάκι γεμάτο αποτσίγαρα οι σκέψεις. Αφησαν το νου να τις καπνίσει μεχρη να τελειώσουν. Και να γίνουν γόπες, αφού ο χρόνος τους πήρε όλη τη γοητεία τους. Ένα μεθυσμένο φως ακροβατεί στη τεντωμένη χορδή παλιού τροβαδούρου. Που αφηγήται το ταξίδι που του τέλειωσε το πέλαγός του. Κι ο γητευτής αφουγκράζεται, ραβδοσκόπος του άγνωστου, τις κρυμμένες ταλαντώσεις του υπεδάφους της ψυχής. Εκεί που κρύβονται βυθισμένοι ναοί. Γεμάτοι απο πυθάρια πήλινα με δυνατό παλιό κρασί. Απ' αυτό που έκαναν σπονδές πάνω στους ρυθμούς και στα ηχοχρώματα , αυτού που έφυγε. Αφήνοντας την αίσθηση της μασημένης δάφνης. Άρωμα πικρό. Και δυνατό. Που ξυπνά τ' άγνωστα και τα αόρατα. Θα' θελες να ξέρεις το άγνωστο. Σύρματα γεμάτα χελιδόνια η κάθε άφιξη. Αυτό που περιμένεις έκανε μακρύ ταξίδι. Πάνω απο τις ερήμους σου. Μέσα απο τα δάση σου και τις απάτητες κορφές σου. Εκεί που είναι χτισμένα με πέτρα του ήλιου, τα κρυφά σου μιτάτα. Εκεί που έχεις κρύψει τα δοξάρια της πεθυμιάς. Εκεί που παίζεις τη βροντερή σιωπή του ανομολόγητου. Του δρόμου που πλάνεψε τα βήματά σου. Που έπιναν αντάμα με το φως τις παλιές γοητείες. Και το μέθυσαν. Κι αυτό ζαλισμένο μπήκε μέσα στα σκοτάδια σου. Και τα φώτισε. Απο λάθος. Όχι ηθελημένα. Και τα μέθυσε κι αυτά. Κι ο ραβδοσκόπος ανατρίχιασε ακούγοντας το βρυχιθμό τους. Και είπε, απο λάθος κι αυτός, οτι βρήκε τηνπηγή που έψαχνες. Χαμένο αγρίμι, που έγινε σκάλισμα πάνω στις περικνημίδες του άγνωστου. Εκεί που βρέθηκε μεσα στη ζάλη του, το μεθυσμένο φως σου.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου