Τρίτη, 22 Νοεμβρίου 2016

ΣΤΑ ΘΡΥΨΑΛΑ ΤΟΥ ΛΥΚΟΦΩΤΟΣ

ΣΤΑ ΘΡΥΨΑΛΑ ΤΟΥ ΛΥΚΟΦΩΤΟΣ

Μεθυσμένη σιωπή. Που γλεντά. Με τα θρύψαλα του λυκόφωτος. Που έσπασε. Πάνω στο φευγιό των Ερώντων σε τόπους μακρινούς. Και μαγεμένους. Στις όχθες της Αιωνίας. Και στο σαρδώνειο μειδίαμά της. Καθώς την προ'υ'παντούν καβαλάρισσες, οι εναιωρήσεις των καιρών. Καθώς ακροβατούν μεταξυ των ειοθότων τεκτενομένων. Και της ματωμένης αλμύρας απ' τ' άστρη σου. Εκείνα. Που τα άφησε να σου μιλούν η υπεροψία της φθινοπωρινής καταιγίδας. Καθώς ειρωνικά αποχαιρετούσε τη μικρή άβυσσό σου. Καθώς , όπως φαίνεται το απέραντο των ερήμων σου, πέρασε στη Λήθη. Δυό συνεφιασμένοι ουρανοί στο πρόσωπό σου. Φλύαρη κενότητα, σχεδόν στα όρια Αριστοφανικού σαρκασμού, το εσωτερικό σου ψιθύρισμα. Σε επιπλήττει. Καθώς πλήττει απο το γκρίζο. Ποθώντας τη μυρωδιά, γης βρεγμένης. Δεν ξέρεις τι να ευχηθείς. Είσαι ολόκληρος χαμένος μέσα στη προαιώνια ευχή. Βραχνή αοιδός, παλιά ρεμπέτισσα, η ψυχή. Και το τραγούδι της , παράταιρο με τους παρόντες καιρούς και χρόνους. Μα αυτή κρύβει καλά τα μυστικά της. Πίσω απο μεθυσμένους καπνούς και σκοτεινές καθαρτήριες αλμύρες. Που την ξεπλένουν. Καθώς κάθε μέρα είναι γι' αυτήν ενα καινούργιο βάπτισμα του πυρός. Στη μεθυσμένη φλόγα της, χορεύουν το ζε'ι'μπέκικο της Σαλώμης. Που σου άφησε τα πέπλα της για ενθύμιο. Μέσα σε μια ασπρόμαυρη, ξεθωριασμένη φωτογραφία. Που καθρεφτίζεται στη πηγή και στη πληγή των αθιβολών σου. Και 'συ, άγρυπνη συντρόφισσα της νύχτας, σε ψαλμωδίες ξεχασμένων ασκητών, χαμένη είσαι. Που ασκούνται στις σκήτες των περασμένων ερήμων σου. Που, καλα θα έκανες να τις αναστοράσαι που και που. Και μιά σιωπή που ανάβει τσιγάρο να ξορκίσει το στάσιμο. Ν' αρχίσει πάλι να ρέει, γάργαρο το νερό της γαλήνης. Και να σιγοτραγουδά τις κρυσταλένιες ευχές σου. Αυτές που ξεχάστηκαν στην πάχνη των καιρών. Μα που τη θύμησή τους,
μπορείς να τη βρεις στους μυστικούς ελαιώνες της αλήθειας σου. Αυτή που σου ψιθυρίζει η νύχτα. Η αδερφή σου. Η μόνη που βλέπει τα όνειρά σου γυμνά. Κάτω απο τους ασκιανούς σου. Στο φως απ' τ' άστρη της. Καπνισμένη εικόνα. Ζωγραφισμένη πάνω σ' ενα κλεμένο όστρακο. Που κανονικά, θα περίμενε κανείς, να είναι γραμμένο το όνομά σου. Αυτό, που θα σήμαινε τον εξοστρακισμό απο τα αρχαία ειοθότα σου. Κάποιος να σταματήσει τους καιρούς ν' ακουστεί η σκέψη. Να μνημονεύει τις αθιβολές της Αιωνίας. Το ταξίδι συνεχίζεται. Αενάως. Υπάρχουν πολλά πέλαγα άγνωστα. Που εύχεσαι να παραμείνουν άγνωστα. Για να' χεις μιά πρόφαση να ταξιδεύεις. Ανάμεσα στο λυκόφως και στο λυκαυγές. Ως ο αειθαλής Έρωντας. Της ψυχής. Και των ερήμων της.