Παρασκευή, 6 Μαΐου 2016

ΕΞΑΝΤΑΣ

ΕΞΑΝΤΑΣ

Τριγύρω παλιοί κόμποι ναυτικοί. Λένε, πως δε λύνονται ευκολα. Για ν' αντέχουν τις θύελλες σε μακρινά ταξίδια. Χάρτες παλιοί, απο σκονισμένες διαδρομές. Και σχοινιά απο ανακούφηση. Απ' αυτά που στηρίζουν τα πανιά οταν αυτά ανοίγουν στους ούριους άνεμους. Μιά πυξίδα μεταλλική, που έπαψε να δείχνει τον βορρά εδώ και καιρό. Και που, ανατρεπτικά, λες κι έχει κολλήσει σε κάποιο παραμύθι, δείχνει την ανατολή και κάποιες φορές το νότο. Κι ένας εξάντας κάπως μεγάλος και λίγο σκουριασμένος απο τις απανωτές αλμύρες της καταχνιάς σου. Και άκρη άκρη, μιά σκάλα απο ναυτική κουκέτα. Εκεί που ξεκουράζονταν κάποτε, απο το μέτρημα των κυμμάτων, ταξιδιάρικα πουλιά. Απ' αυτά που χάνονταν καμμιά φορά στα στεριανά σου όνειρα. Και μεσ' τη μέση ενα δέντρο με ανάγλυφες τις ρίζες σου, τις κρυμένες μέσα σε τόπους μακρινούς, που θα' θελες ν' αράξει κάποτε το ιστιοφόρο της σκέψης σου. Και πάνω στο μαύρο της νύχτας, γράφεις, υπολογίζοντας τη ρότα την άγνωστη. Που τη ψάχνεις ακόμα σε χάρτες παλιούς. Μα τα σύνορα των κρυφών λιμανιών εχουν αλλάξει τώρα. Μόνος δρόμος τ' αστεέρια, είπε ο γητευτής. Καθώς συνέχιζε να ψάχνει τις κρυμμένες πηγές του. Μέσα στο κουρνιαχτό απο ανέμους ξένους, που έφεραν τη σκόνη των ερήμων σου και έκαναν τη ματιά σου να καίει. Κοίταξες ψηλά. Άπειρα αστρη μέσα στο μελάνι της νυχτας σου. Κοίταξες βαθιά. Άπειρες θύελλες ζωσμένες στο μελάνι της νύχτας σου. Μετράς τις ώρες της φωτιάς με τον εξάντα τον παλιό. Που τον γυάλισες και αστράφτει τώρα. Σαν αστραπή, σαν κεραυνό, χαμένος μέσα στο θολό των καιρών και των χρόνων. Πολύχρωμα μικρά σημαιάκια , απο αυτά που αποτελούν το αλφάβητο της απουσίας , μέσα στη πάχνη. Κι ένας παράφωνος τροβαδούρος, το οτι νιώθεις. Που θα'θελε να πει σωστά τις νότες. Τις σημειώσεις των περιπλανήσεών σου, επι τα εκτός των τεκτενομένων εντός σου. Στον τοίχο τον ασπρισμένο απο τους αφρούς των κυμμάτων που ξεμακραίνουν, τα λόγια, ανεξίτηλα γραμμένα, ενός ποιητή που χάθηκε πριν βρείς εσυ τη μουσική σου. Ξαπλώνεις πάνω στο τίποτα των πεπραγμένων που κοίτονται στο ξύλινο πάτωμα. Ως αθιβολές, ατάκτως εριγμένες στο μυστικό σου σύμπαν. Εκεί που είσαι προστατευμένος απο το απροσδιόριστο και το αμορφοποίητο. Που το ' κλεψαν τα ξωτικά σου και το'βαλαν στα οράματα του μύστη. Του μεθυσμένου απο το φως και την αδίστακτη καθαρότητά του. Ψάχνεις με τον εξάντα τις γωνίες και τις αγωνίες των οριζόντων. Και μετά τον αφήνεις κατα μερος και ξαπλώνεις πάνω στη παιδική ματιά σου. Κουβέρτα ο ουρανός σε σκεπάζει. Ανοίγεις το βλέμμα σου. Γεμίζει με λαμπυρίσματα, με τραγούδια. Ο ραβδοσκόπος γελά. Η ματιά σου ξέρει καλύτερα τον δρόμο προς τις παλιές φλέες, απο τη δική του τέχνη. Και ξαφνικά βλέπεις. Και ξαφνικά νιώθεις. Και ξαφνικά ξεφεύγεις απο το ταγκό σου με τη σιωπή. Τ' αστρη ειναι εκεί. Όπως τ' άφησες.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου